Η διαλεκτική του Δραγούμη περί κοσμοπολιτισμού (Α’ μέρος)

Ο Ίων Δραγούμης σημείωνε στα Φύλλα Ημερολογίου του στις 18 Μαρτίου του 1919:

18 Μαρτίου 1919

Τι είμαι; εθνικιστής; κοινωνιστής; ολ’ αυτά, αλλά προπάντων άνθρωπος.

Σ’ ένα άρθρο στην Humanite o Anatol France λέει «Si l’ onaime pas l’ humanite on ne saurait aimer vraiment sa patrie qui en est un membre qu’ on n’ en peut detacher sans le faire saigner, souffrir et mourir».
Νομίζω πως το αντίθετο είναι σωστότερο και βαθύτερο για έναν άνθρωπο που ξεσκαλίζει τον εαυτό του πιο προσεκτικά. Δηλαδή όποιος δεν αγαπά πρώτα την πατρίδα του δεν μπορεί να αγαπά αληθινά την ανθρωπότητα. Όποιος δεν αγαπά τον εαυτό του, δεν αγαπά αληθινά τους άλλους. Και ο Χριστός είχε πάλι δίκαιο που είπε: «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Εύκολο είναι να πεις: «Εγώ αγαπώ την ανθρωπότητα, εγώ είμαι πρώτα άνθρωπος και έπειτα Γάλλος ή Έλληνας». Αλλά βαθύτερο είναι να αισθανθείς ότι είσαι πρώτα Γάλλος ή Έλληνας και έπειτα άνθρωπος.Και μάλιστα η λέξη aimer η αγάπη δεν έχει τη θέση της εδώ. Το ζήτημα είναι να νοιώσεις, de sentir et de comprende την ανθρωπότητα, και για να τη νοιώσεις πρέπει να έχεις νοιώσει τον εαυτό σου και για να νοιώσεις τον εαυτό σου πρέπει να έχεις νοιώσει την πατρίδα δηλαδή το έθνος σου, την κληρονομικότητά σου, την καταγωγή σου. (Δες «Σαμοθράκη» κεφ. «Νεκρικός διάλογος» σελ. 112 – 126)

Ακολουθεί το κείμενο από το βιβλίο «Σαμοθράκη» με τίτλο κεφαλαίου «Νεκρικός διάλογος»:

