Λορέντζος Μαβίλης Στην Πατρίδα

Ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης με καταγωγή από τα Επτάνησα πολέμησε και θυσιάστηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912 στις 29 Νοεμβρίου. Τα τελευταία του λόγια  ήταν:«επερίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου».

Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.
Πώς εις το φως του λαχταρούν η θάλασσα κι οι κάμποι,
πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ’, οι λαγκαδιές
στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζ’ η λίμνη,
χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,
σ’ άπειρ’ αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής
τ’ αγέρα τα πετούμενα τα σερπετά της γης.
Κι αυτός σηκώνει τ’ αλαφρά της καταχνιάς μαγνάδι,
κι η κάθε στάλ’ από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,
κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή
χαρά, ζωή και δύναμη κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,
και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.
Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός
γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ’ ο ουρανός.
Κι οι νύχτες σου με τ’ άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,
με τ’ αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ’ άστρα,
με το φεγγάρι που περνά, σαν τ’ όνειρο ευτυχίας
στη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχίας.
Οι νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια
και στων παιδιών σου τις καρδιές αμάραντα τραγούδια,
σταλάζουνε στα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,
ελευτεριάς αγάλλιαση και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ’ ασημούφαντο, φως μαργαριταρένιο,
λιώνονται σ’ ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά
μεσ’ απ’ αγάπης φαντασιές τα πλάσματα ξυπνά.
Κι ανάμεσα στα χρώματ’ από χίλια ουράνια τόξα,
προβαίνει πάλ’ ο ήλιος εις όλη του τη δόξα.
Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.
Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,
και δίχως γνέφια τους καιρούς η δόξα σου διατρέχει.
Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,
θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη ορθή.

Κι ένα σονέτο του:

Μάνα μου Ελλάδα, τι δεν είσαι τώρα
σαν πρώτα ορθή, ψηλή, στεφανωμένη
με δάφνες, τι δεν είσαι με τα δώρα
της αθάνατης Νίκης στολισμένη;
Αχ! Πότε θα ‘ρθει, πότε θα ‘ρθει η ώρα
να ματαστράψει η όψη σου η σβησμένη
και την ερημωμένη σου την χώρα
μ’ ελπίδα να φωτίσεις, ω ανδρειωμένη
Πατρίδα μου σηκώσου. Ας λάμψει πάλι
στον αιθέρα ψηλά το μέτωπό σου…
Μεγάλη θα γίνεις κι αλιά τότε στον εχθρό σου.

1878