Γεώργιος Αθάνας – Ο σαλπιγκτής

Ορθός ακόμα ο σαλπιγκτής με σφαίρα στο λαρύγγι
ψυχομαχάει τη σάλπιγγα στα χείλη να κολλήση

Κ’ αίμα ξερνώντας μέσα της τη δύναμη του σφίγγει
Στερνό ν’ αφήση σάλπισμα προτού η πνοή του σβύση

Σπαρακτικός αντίλαλος ματώνει τον αγέρα
Κατάρα να ήταν ή λυγμός; παράπονο ή φοβέρα;
Στο χώμα κούφια δούπησε νεκρό το παλληκάρι
Στριγγά βόγγηξε η σάλπιγγα χτυπώντας σε λιθάρι

Με του χιονιού το σάβανο τους σκέπασε ο χειμώνας
κι ήταν βαρύς σαν κόλαση, μεγάλος σαν αιώνας.
Μα τι κι αν ήρθε η άνοιξη; Μέσα στο νέο χορτάρι
δε φαίνεται ούτε σάλπιγγα, ούτε σκεβρό κουφάρι!

Μόνο από νύχτα σε νυχτιά βγαίνει το φάντασμά του
και ψάχνει στα χαμόκλαδα να βρεί τη σάλπιγγά του.

Μην αποκάμεις, Σαλπιγκτή, και μη λιγοπιστήσης!
Χιλιάδες νύχτες θα διαβούν, νύχτες σιγής και φρίκης.
Μα είναι γραμμένο μιαν αυγή που εσύ να τους χτυπήσης
Με την παληά σου σάλπιγγα τους νέους σκοπούς της Νίκης!