«Βλασφημία ἐναντίον τοῦ πνεύματος ἦτον ἡ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια»

 

«Διότι εἶναι Πανολέθριον νὰ μὴ ὁμολογεῖται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα Παράφρων, ἀπ᾿ αὐτῆς ἀκόμη τῆς μακρινῆς ἡμέρας, καθ᾿ ἣν οἱ δύο Μαυρομιχάλαι, ἐμαχαίρωσαν καὶ ἐπιστόλισαν τὸν Καποδίστριαν».
Περικλής Γιαννόπουλος

«Ὁ φιλαλήθης διηγητὴς τῆς συνομιλίας τοῦ Κυβερνήτου μὲ τὸν Μαυρομιχάλη, μοῦ ἐπρόσθεσε ἀκόμη, ὅτι σμίγοντας ὁ νέος τὴν ἡμέραν ἐκείνην φίλον του, τοῦ εἶπε: «Σήμερον ὁ Κυβερνήτης μὲ ἔκανε νὰ ἐντραπῶ». Θεία ἐντροπή, θυρωρὲ πολλῶν ἀρετῶν! Διατὶ νὰ μὴν προφυλάξεις τὸν Γεώργιο Μαυρομιχάλη τὶς 27 Σεπτεμβρίου, καὶ ἀντὶ νὰ σκύψει νὰ φονεύσει τὸν ἄνδρα, νὰ ἤθελε σκύψει νὰ τοῦ φιλήσει τὸ χέρι! ἄξιζαν τὰ χέρια τοῦ πατρός του!
Πλοκὴ σκοτεινὴ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων ἡ συνείδησις τῶν Ἑλλήνων ἂς ὁμολογήσει, ποῖος ἦτον μᾶλλον ἐραστὴς τῆς ἀληθινῆς εὐτυχίας τοῦ Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ὁ φονευμένος, ἢ οἱ σύμβουλοι τοῦ φόνου; Ποῖοι οἱ σύμβουλοι; Κριτὴς Θεὸς τοὺς γνωρίζει. – Δὲν ἐσέβετο, δὲν ὑπολήπτετο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κράτους τὴν οἰκογένειαν τῶν Μαυρομιχαλαίων; Ἀλλὰ τὴν ἀντιμάχετο μόνον εἰς θελήματα μὴ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους καὶ μὲ τὰ δίκαια τῆς κοινότητος.

Βλασφημία ἐναντίον τοῦ πνεύματος ἦτον ἡ δολοφονία τοῦ Κυβερνήτου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν βλάσφημον ἁμαρτίαν δὲν εἶναι ἄλλη χειρότερη καὶ ἀενάως τιμωρούμενη. Δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα ποὺ ἐγέννησε, σώζει καὶ φιλιώνει τὰ πάντα, πηγὴ ὑγείας καὶ κάλλους, σύνθρονος Θεοῦ. Καταστρέφεται ἡ κτίσις, μιαίνεται ἡ κοινωνία, ἂν λείψει ἡ ἁγιοσύνη τοῦ πνεύματος. Παραστάτης τῆς χάριτος τοῦ νοὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπαινέθη ἀπὸ εἰδήμονας ὁ τριετὴς Κυβερνήτης! Ἦλθε εἰς τὰ 1828, ἐφονεύθη εἰς τὰ 1831. – Σύντομον, αἰφνίδιον ἔργον ὁ σκοτωμὸς ἀόπλου ἀνδρός· ψιλὴ ἡ κλωστή, τὸ μαχαίρι κοφτερό, ἀλλὰ δυσκολοκατόρθωτον νὰ λούσεις τὴν ἀνομίαν, νὰ ἀφανίσεις τὴν δυσφημίαν, νὰ ἀποφύγεις τὰ βασανιστήρια τῆς τιμωρίας. Καὶ ὁ ἄψυχος κόσμος μάχεται συχνά, ἐκδικητὴς τοῦ ἀθώου αἵματος· σὲ καταποντίζουν οἱ βροχὲς καὶ τὰ χαλάζια τοῦ οὐρανοῦ, – σὲ τιμωρεῖ τὸ σπαθὶ τοῦ ἐχθροῦ.

