Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: Ο Κατσαντώνης

Εσείς όπου τον είδετε ψηλά στα κορφοβούνια,
σταυραϊτοί και πέρδικες, ξυφτέρια, χελιδόνια,
ελάτε να του στήσετε τραγούδι μοιρολόγι.
Τον Κατσαντώνη πιάσανε, κλάψτε πουλιά μου, κλάψτε.

Ένας παπάς τον πρόδωκε! Μαχαίρι να του γένει
η κοινωνιά που τὄβαψε τ’ αφορεσμένο στόμα,
θηλιά κι αστρίτης στο λαιμό τ’ άγιο του πετραχήλι,
να μη βρεθεί πνεματικός να τον ξεμολογήσει
κι αγαπημένα δάχτυλα τα μάτια να του κλείσουν!

Το γκαρδιακό τ’ αδέρφι του, ο Γιώργος ο Χασώτης,
έξυπνος ακουρμαίνεται, κοιμάτ’ ο Κατσαντώνης.
Η ευλογιά τον έψησεν, η θέρμη τον ανάφτει.
—Ξύπν’, αδερφέ μου, ξύπνησε στον ώμο να σε πάρω·
πλακώσανε οι λιάπηδες και θα μας πιάσουν σκλάβους.

—Τρέχ’, αδελφέ μου, γλίτωσε, μη με ψυχοπονιέσαι.
Κι αν μ’ αγαπάς και πιθυμάς να πάω φχαριστημένος,
κόψε μου το κεφάλι μου μη μου το παρ’ ο Αράπης
και φέρ’ το πάνω στ’ Άγραφα, και διάλεξ’ ένα βράχο
και δώστου το να το φορεί, κορφή του να το κάμει,

να το φορεί, να το βαστά σαν περικεφαλαία.
Έλ’, αδερφέ μου, γλήγορα, γλήγορα να με κόψεις
να πάγω κει ψηλά ψηλά, να φύγω δώθε μέσα,
να ’ρχονται μαύρα σύγνεφα, να ’ρχοντ’ αστροπελέκια
να μου θυμάνε το καπνό, να μου θυμάν τη λάμψη

του τουφεκιού μου π’ ορφανό στα χέρια σου θα μείνει.
Να τ’ αγαπάς, να το φιλείς, να το ’χεις σαν αδέρφι.
Ο Γιώργος εκατάλαβε πως τ’ ανεβαίν’ η θέρμη,
τον άρπαξε στον ώμο του κι απ’ τη σπηλιά πετιέται.
Επήρε τον ανήφορο, στο ξάγναντο προβαίνει,

εξήντα βλέπει Τσάμηδες που τον εκυνηγούσαν.
Κάθε φορά που σίμωναν, έστενε μετερίζι
του Κατσαντώνη το κορμί κι άδειαζε τ’ άρματά του.
Χαρά στη μάνα πὄκαμε παιδιά τέτοια λιοντάρια!
Έτσι κυνηγηθήκανε τα δυο πιστά τ’ αδέρφια,

όσο που βγήκε ο αυγερινός κι αχνίσανε τ’ αστέρια.
Τότε λαβώθηκε βαριά ο Γιώργος στο ποδάρι,
και τους επιάσαν ζωντανούς, στα Γιάννινα τους φέραν.
Και μιαν αυγή στον Πλάτανο, που από μικρό κλωνάρι
εχόντρυνε κι επλάτυνε, βυζαίνοντας το γαίμα,

την ώρα τους την ύστερη, βαριά σιδερωμένα
του Βάλτου, του Ξερόμερου τα δυο θεριά προσμένουν.
Χίλιων λογιώνε σύνεργα, δαυλιά, σφυρί κι αμόνι
σκόρπια στο χώμα βρίσκονται κι εκείνοι τα τηράνε.
Ο Γιώργος σαν κι εδάκρυσε για το γλυκό του αδέρφι.

Του Κατσαντώνη μια ματιά, κι εστρέφεψε το δάκρυ.
Κι εκεί που διηγούντανε τονα τ’ αδέρφι στ’ άλλο
τα περασμένα νιότα τους, την κρύα τη βρυσούλα,
το φόβο του Αλήπασα, του Γκέκα τη λαχτάρα,
έξαφν’ αστράφτ’ ένα σπαθί και γέρν’ ένα κεφάλι:

«Χριστός ανέστη, πλάκωσα!» φωνάζ’ ο Κατσαντώνης
κι ένα φιλί, στερνό φιλί από μακρά τού ρίχνει.
Μες τα κλαριά του πλάτανου, μες τα χλωρά τα φύλλα
σα να ’ταν στο λημέρι της, εκρύφτηκ’ η ψυχή του,
κι εκοίταζε τον αδερφό που τονε μαρτυρεύουν.

Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι
κι αρχίσανε με το σφυρί να τονε πελεκάνε.
Σκλήθρες πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μελούδια·
νεύρα, κομμένα κρέατα σέρνονται σαν ξεσκλίδια,
και κειος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:

Χτυπάτε, πελεκάτε με,
σκυλιά, τον Κατσαντώνη
δεν τον τρομάζει Αλήπασας,
φωτιά, σφυρί κι αμόνι.
Μιαν ώρα πελεκούσανε, τα χέρια τους δειλιάζουν,

οι γύφτοι βαρεθήκανε και το λαιμό του κόβουν.
Ανοιγοκλούσ’ ο λάρυγγας, μαύρο πετά το γαίμα
και μες στον κόκκινό του αφρό, μες στη βραχνή γαργάρα
μισοκομμέν’ ακούονται του τραγουδιού τα λόγια:
Χτυπάτε, πελεκάτε με,

σκυλιά, τον Κατσαντώνη
δεν τον τρομάζει Αλήπασας,
φωτιά, σφυρί κι αμόνι.
Ο πλάτανος, σαν ένιωσε στη ρίζα του το γαίμα,
αλαίμαργα το ρούφηξε να μη το πιει το χώμα,

κι εστοίχειωσε κι εθέριεψε κι άπλωσε τα κλωνάρια
τόσο χοντρά κι ατάραγα και τόσο φουντωμένα,
που τα ’βλεπ’ ο Αλήπασας τη νύχτα στ’ όνειρό του
κι εφώναζε κι ελάμπαζε μην έλθ’ εκείν’ η μέρα
που τα κλαριά του πλάτανου την Πόλη θα πλακώσουν.