Σπυρίδων Τρικούπης «Η Άλωση της Τριπολιτσάς» 23 Σεπτεμβρίου 1821

Σπυρίδων Τρικούπης
[Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως τόμος Β’]

Λαός, αποτινάσσων πολυχρόνιον και βαρύν ζυγόν, κινείται πάντοτε θηριωδώς κατά των δεσποτών του· ο δε οπλοφόρος της Ελλάδος λαός ήτον έτι μάλλον ακράτητος κατ’ εκείνας τας ημέρας, διότι ούτε κυβέρνησις υπήρχεν, ούτε μισθός εδίδετο, ούτε τροφαί τακτικώς διενέμοντο, ούτε μέλλον ασφαλές εφαίνετο, ούτε ο άτακτος επαιδεύετο, ούτε ο σωφρονών αντημείβετο.
Διά ταύτα η ημέρα της αλώσεως της πρωτευούσης της Πελοποννήσου ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. Άνδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέθνησκαν, άλλοι φονευόμενοι, άλλοι εις τας αναφανείσας εν τη πόλει φλόγας ριπτόμενοι, και άλλοι υπό τα καταπίπτοντα στεγάσματα και πατώματα των καιομένων οικιών καταθλιβόμενοι· η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγαζε την φωνήν της φύσεως.

Εν ταις οδοίς, εν ταις πλατείαις, παντού δεν ηκούοντο ειμή μαχαιροκτυπήματα, πυροβολισμοί, πάταγοι κατεδαφιζομένων οικιών εν μέσω φλογών, φρυάγματα οργής και γόοι θανάτου· εστρώθη το έδαφος πτωμάτων και οι περιφερόμενοι πεζοί και ιππείς δεν επάτουν ειμή αποθνήσκοντας ή αποθανόντας· εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων. Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι, επί λόγω της εν Κωνσταντινουπόλει και αλλού κακής προς τους Χριστιανούς διαγωγής των ομοθρήσκων των, όλοι κατεστράφησαν, οι μεν διά σιδήρου, οι δε διά πυρός, εκτός των περί τον Χανέ γνωστόν διά την αγαθότητά του.

Ολίγοι Τούρκοι απεφάσισαν να εξαγοράσωσι δι’ αίματος το αίμα των, και κατέλαβαν οι μεν την μεγάλην τάπιαν οι δε οικίας τινάς και επολέμουν. Διεκρίθησαν μεταξύ των άλλων καί τινες Δερβίσαι, κλεισθέντες εν τω τουρκικώ σχολείω και πολεμήσαντες μέχρι τελευταίας πνοής. Οι Έλληνες εκυρίευσαν αυθημερόν τας οικίας όσας οι εχθροί των κατέλαβαν εκτός δύο. Περί δε το μεσονύκτιον ανεφάνησαν αίφνης φλόγες εν τω παλατίω, όπου διέτριβαν αι γυναίκες των πασάδων, ας επί της εκπορθήσεως της πόλεως παρέλαβεν ο Πετρόμπεης. Αι γυναίκες αύται εξ αιτίας της αναφανείσης φλογός μετεκομίσθησαν την νύκτα εις την προ ολίγου κτισθείσαν λαμπράν οικίαν του Μουσταφάμπεη υπό την φύλαξιν πάντοτε του Πετρόμπεη.

Την δ’ επαύριον εκυριεύθη η μία των μη κυριευθεισών την προτεραίαν δύο οικιών, και εκάη η άλλη και συνεκάησαν και όλοι οι εν αυτή. Οι δε καταλαβόντες την τάπιαν μήτε τροφήν μήτε πόσιν έχοντες παρεδόθησαν επί ασφαλεία ζωής την. Τρεις ημέρας διήρκεσαν τα περί ων ο λόγος εν τη πόλει δεινά. Την δε τρίτην εθανατώθησαν εκτός της πόλεως και όσοι πεινώντες και διψώντες εξήλθαν προ της αλώσεως. Διακόσιοι ήσαν οι εν μέσω της αλληλομαχίας πεσόντες Έλληνες, δεκακισχίλιοι δε πάσης ηλικίας οι απολεσθέντες Οθωμανοί, Οθωμανίδες και Εβραίοι· οι δε λοιποί ηχμαλωτίσθησαν·μόνον ένοπλοι διέφυγαν τας χείρας των Ελλήνων καταφυγόντες εις Ναύπλιον και μη καταδιωχθέντες επί της φυγής. Οι επισημότεροι δε των αιχμαλωτισθέντων ήσαν ο κεχαγιάμπεης, ο καϊμακάμης, ο Κιαμήλ – μπεης, ο Μουσταφάμπεης, ο Σιέχ – Νετσήπ – εφέντης, ο δεφδερδάρης, ο μπινά – εμίνης, και αι παρά τω Μαυρομιχάλη γυναίκες των πασάδων. Άπειρα και πολύτιμα ήσαν τα λάφυρα, αλλ’ όλα διηρπάγησαν άνευ παραμικράς ωφελείας του κοινού, αν και ηλπίζετο να θεραπευθώσιν οπωσούν εκείθεν αι κατεπείγουσαι ανάγκαι της πατρίδος. Τόση δε ήτον η επισυμβάσα λεηλασία, ώστε αι πλείσται των οικιών εγυμνώθησαν και αυτής της ξυλώσεώς των.