Τὸ συνέδριον τῶν Ἑλλήνων ὡς μνημεῖον καθαρισμοῦ, ὡς δεῖγμα σεβασμοῦ, εὐγνωμοσύνης, ἐψήφισεν ἀνδριάντα εἰς τὸν Κυβερνήτην καὶ δὲν τοῦ ἔγινε ἀκόμη· μὴ κάμετε, μὴ τοῦ στήσετε τὸν ἀνδριάντα· ὧρες ὧρες θὰ βλέπομε νὰ ἀνοίγουν οἱ πληγές του, νὰ τρέχουν αἷμα· ἵδρωτα καὶ αἷμα θὰ ρέει τὸ μαρμαρένιο ἄγαλμα· καὶ ξεύρετε πότε; ὅταν ἡμεῖς μὲ τόσην ἐλεεινότητα ἐσωτερική, καὶ ἐξωτερικὴ ἀνυποληψίαν, παλληκαρευόμεθα νὰ πάρομε κάστρα, χῶρες καὶ βασίλεια, καὶ ἂν συνείδησις καὶ ἀλήθεια μᾶς ξετυφλώνει τὰ μάτια, τότε ἀλλάζομε φύλλο καὶ ὑπερήφανοι νὰ ζητοῦμε διακονιὰ ἀπὸ ξένους δυνατούς. – Αὐτὰ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἔμφρονος ἀνδρὸς εἶναι μαρτύριον βαρύτερο ἀπὸ τὸ μολύβι τῶν Μαυρομιχαλαίων. – Τινὲς λέγουν, καὶ δὲν ἐκστράτευσε ὁ Ἀλέξανδρος τῆς Μακεδονίας μὲ μόνο 35 χιλιάδες στράτευμα καὶ μὲ μισὸ ἑκατομμύριο φράγκα καὶ ἐθριάμβευσε τὴν ἀπέραντον βασιλείαν τῶν Περσῶν; Ναί, ἀλλ᾿ ὁ Ἀλέξανδρος εἶχε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, πνεῦμα· δὲν ἐννοῶ πνεῦμα διαστροφῆς, φθόνου, φόνου, διχονοιῶν, πνεῦμα ρηχὸ ἀτεχνίας, διατὶ ἀπὸ τέτοια πνεύματα εἴμεθα πνευματωδέστατοι· ἀλλὰ πνεῦμα συνέσεως, μεγαλοψυχίας. Ὁ Ἀλέξανδρος εἶχε εἰς τὰ φυλλοκάρδιά του τὴν λατρείαν τῶν παλαιῶν ἡμερῶν καὶ πόθον δόξης· ὅθεν εἰς τὲς πεδιάδες τῆς Τρωάδος ἔστησε γυμνικοὺς ἀγώνας καὶ ἔσυρε χορὸν μὲ τοὺς ὁπλαρχηγοὺς του, γύρω εἰς τοὺς τάφους τῶν ἡρώων, καὶ ἐμακάριζε τὸν Ἀχιλλέα, διατὶ ἔλαβε Ὅμηρον ἐπαινέτην, καὶ ὡς ἕνας τῶν ἡμιθέων ἐκείνων ἐπολεμοῦσε εἰς τὲς μάχες, εἶχε τὴν σοφίαν τοῦ Ἀριστοτέλους, τὴν ποίησιν τοῦ Πινδάρου εἰς τὰ ἔργα του. – Τὸ ἱερὸ θεμέλιον τῆς μεγάλης ἰδέας ἔσταινε μὲ ἀλήθειες ὁ ἀτυχὴς τῶν Ἑλλήνων, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ ἥμισυ τριετίας του ἐκινοῦσε εἰς τὴν ἐπικράτειαν στράτευμα ἐντόπιον δεκατρεῖς χιλιάδες, καὶ πέντε χιλιάδες τακτικό, καὶ πενήντα ὀκτὼ καράβια τοῦ πολέμου, καὶ ἐδημιούργησε εἰς τὸ στενὸ τῆς ὥρας τὸ στρατιωτικὸ σχολεῖον εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν εἰς τὸν Πόρον, καὶ ναυπηγεῖον καὶ ἀγροκήπιον, καὶ τὸ Γυμνάσιον εἰς τὴν Αἴγινα, καὶ ἀλληλοδιδακτικὰ διὰ τὸν λαὸν παντοῦ, φτερὰ ὁσίων ἐλπίδων, καὶ εἰς τὰ χέρια τοῦ ὁποίου τὸ δάνειο θὰ ἄνθιζε, ὡς ἄνοιξη καλῆς χρονιᾶς. Ὁ θεμελιωτὴς τῶν Εὐελπίδων δὲν προόριζε τὸ σπαθί τῶν φιλοπολέμων καὶ εὐπατρίδων νέων, ἀκονισμένο ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην νὰ κοιμᾶται εἰς τὴν θήκην του, ἀλλὰ κράτος ἐσωτερικῶς εὐτυχισμένο, τότε καὶ ὡς ἐκ θείας μοίρας δοξάζεται ἐξωτερικῶς, κρατεῖ ψηλὰ τὴν ἐθνικὴν σημαίαν, καὶ τὴν φέρει νικήτριαν εἰς τὸν κόσμον.

