Η διαλεκτική του Δραγούμη περί κοσμοπολιτισμού (Β’ μέρος)

– Εγώ δεν καταλαβαίνω πως μπορεί κανείς να γίνεται πιο τέλειος άνθρωπος όσο μνήσκει κολλημένος σ’ ένα έθνος.
Και εγώ λέγω πως δεν μπορεί να είναι άνθρωπος όποιος ξεχνά την καταγωγή του, όποιος δεν είναι περήφανος για το δικό του πολιτισμό που είναι ο εαυτός του όλος. Κάθε συνείδηση κάνει τον άνθρωπο πιο άνθρωπο, γι’ αυτό μ’ αρέσει να θυμάται ο καθένας από πού βγήκε, που μεγάλωσε, ποια τριγυρισιά τον έζωσε και τον ανάθρεψε, μ’ αρέσει να διακρίνει κανείς τους δεσμούς του και να τους παραδέχεται χωρίς γκρίνιες, αυτό θα πει ελευτεριά και ανθρωπιά.
– Μα πως μπορεί ο πατριώτης να είναι άνθρωπος τέλειος αφού τις άλλες πατρίδες τις έχει για χειρότερες από τη δική του ;
Αλοίμονο αν κάθε άνθρωπος είχε όλες τις πατρίδες ίσα με τη δική του. Είπαμε πως όλες μοιάζουν, μα η δική του είναι πιο γλυκειά και πλουσιώτερη. Μα κάτι παραπάνω πρέπει να σου πω. Πιστεύω πως μόνο εκείνος που νοιώθει το δικό του εθνισμό μπορεί να νοιώσει καλά και των άλλων τις πατρίδες. Από τους ξένους μ’ αρέσουν όσοι νοιώθουν πως όλα τα έθνη μοιάζουν αναμεταξύ τους, κρατούν ωστόσο την εθνική τους την ψυχή, και το ξέρουν. Όσο και να μας είναι αληθινά αδιάφορη και γνωστή η αίσθηση της πατρίδας, μέσον της όμως μπορούμε και καταλαβαίνουμε τα έθνη, και από τα έθνη τον άνθρωπο. Έτσι εννοώ τον κοσμοπολιτισμό εγώ. Μονομιάς δεν μπορώ, όπως είμαι καμωμένος, να φτάσω στην έννοια της ανθρωπότητας, χρειάζονται στάδια πολλά στο μεταξύ. Πρώτα πρέπει να νοιώσω τον εαυτό μου όπως όπως, μόλις τον αναλύσω καλά θα νοιώσω βαθύτερα και το έθνος μου, από το έθνος μου φτάνω στα άλλα έθνη, έπειτα ξαναγυρίζω στον εαυτό μου και βλέπω την ανθρωπότητα. Όσοι λεν πως είναι κοσμοπολίτες και δεν περνούν απ’ όλ’ αυτά τα στάδια, πολύ λαφρειά το παίρνουν το ζήτημα και δεν μπορεί να νοιώθουν την ανθρωπότητα. Επειδή γενικεύουν, φαντάζονται πως νοιώθουν κάτι, μα είναι τόσο εύκολο να γενικεύει κανείς, το λογικό μας συνήθως δεν κάνει και τίποτε άλλο. Μπορεί να είναι και κουρασμένοι από κάθε σκέψη και πράξη, και από τεμπελιά γίνονται αδιάφοροι και λέγονται κοσμοπολίτες.