Και τρίτη φορά πήγα στο Μετόχι, πάλε απόγεμα. Η σιγαλιά εκείνης της μεριάς άφινε τις σκέψες μου και ξανοίγουνταν. Πάλι δεν ήταν ο καλόγερος εκεί, είχε πάει στα βορεινά χωράφια του μετοχιού. Μα έλειπε και ο Αυξέντιος που ξ΄πεχασε ως τόσο να λύσει το φύλακα του μετοχιού, το μαντρόσκυλο, από το δέντρο που ήτανε δεμένος. Και μόλις με είδε πετάχτηκε από χάμω, χύμιξε να με αρπάξει, κόντεψε να πνιγεί από την αλυσσίδα που ήταν δεμένος, μου έδειξε πολλά δόντια του, και γαύγισε, γαύγισε ως ότου έφυγα και δε μ’ έβλεπε πια κι ουδέ με γρηκούσε. Πήγα και κάθησα σε μια πέτρα μακρειά από το μετόχι κ’ έβλεπα τη θάλασσα. Και μου συνέβηκε τότε κάτι παράξενο που θα το θυμούμαι όσο ζω. Μου φάνηκε πως ήρθε και κάθησε κοντά μοθυ ο Φαρδύς, εκείνος ο διαλεκτικός, ενώ ήταν από χρόνια πεθαμένος, καθώς ήξερα καλά. Και μου μίλησε έτσι
– Τι νέα μας φέρνεις από την Ελλάδα, ξένε ; Διψώ να μάθω. Ξέρεις, εγώ δεν είμαι χυδαίος άνθρωπος σαν αυτούς εδώ πέρα, είμαι γραμματισμένος.
– Α, χαίρομαι πολύ.
Του αποκρίθηκα χωρίς να ξαφνιστώ καθόλου, σα να τον γνώριζα από πολλά χρόνια και σα να μην ήξερα πως ήταν πεθαμένος. Και έπειτα είπα
– Τι νέα ; Να, τα ίδια. Όλα μου φαίνονται παλιά εμένα. Τα καινούρια θα είναι εκείνα που εμείς θα φτειάσουμε ή τα παιδιά μας. Εσύ σαν τι καινούριο θέλεις να μάθεις ;
– Να, λένε πως δε στέκεται καλά η κυβέρνηση, θα παραιτηθεί το υπουργείο.
– Α, σε μέλει πολύ για το υπουργείο ; Δεν το ήξερα. Εμένα δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου, είναι καθημερινές ψιλοκοπιές της πολιτικής μας. Εδώ στην ερημιά που βρίσκεσαι δεν κατάφερες να καταργήσεις και το κράτος και την κυβέρνηση ;
– Ναι, συχνά μου ήρθε στο νου η ιδέα του κοσμοπολιτισμού και κάμποσες φορές στοχάστηκα πως είναι περιττοί οι πόλεμοι και δεν ταιριάζει να σφάζονται άνθρωποι αναμεταξύ τους. Όλοι ένα δεν είμαστε; Έπειτα πόσα χρήματα χάνονται στους πολέμους και πόσες ζωές ! Γιατί δεν σβύνουμε τα σύνορα των εθνών;
– Σα να ήταν γραμμένα με κιμωλία σε κανένα μαυροπίνακα, ή με ραβδί στην άμμο. Αν ήτανε στο χέρι μας…
– Και βέβαια στο χέρι μας είναι. Ας συμφωνήσουν τα έθνη μεταξύ τους να μην πολεμιούνται, κ’ έτσι σιγά-σιγά θα σβύσουν κι αυτά τα ίδια.
– Μα να που δεν το θέλουν. Όσα είναι κουρασμένα από τον εαυτό τους, ας κοιμηθούν. Μα πάντα μένουν άλλα ξυπνητά, και όσο είναι ξυπνητά η ζωντανάδα τους δεν τ’ αφίνει να ησυχάσουν, παρά τα σπρώχνει αδιάκοπα στην επικράτηση, στην ηγεμονία του κόσμου. Και γίνονται πόλεμοι. Τους Γιάπωνες δεν τους περίμενες να ξεφυτρώσουν ζωντανοί στην Ασία.

-Καλά, άφησε τα έθνη και πάρε τα άτομα, που αυτά κάνουν τα έθνη. Παραδέξου πως όλο και πληθαίνουν οι άνθρωποι που θέλουν την ησυχία τους και την καλοπέραση και αδιαφορούν για τους στρατούς και τους πολέμους, για τα έθνη, για τη δόξα, για τη νίκη.
– Και αυτοί είναι οι αδύνατοι και οι κουρασμένοι. Γυρεύουν την ευτυχία. Και ευτυχία γι’ αυτούς είναι ο ύπνος και η ησυχία. Ενώ οι δυνατοί άλλην ευτυχία θέλουν, τους κόπους, τους κινδύνους, τη νίκη
– Δεν ξέρω αν είναι δυνατοί ή αδύνατοι, μα όλο πληθαίνουν αυτοί που λέγω.
– Δεν έκαμα τη στατιστική τους, ούτε την τωρινή ούτε την πρωτητερινή.
– Τουλάχιστο στην Ευρώπη έτσι φαίνεται. Αν γίνεται αλλοιώς σ’ άλλα μέρη της γης, μπορεί, μα και κει με τον καιρό θα καταντήσουν οι άνθρωποι σαν τους Ευρωπαίους.
– Τι με μέλει το θα. Τα μελλούμενα δεν τα ξέρω. Μπορεί να γίνουν έτσι, μα μπορεί να γίνουν κι αλλοιώς. Ποιος ξέρει αν, αντί να επικρατήσουν οι αδύνατοι, δεν επικρατήσουν οι δυνατοί. Τα μελλούμενα τα έχουμε στο χέρι μας, εμείς, μα πρόβλεψες δεν μπορούμε να κάνουμε. Όσο έξυπνοι και να είμαστε δεν ξέρουμε τι θα βγει. Λοιπόν τι νόημα έχει να μας πιέζει η τωρινή κατάσταση- και επομένως οι θεωρίες των τριγυρινών αδύνατων ανθρώπων τόσο, που να φανταζόμαστε πως και τα μελλούμενα, όπως τα σύγκαιρα πράματα, τους ανήκουν. Μπορεί το μέλλον να γίνει των δυνατών.

