Τρεις γενεαί – Ιωάννης Πολέμης

Τρεις γενεαί

Γενιά, ποὺ χρόνους καὶ καιροὺς εἶχες πιστὰ συντρόφια
στὰ κορφοβούνια τοὺς ἀιτούς, στὰ πέλαγα τοὺς γλάρους,
κι ἀπὸ τῆς κούνιας τὸ φιλὶ κι ὡς τὸ φιλὶ τοῦ τάφου
διπλὴ λαχτάρα σ’ ἔθρεψεν: ἡ Πίστη καὶ ἡ Πατρίδα!
Καὶ σύ, γενιά, ποὺ ἐβλάστησες στὸ γέρικο κορμό της
καὶ δὲν ψηφᾶς, φθινόπωρο τὰ φύλλα σου νὰ ρίξη,
γιατὶ τὰ μαρμαρόδεσε μαρμαροχέρα ἡ Δόξα!
Καὶ σύ, γενιὰ νιοφτέρουγη, δειλὸ ξεπεταρούδι,
ποὺ παραιτώντας τὴ φωλιὰ πετᾶς ὁλόγυρά της,
γιὰ νά ᾽σαι πάντοτε κοντὰ στῆς μάνας σου τὰ χάδια!
Ὤ τρεῖς γενιὲς καλότυχες καὶ χρονοκαταλύτρες,
ἡ χθεσινὴ κι ἡ σημερνὴ κι ἡ αὐριονή, σᾶς εἶδα
τὶς τρεῖς μαζὶ στὸν ὕπνο μου, στὴν ὑπνοφαντασιά μου.
Λαγκάδια, βράχοι καὶ βουνὰ καὶ πέλαγα καὶ κάμποι,
σὰν νά ᾽χαν σμίξει ὅλες μαζὶ τὶς χάρες των καθένα
κι ἔκαναν κάτι ἀγνώριστο, σὰν ἔξω ἀπὸ τὴν πλάση.
Κι ἐκεῖ – ξάστερο τ’ ὄνειρο – κι οἱ τρεῖς γενιὲς ἀνταμα
τριπλὸ τραγούδι ἐλέγανε, τριπλὸ χορὸ εἶχαν στήσει.
Κι ἔλεγ’ ἡ χθεσινὴ γενιὰ μὲ μιὰ φωνὴ καθάρια:
– Ἤμαστε κάποτε κι ἐμεῖς καὶ νιοὶ καὶ παλληκάρια,
κι ἂν σκλάβοι ἐγεννηθήκαμε, δὲν εἴμαστε καὶ δοῦλοι.
Τὸν ὕπνο δὲ χορτάσαμε· τὴ νύχτα καραούλι,
τὰ ξημερώματα χορὸ καὶ τὴν ἡμέρα μάχη
ἀπὸ κλεισούρα σὲ γκρεμὸ κι ἀπὸ κορφὴ σὲ ράχη.
Ὡς ὅτου πιὰ μὲ τὸ αἷμα μας, ποὺ χύνονταν πλημμύρα,
τὸ σάβανο τῆς Λευτεριᾶς τὸ κάναμε πορφύρα,
κι ἀφοῦ τὴν ἀναστήσαμε σ’ ἄφθαστο μετερίζι
μὲ τὸ νερὸ τ’ ἀθάνατο, ποὺ ἡ Πίστις ἀναβρύζει,
κορόνα της φορέσαμε στ’ ἀχτινωτὸ κεφάλι
κορόνα, ποὺ ὀμορφότερη στὸν κόσμο δὲν εἶν’ ἄλλη.
Ζαφείρια τὴ στολίζουνε καὶ τὰ ζαφείρια ἐκεῖνα
ἔχουν μπριλάντι ἡλιόφωτο στὴ μέση, τὴν Ἀθήνα.
Κι ἔλεγ’ ἡ σημερνὴ γενιὰ μὲ μιὰ φωνὴ καθάρια:
– Εἴμαστε σήμερα κι ἐμεῖς καὶ νιοὶ καὶ παλληκάρια.
Σκλάβοι δὲ γεννηθήκαμε σὲ θλιβερὰ κρεβάτια,
στ’ ἄπλετο φῶς τῆς Λευτεριᾶς ἀνοίξαμε τὰ μάτια.
Ἡ ξενοιασιὰ μᾶς ἔριχνε τὰ δολερά της βρόχια.
Γοργὰ ξεχνοῦν οἱ νιόπλουτοι τὴν πρωτινή τους φτώχεια.
Πρωτότοκοι τῆς Λευτεριᾶς καὶ πρῶτοι κληρονόμοι,
γοργὰ κι ἐμεῖς ξεχάσαμε πὼς μένουν κι ἄλλοι ἀκόμη.
Ὡς ὅτου ἀκούσθη μιὰ φωνὴ καὶ δεύτερη καὶ τρίτη
μεσ’ ἀπ’ τῶν ἅγιω τάφων σας τὴν ἱερὴ κρύπτη.
Ἔτσι στὸ θεῖο πρόσταγμα ποὺ ἔκαμ’ ἡ ψυχή σας,
φωτιὰ ἦταν τὸ ἀνασήκωμα κι ἄνεμος ἡ φωνή σας.
Καὶ νά ἡ γενιὰ ἡ αὐριανή, δειλὸ ξεπεταρούδι,
χορεύει ἀναθαρρεύοντας καὶ τέτοιο λέει τραγούδι:
– Φιλῶ τὸ χέρι σου, παππού, τὸ χέρι σου, πατέρα,
μὰ ἐμεῖς καλύτεροι ἀπὸ σᾶς, θὰ γίνωμε μιὰ μέρα.
Ὅ,τι γενναῖο κι ὅ,τι ἱερὸ στὸ νοῦ μας σᾶς ὑψώνει
θ’ ἀστράφτη ἐμπρὸς στὰ μάτια μας καὶ θὰ μᾶς τὰ θαμπώνη.
Κι ὅ,τι μικρὸ καὶ ταπεινὸ ἢ στὴν ψυχὴ ἢ στὴ σκέψη
κακοὶ καὶ δίσεχτοι καιροὶ σᾶς ἔχουν δασκαλέψει
στὰ θαμπωμένα μάτια μας θὰ χάνεται, θὰ σβήνη,
καὶ δάσκαλός μας κι ὁδηγὸς ἡ νίκη σας θὰ γίνη.
Κι ὅρκο σᾶς κάνομε βαρύ, κι ὅρκο ζωῆς, θανάτου,
πὼς γρήγορα μὲ τὸν καιρό, στὸ γοργοκύλισμά του,
θὰ φέρωμε καὶ μεῖς στερνὸ στολίδι στὴν κορόνα
χρυσὸ δικέφαλον ἀιτὸ νὰ λάμπη στὸν αἰώνα!