– Αρχίζουν να μ’ αρέσουν οι πατρίδες όπως μου τις εξηγείς, γιατί φαντάζομαι πως και οι αρχαίοι Έλληνες έτσι ένιωθαν την πατρίδα τους, αν και όλους τους άλλους λαούς τους έλεγαν βαρβάρους.
– Οι Έλληνες πάντα έτσι ένοιωθαν την πατρίδα και τον κοσμοπολιτισμό. Ο Ελληνισμός αφότου φανερώθηκε στον κόσμο δε γυρεύει να φτειάσει στενοκέφαλα εθνικά έργα, παρά έργα ανθρώπινα, αλλά για να τα καταφέρει στερεόνεται πρώτα καλά μέσα στην πατρίδα του. Και ονομάζει τους άλλους λαούς βαρβάρους μονάχα για να μην τους μιμηθεί πάρα πολύ και χάσει την πρωτοτυπία του μαζύ με την περηφάνεια του για τη δική του την ψυχή, για τον πολιτισμό του, αφού αυτός ο πολιτισμός του ίσα ίσα είναι η δύναμη που δημιουργεί έργα ανθρώπινα.
– Ώστε καλό είναι να πολεμούμε Τούρκους και Βουλγάρους ;
– Και Φράγκους. Εμείς ποτέ δεν θελήσαμε να πνίξουμε άλλα έθνη. Αυτά όμως τα έθνη που πολεμούν να μας καταπιούν τα μαχόμαστε, και μ’ όλο το δίκιο μας. Την ώρα τούτη που σου μιλώ είμαστε, μείς οι Έλληνες, τυραννισμένοι γιατί το έθνος μας βρίσκεται σε κίνδυνο. Πρέπει να ξεφορτωθούμε το βάρος αυτό και μόνο αφού το ξεφορτωθούμε θα μπορέσουμε να απλωθούμε ελέυτερα, να φουντώσουμε, να πλάσουμε κάτι δικό μας, και ανθρώπινο. Όσο δεν το βγάζουμε το βάρος αυτό αποπάνω μας τίποτε καλό δεν γίνεται να καταφέρουμε. Όσο οι γύρω μας άνθρωποι είναι στενοχωρημένοι, κακομοιριασμένοι, ταραγμένοι, και δεν ξέρουν τι θέλουν και βαλτόνουν και πελαγόνουν, πως εγώ να είμαι ήσυχος, πώς να δημιουργήσω τέχνη, αφού δεν είναι τέχνη γύρω μου ; Αν τώρα χρειαζόταν τέχνη, θα ήταν. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να πολεμήσουμε κείνους που μας επιβουλεύονται είτε με τα όπλα τους είτε με τον παραγινομένο πολιτισμό τους. Ο πόλεμος θα μας κάνει πιο ανθρώπους, θα μας λυτρώσει και από τους εχθρούς και από τον ξεπεσμό. Η ειρήνη μας χαλαρόνει και βαλτόνουμε κάθε μέρα περισσότερο σε μια σαπισμένη λιμνοθάλασσα.

– Τους αγαπάς τους ‘Ελληνες.
– Τους αγαπώ, ή δεν τους αγαπώ; Δεν ξέρω. Απ’ όλους τους λαούς της γης αυτούς μονάχα αγαπώ, κάποτε με πάθος, κάποτε ψυχρά. Άλλοτε πάλι τους μισώ γιατί δεν είναι τώρα άξιοι για καλλίτερα έργα. Αλλά και το μίσος αυτό θα είναι αγάπη.
– Δεν αξίζει να τους αγαπάς. Αν ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, μάλιστα. Μα εμάς, δεν βλέπεις οι ξένοι πως μας μισούν και πως μας κοροϊδεύουν ;
– Οι αρχαίοι πέθαναν. Εγώ δεν καταγίνομαι με τα πτώματα. Όσο για τους ξένους, δεν είμαι γω για να τους εξηγώ το έθνος μου. Ας το κάμουν άλλοι, σα θέλουν, ή ας μην το κάνεις κανείς, το πράμα διαφέρει. Εγώ είμαι για να δουλέψω με το έθνος μου και μέσα στο έθνος μου. Αν είμαι φιλόδοξος, η δόξα μου θέλω να είναι ένα με την δόξα του έθνους μου. Ό,τι βγάλω θα είναι δικό μου και δικό του. Και οι ξένοι ας μας κρίνουν, αδιάφορο με τι τρόπο. Βέβαια δε θα βιαστώ εγώ να πάγω να δικαιολογηθώ σ’ αυτούς, ούτε θα τους εξηγήσω τίποτε για το έθνος μου.
– Μα με την τυφλωμάρα σου αυτή δυναμόνεις τις κακίες και τα ψεγάδια της φυλής. Πρέπει να διορθωθούμε.
– Άκουσε. Θα ζήσω μέσα στους Έλληνες, αφού ανάμεσά τους γεννήθηκα, και θα κρατήσω τον εαυτό μου αλύγιστο και διαφορετικό απ’ αυτούς. Έτσι θα τους επηρεάσω ίσως. Ησυχία δεν έχω, παντρεμένος δεν είμαι, και ούτε φρόνιμος, επειδή γνωρίζω καλά κάθε φράγκικο πολιτισμό, δε φραγκοφέρνω. Τα νέα της ημέρας σπάνια με ταράζουν και οι κρίσες των ανθρώπων το ίδιο. Είτε θέλοντας είτε μη, αισθάνομαι, αισθάνομαι τον εαυτό μου ένα με τους ανθρώπους του έθνους μου. Μου μιλούνε και τους μιλώ ελεύτερα, δουλεύουμε κάποτε μαζύ δε γίνομαι σαν κι αυτούς και όταν τύχει τους λέγω λόγια σκληρά και δυνατά. Είμαι σύντροφός τους, αλλ’ από μακρύτερα όμως. Μικρότερος σαν ήμουν βαστιόμουν λιγάκι, από το φόβο μη χαθώ μέσα στην καταβόθρα. Τώρα που ένοιωσα πως δεν μπορώ να χαθώ σε κανένα βάραθρο ξεθάρρεψα και δε βαστιέμαι πια. Ρίχνομαι άφοβα σ’ όλα τα βάραθρα και μένω πάντα διαφορετικός από τους τριγυρινούς μου. Δεν σκορπίζω τη δύναμή μου, συμπυκνόνω τον εαυτό μου. Όσο δυναμόνει, τόσο και ξεβάφει επάνω στους άλλους. Εγώ δε χάνω τίποτα, το εναντίο, κερδίζω. Και τους άλλους τους χρωματίζω ίσως λιγάκι.