– Μα πιο σωστός από τις πατρίδες είναι ο κοσμοπολιτισμός.
– Δε το ξέρω. Εγώ μονάχα ξέρω, πως εγώ δεν μπορώ να γίνω κοσμοπολίτης, γιατί ο κοσμοπολιτισμός που, περνώντας από τη λογική μου, φαίνεται σα σωστός, δεν μπόρεσε ακόμη να χωθεί στα κόκκαλά μου και στα νεύρα μου, στην αίσθηση μου θέλω να πω, για να γίνεις δικός μου. Ο κοσμοπολιτισμός για μένα είναι μια παράσταση ξένη. Μόνο με το λογικό μου μπορώ να την νοιώσω, και γι’ αυτό ούτε μια τρίχα του κεφαλιού μου δεν καταφέρνει να αλλάξει. Αίσθημα δικό μου δεν είναι.
– Μα μπορεί να γίνει των παιδιών σου αίσθημα. Οι συγκοινωνίες οι εύκολες, τα βιβλία τα αναρίθμητα, οι γλώσσες που μαθαίνουμε….
– Ναι, τα ξέρω αυτά. Ίσως να είναι έτσι. Θα πρέπει να τα πάρω από μικρά στο Παρίσι τα παιδιά μου, να μην τα μάθω τη γλώσσα τους, να μην ακούν τίποτα ελληνικό γύρω τους, δηλαδή να τα αναθρέψω έξω από τη Ρωμιοσύνη και από κάθε πατρίδα, με δασκάλους κοσμοποίτες, σε δέκα γλώσσες, και να τα ταξιδεύω από τόπο σε τόπο όλα τους τα νειάτα. Η θύμηση από τα παιδιάτικά τους χρόνια πρέπει να μην είναι ελληνική, μα ούτε και γαλλική γιατί δεν είναι σκοπός να τα αρπάξω από το βάραθρο μιας πατρίδας για να τα ρίξω σ’ άλλης πατρίδας την καταβόθρα. Αν τα δικά μου τα νειάτα δεν ήταν ελληνικά, ίσως δε θα ήμουν Έλληνας και γω. Η πατρίδα το περισσότερο είναι η θύμηση από τα νειάτα. Έπειτα έρχονται οι κληρονομικές αιτίες και άλλα. Μα πώς να κάνω τα παιδιά μου κοσμοπολίτες αφού εγώ δεν είμαι και αφού δεν αισθάνομαι πως ο κοσμοπολιτισμός είναι καλλίτερος από τις πατρίδες; Να φύγω από κοντά τους και να μην τα ξαναδώ πια, για χάρη του κοσμοπολιτισμού; Είναι περιττό. Ξέρεις λοιπόν πως θα τα αναθρέψω τα παιδιά μου; Θα τα’ αφήσω να γεννηθούν όπου γεννηθούν, θ’ αφήσω τα λόγια μου να πέφτουν επάνω τους όπως τύχει, θ’ αφήσω το παράδειγμά μου και το γύρω κόσμο να τους επηρεάσει όπως θέλει, μονάχα θα προσπαθήσω να ξυπνήσω μέσα τους ο,τι ζωή έχουν, ό,τι δικό του έχουν, αν έχουν τίποτε ιδιαίτερο. Και ας γίνουν ο,τι θέλουν. Μα δεν μπορώ να πάψω εγώ να είμαι Έλληνας, επειδή το θέλει μια θεωρία ή ένα αίσθημα όχι δικό μου παρά ξένο.