cf80cebfceb9cf8ccf82-ceb5e1bcb6cf87ceb5-cf83cf85cebccf86ceadcf81cebfcebd-e1bc80cf80cf8c-cf84ceaecebd-ceb4cebfcebbcebfcf86cebfcebdceaf

Σοφὴ ἡ τέχνη καὶ ἡ πρόνοια τοῦ ἀνδρὸς ὡς ὅλων τῶν ἀξίων ἀνδρῶν· ἡ 27 Σεπτεμβρίου ἐτσάκισε τὸν φιλόπατρι τεχνίτην, τὸν ἄμισθον ἐργάτην καὶ μετὰ θάνατον ἐδοκιμάσθη καὶ ἐμαρτυρήθη ἐντελέστερα τὸ προορατικό του.

Νυμφίος τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὸ πνεῦμα, ὅταν αὐτὸς ὁ νυμφίος συζευχθεῖ μὲ τὸν Πλάτωνα καὶ Ἀριστοτέλη, τὰ σκῆπτρα τῆς φιλοσοφίας βασιλεύουν τὸν κόσμον, κρατούμενα ἀπὸ χέρια Ἑλληνικά· ὅταν, μὲ τὸν Ἀλέξανδρον, φθάνομεν τροπαιοφόροι ἕως εἰς τὸν Γάγγη ποταμόν· – ὅταν πάλε ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ κάμει διαζύγιον ἀπὸ τὸν εὔμορφον νυμφίον της καὶ σκοταδιάζει ὁ ἥλιος τοῦ ὀρθοῦ λόγου, τότε ἡ αἰχμαλωσία τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς Ῥωμαίους, καὶ εἰς μελίσσι βαρβάρων τῆς Δύσεως, καὶ εἰς τοὺς Ὀθωμανούς, καί, διὰ νὰ μὴ μακρολογῶ τὸ πικρὸν ἡμερολόγιον τοῦ διαζυγίου, εἰς τὲς ἡμέρες μας καῖμε τὰ καράβια μας εἰς τὸν Πόρο μὲ δαυλὸ Ἑλληνικό, σκοτώνομε τὸν Κυβερνήτη, σέρνομεν ὡς ἐγκληματίαν προδοσίας τὸν Κολοκοτρώνη εἰς τὴ γκιλοτίνα, καὶ ἀράζομε τὸν Πάρκερ εἰς τὰ Ἀμπελάκια.

Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου εἶναι τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ διὰ νὰ σὲ λυτρώσει πρέπει νὰ τὸ δοξολογεῖς καὶ νὰ τὸ ἀσπάζεσαι ὡς τὲς εἰκόνες τῶν Ἁγίων εἰς τὲς Ἐκκλησίες. Τὸν μακαρίτην Ἰωάννην Καποδίστριαν δὲν ἀντεπληρώσαμεν μὲ πνεῦμα, ὥστε νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ συνδοξασθοῦμεν ἐμεῖς καὶ ἐκεῖνος».

Γεώργιος Τερτσέτης

«Πεθαίνετε, διότι ἐσκοτώσατε τό: ΠΝΕΥΜΑ. Ἐνόσω δὲν Ἀναστηθῇ καὶ Ἀναστηλωθῇ τὸ ΠΝΕΥΜΑ, ἀδύνατον νὰ ἀρχίσῃ ἡ ὑπάρχουσα: ΖΩΝΤΑΝΗ ΕΛΛΑΣ».

Περικλής Γιαννόπουλος