– Ό,τι και να λες έχεις πίστη εθνική.
– Ίσως. Αγάπησα τη φυλή μου όταν είδα πως γεννήθηκα σαν ανθός από μέσα της, συμπύκνωμά της. Την αντιπροσωπεύω όλην, τα όνειρά της είναι όνειρά μου και οι ελπίδες μου οι ελπίδες της. Αν έχασε την ελπίδα της θα της δώσω τη δική μου, και πάλι απ’ αυτήν θα πάρω ελπίδα εγώ, αν απελπιστώ. Αν δεν έχει τώρα ιδανικό ή όνειρο κανένα η φυλή μου, θα της δώσω τα δικά μου όνειρα και ιδανικά, και πάλι όμως τη δύναμη για να τα πλάσω τα όνειρά μου και τα ιδανικά μου μέσα της θα τάβρω. Αν κουράστηκαν τα μάτια της και δεν βλέπουν, και δε διακρίνει τι δυνάμεις έχει μέσα της, θα τις δείξω εγώ, αφού εγώ με τα δικά μου μάτια βλέπω και τις διακρίνω. Αν φόβος την πήρε, θα της δανείσω την αφοβία τη δική μου. Ό,τι της λείπει θα της το δώσω εγώ, και πάλι ό,τι μου λείπει εμένα, από κείνη θα το πάρω. Γιατί είμαστε ένα. Λαχταρώ πάντα να της μεταγγίζω κάτι δικό μου και απ’ αυτήν να παίρνω κάτι άλλο, σαν ηλεκτρισμό….
– Περίεργο, μου ξυπνάς εικόνες που ποτέ δε μου είχαν έρθει στο νου πρωτήτερα. Είχε ξεραθεί η έννοια της πατρίδας μέσα μου, από το πολύ ν’ ακούω τη λέξη.

Μα αν δεν μπορείς να πιστέψεις στις πατρίδες, μπορείς, όμως, αν είσαι σωστός άνθρωπος, να μένεις πιστός στη δική σου την πατρίδα και να μην ντρέπεσαι. Και αυτό λέγεται πίστη. Εδώ στην ερημιά και στη νεκρική ησυχία έχεις καιρό να τα συλλογιστείς όλα αυτά. Εγώ πηγαίνω να ανακατωθώ πάλι με τους ανθρώπους της φυλής μου, να ρίξω όλη μου τη δύναμη στο βάραθρο που λέγεται έθνος, να ξοδέψω τη ζωή μου, νοιώθοντας βαθειά τη φυλή μου, με λύπη, με ενθουσιασμό, με βαρεμό ή με απελπισία. Και αν είναι για να χαθεί η φυλή μου, πάλι χαρούμενος θα είμαι. Την αγαπώ τόσο που δέχομαι να πεθάνει για να νοιώσω την ηδονή του θανάτου της. Τίποτε στον κόσμο δεν είναι για να το λυπάται κανείς επειδή πεθαίνει. Τέτοιος μπορώ να είμαι, ή πρόβατο άκακο στο κοπάδι των ανθρώπων που με περιτριγυρίζουν, ή νικητής τους. Τρίτο καταφύγιο δεν ξέρω παρά μόνο τη ζωή στην ερημιά. Μα μοναχός για πάντα δεν μπορώ να μείνω, η τεμπελιά δεν μου φτάνει ούτε η σκέψη μοναχή. Θέλω και το προσφάγι της, την ενέργεια. Και την εικόνα του θανάτου την έχω πάντα κοντά μου για να μου σπιρουνίζει τον πόθο της ζωής. Ο θάνατος είναι για τους ζωντανούς φάρμακο μεθυστικό που όλο ξυπνάει μέσα τους τη λαχτάρα της ζωής. Είναι το προσάναμά της.
– Μα εγώ που είμαι πεθαμένος τι να πώ ;
– Άφησε. Μη μιλείς πια. Την ψυχή σου την έχω μέσα μου εγώ που είμαι ζωντανός και πατριώτης σου.

Η μορφή του χάθηκε και δεν την είδα πια.