– Με τον καιρό όμως θα γίνουν οι άνθρωποι κοσμπολίτες. Τα έθνη είναι σωρός από ανθρώπους που ζουν μαζύ, ανθρωπομαζώματα. Αφότου των ανθρώπων αυτών δεν τους είναι πια και τόσο απαραίτητο να ζουν μαζύ, χάνεται σιγά-σιγά και η αντίληψη πως το έθνος είναι πρόσωπο, και το έθνος γίνεται κουρέλι, διαλύνεται.
– Σε κάθε εποχή μεγάλου πολιτισμού γεννιέται το αίσθημα του κοσμοπολιτισμού από την εθνική ή την πολιτική κούραση. Και οι Ρωμαίοι στον καιρό του προχωρημένου πολιτισμού τους έλεγαν «Ubi bene ibi patria». Και κείνον τον καιρό θα βρίσκουνταν μερικοί που θα έλεγαν αυτά που λες και συ ύστερα από τόσους αιώνες. Οι θεωρίες σου δεν είναι ούτε καν καινούριες. Όμως ύστερα από τους ρωμαίους ήλθαν και άλλα έθνη και έζησαν και πολέμησαν αναμεταξύ τους και τα εχώρισαν σύνορα κρατών. Πως ο κοσμοπολιτισμός είναι μονάχα ένα από τα φαινόμενα κάθε πολιτισμού, δεν το βλέπεις;

– Είσαι πατριώτης, μπράβο σου.
– Σ’ ευχαριστώ, αλλά «πατριώτης» δεν είμαι. Πολλοί με λεν έτσι, και άλλοι θα με ονομάζουν ίσως «φιλόδοξο». Μα δε με μέλει. Αν πήγαινα τώρα στη Μακεδονία να παλέψω με τους Βουλγάρους θα έλεγε ο κόσμος : «Τι πατριώτης !» Όμως δε θα πήγαινα από φιλοπατρία στη Μακεδονία, και είναι τόσο μπερδεμένες οι αιτίες που με αναγκάζουν να ενεργώ σε κάθε περίσταση έτσι ή αλλιώς, που δεν μπορώ να τις ξεδιαλύνω, και χαίρομαι γι’ αυτό. Αισθάνομαι όλο τον πλούτο και τα ακατανόητα και μπερδεμένα ελατήρια της ζωής. Μ’ αρέσει να μη δύνομαι να εξηγήσω καλά καλά μια πράξη μου. Χάνεται ο πλούτος των αιτιών, όταν προσπαθώ να τις εξηγήσω. Τι φτωχή που είναι κάθε εξήγηση και τι πλούσια η ζωή ! και δροσερή, και ζουμερή και ανεξάντλητη, άναρχη και ατελείωτη, απεριόριστη, ανυπολόγιστη, μυστική, τρίσβαθη, αναρχική και ανεξήγητη, γεμάτη μύθους και προβλήματα, ειρωνική και σκληρή, τρελλή, μεγαλόδωρη και αδιάφορη, ανοιχτοχέρα και κακή…

– Λοιπόν γιατί θα πήγαινες στην Μακεδονία, αφού η ζωή είναι τόσο πλατειά και πλούσια, και αφού δεν τη στενεύεις με πατριωτικές στενοκεφαλιές ;

– Σε κάποιον κάμπο, τριγύρω κλεισμένον με σύνορα, που τον λεν οι άνθρωποι πατρίδα, εκεί γεννήθηκα, εκεί είναι θαμένοι οι πατέρες μου, εκεί από μικρός ανατράφηκα και μεγάλωσα. Κάθε θύμηση του κάμπου αυτού είναι δική μου θύμηση. Τα νειάτα μου είναι μια θύμηση βαθειά και στερεά που δυναμόνει μέσα μου την πατρίδα. Στον κάμπο αυτόν βρέθηκα και μένω, πότε γερός και πότε άρρωστος. Στον κάμπο αυτόν περπατώ, τρέχω, περιδιαβάζω, χαίρομαι, στενοχωριούμαι, ταράζομαι και βαρυούμαι, και κοιμούμαι. Σ’ αυτό τον κάμπο λιάζομαι και ζεσταίνομαι, ή κρυόνω και βρίσκω σπηλιές για να χωθώ και ρούχα για να ντυθώ, ή ίσκιους στα σύδεντρα, και δροσερά νερά. Επειδή είναι ανάγκη να κουνιούμαι, στον κάμπο αυτόν κουνιούμαι, με δρασκελιές μικρές ή μεγάλες και ανακατόνομαι σε ανθρώπινα καμώματα για να ταράζομαι περισσότερο και έπειτα να καθαρίζομαι, να βγαίνω σαν το χρυσάφι από την φωτιά. Τι άλλο είναι η πολιτική για μένα παρά ένα καθαρτικό ; άλλοι Είναι κι κάμποι στην γη επάνω, μα που αλλού, ποιος άλλος κάμπος είναι πιο στολισμένος με θύμησες παλιές και νέες ; Ποιος άλλος κάμπος είναι πιο παρδαλός, πιο ζωντανός, πιο πλούσιος σε γραμμές και ίσκιους και δροσίες, και χώματα, παλάτια και όνειρα ; Γιατί να διαλέξω άλλον κάμπο ; Είναι και η γη ολάκερη κάμπος, μα επειδή είναι πάρα πολύ μεγάλος για τον κάθε άνθρωπο, βάζει ο καθένας σύνορα ως εκεί που φτάνει το μάτι του, και μέσα στα σύνορα αυτά ζει με τους τριγυρινούς του που, με το να ζουν πολύν καιρό μαζύ του στον ίδιο κάμπο, γίνηκαν συγγενικοί του. Αφού υπάρχει η πατρίδα μου –την έχω ζωντανή μέσα μου- γιατί να μην την προτιμήσω από όλες τις άλλες πατρίδες; Το να ζω μέσα στο έθνος μου δε θα πει πως είμαι πατριώτης. Ζω όχι για το έθνος μου, αλλά μέσα στο έθνος μου. Γιατί να τα αφήσω ; Όλα τα έθνη μοιάζουν αναμεταξύ τους – ανθρωπομαζώματα – και δεν αξίζει να διαλέξει κανείς, επειδή έτυχε να γεννηθώ μέσα στο ελληνικό το έθνος και τυχαίνει να είμαι και περήφανος, του μένω πιστός.

– Μα εγώ δεν σου λέγω ν’ αλλάξεις πατρίδα, σου λέγω να γίνεις κοσμοπολίτης. Ποιος σου είπε να διαλέξεις άλλο έθνος ;
– Το ίδιο κάνει. Το ένα φέρνει τα’ άλλο. Εγώ δε θα κοπιάσω να βγω από το έθνος μου, με κουράζει ο κόπος αυτός, όπως με κουράζει και το να έχω αδιάκοπα το νου μου στο έθνος μου. Ό,τι και να γίνει νοιώθω πως δεν έχει να βγω από το έθνος μου, λοιπόν τι ανάγκη να το συλλογίζομαι ; Εγώ είμαι, και πρέπει εγώ να απλωθώ όσο παίρνει και δε λογαριάζω το έθνος μου, παρά το πολύ για όργανό μου, αφού είναι και αποκούμπι μου. Ακουμπώ επάνω του για να ξεπετάξω τα κλαριά μου. Μ’ αρέσει να χω μέσα στο έθνος μου για τον εαυτό μου, και ακουμπώντας επάνω του να γίνομαι πιο άνθρωπος, δηλαδή κάτι περισσότερο ή τελειότερο από τον άνθρωπο.
– Ώστε ξεχνάς και συ πως είσαι Έλληνας και νοιώθεις μονάχα πως είσαι κάτι ζωντανό, ίσως άνθρωπος.
– Και όταν δεν έχω συνείδηση του έθνους μου, πάλι, θέλοντας και μη, Έλληνας είμαι, και η ζωή μου μνήσκει ελληνική. Μα άλλο λέγω, ότι χωρίς ν’ αφήσω το έθνος μου μπορώ να γίνω πιο άνθρωπος, ούτε θα μ’ εμποδίσει ποτέ το έθνος μου να είμαι άνθρωπος ή να γίνω πιο άνθρωπος, να κάνω σκέψες αιώνιες, ίσως και αντεθνικές, ίσως και διαλύτικές, κάθε κοινωνίας, ή να θαυμάζω ξένους πολιτισμούς και ξένες πατρίδες.
– Και αν μ’ αυτά βλάφτεται η πατρίδα σου ;
– Μπορεί η ζωή μου να βγει χρήσιμη για το έθνος μου. Αν όμως βγει και βλαβερή δε φταίω εγώ. Μα πιστεύω πως δεν μπορώ να βλάφτω το έθνος μου, όσο έχω συνείδησή του και θέλω να μείνω Έλληνας. Όσο είμαι τέτοιος, όλες οι σκέψεις μου υποτάζονται σε κάποια πειθαρχία.

συνεχίζεται…