Κωστής Παλαμάς: Ο Σκυλογιάννης

Α΄
Ο Σκυλογιάννης, βασιλιάς στης Βουλγαριάς τη χώρα,
άνθρωπος που εμπρός του είν’ αρνιά οι λύκοι,
μαζί μ’ ασκέρι ταιριαστό τρεις μήνες έχει τώρα
που κοιτάει να πάρει τη Θεσσαλονίκη.

Μεγάλον αυτοκράτορα ο Πάπας τονε χρίζει
που της εκκλησιάς του δούλος έχει γίνει.
Είναι το χρίσμα Φράγκικο, μα δεν τον εμποδίζει
μέσα σε κρανίο φράγκικο να πίνει.
Και το κρανίο ήτανε του Βαλδουίνου, πρώτου

Φράγκου βασιλέα μες στην Πόλη· οϊμένα,
την τύχη του βαριόμοιρου και το μαρτύριό του·
δεν το λέει γλώσσα, δεν το γράφει πένα.—
Ο βασιλιάς της Βουλγαριάς μες στη σκηνή του μένει,
κάθεται φορώντας τα χρυσά άρματά του·

γύρω του άγριοι σκοποί κι αρχόντοι φοβισμένοι
καρτερούν να λάβουν τα προστάγματά του.
Απ’ τον πορφυροστόλιστο κι ολόλαμπρό του θρόνο
νά που κατεβαίνει, και μια γνέψη κάνει, —
κι οι βοεβόδαι προσκυνούν και τον αφήνουν μόνο·

φύλακες απέξω στέκουν δυο Κομάνοι.
Δίχως να βγάλει τ’ άρματα ξαπλώθη στο κρεβάτι·
μαύρη νύχτα έξω, και φουρτούνα μαύρη·
αλλά να κλείσει δε μπορεί ο Σκυλογιάννης μάτι,
δε μπορεί τον ύπνο του δικαίου νά βρει.

Μέσα στο νου του οι στοχασμοί σα στρίγλες τριγυρίζουν,
στο κρεβάτι απάνου άγρυπνος κυλιέται,
καμιά φορά απ’ το στόμα του πετούν και τον ξαφνίζουν
βραχνιασμένα λόγια… Νά τί συλλογιέται:
Β΄
—Καρτέρα με στο κάστρο σου νά μπω, Θεσσαλονίκη!

Το πάρσιμό σου —μάθε το— δε θά ειναι μόνο νίκη!
Θα ’ναι για όλους σας, μικρούς, τρανούς, απελπισία,
κατακλυσμός, αφανισμός, Δευτέρα Παρουσία.
Δεν τρέμω τα Εφταπύργια σου κι ουδέ τον Άγιό σου,
κι εκείνον απ’ τον τάφο του θα βγάλω, αλίμονό σου!

Του κάκου μες στα αίματα, σε χώματα σκαμμένα,
σε καπνισμένα λείψανα θ’ αναζητούν εσένα.
Τέτοια κακά σε καρτερούν παντού, Μακεδονία,
παντοτινή του Γένους μας φροντίδα και μανία,
όμως ακόμ’ ανίκητη, παντοτινή Ελληνίδα!

Βουλγάρα να σε κάμουμε του κάκου έχομ’ ελπίδα,
του κάκου σέρνουμε μακριά στα ξένα τα παιδιά σου,
κι όλο Βουλγάρους σπέρνουμε παντού στα χώματά σου!
Μακεδονία! Ελληνική πνοή την ανασταίνει,
κι όσο κι αν λιώνεις το κορμί, μα η ψυχή απομένει.

Αθάνατος ανάμεσα στους κύκλους των αιώνων,
Αλέξανδρε, ω βασιλιά τρανέ των Μακεδόνων,
εσύ η ψυχή της είσ’, εσύ! Παντού είσαι σκορπισμένος.
Κάθε ποτάμι της γοργό, και κάμπος ανθισμένος,
οι λόγγ’, οι χώρες, τα χωριά, κι η πιο κρυφή μεριά της,

ο πιο μεγάλος άρχοντας, κι ο πιο μικρός χωριάτης,
κι όσα ζωή δεν έχουνε κι όσα ζωή βαστούνε,
σ’ έχουν στο νου, σε προσκυνούν, θαρρείς σε καρτερούνε,
κι όταν φουρτούνα ρυάζεται στη χώρα και ξεσπάει,
«Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, κράζουν, περνά και πάει!»

Όμως εγράφτηκ’ από με να σβήσεις μιαν ημέρα
με την Ελληνοπούλα σου ακριβοθυγατέρα!
Δουλεύετε, φωτιά, σπαθί, κρεμάλα, απ’ άκρη σ’ άκρη·
Δε φτάνουν η Ηράκλεια κι η Ραιδεστός και η Μάκρη
να σβήσουν του ξολοθρεμού την πείνα που με τρώει.

Σαν ασκητής την προσευχή, μετρώ στο κομπολόι
τις χώρες που το διάβα μου κάθε φορά ρημάζει,
και σαν τις βρίσκω λιγοστές το ’χω κρυφό μαράζι.
Δε φτάν’ η Βάρνα που βοριάς τής γκρέμισα ώς πέρα
κάστρα και σπίτια κι εκκλησιές και πόλη σε μια μέρα

κι ύστερα πήρα κι έπνιξα μες σε βαθιά χαντάκια
όλους, μεγάλους και μικρούς, γυναίκες και παιδάκια,
ούτε αι Σέρραι πὄκοβα κεφάλια ολοένα,
και ούτε η Φιλιππούπολις είν’ αρκετή σ’ εμένα
Που εμπήκα μες στα τείχη της μ’ ενός θηρίου λύσσα

και κόλαση την έκαμα από φωτιά και πίσσα
κι απόστασα τον κόσμο της μες στη σκλαβιά να σέρνω
και να σταυρώνω απόστασα, βαρέθηκα να γδέρνω.
Ω! πόσες χώρες ξέγνοιαστες ακόμη μ’ αψηφούνε
και πόσοι ακόμα τη ζωή σα μέλι τη ρουφούνε!

Εσύ, που βρέχουν τα νερά του Δρίνου, πρώτη ώς τώρα
εξέφυγες τα χέρια μου τ’ Αδριανού η χώρα!
Α! κι αν πιαστείς στα βρόχια μου φωτιά που θα σε κάψει!
Δε θα μπορεί τα πάθη σου γραμματικός να γράψει.
Μα μόνο τότε θε να πω πως χόρτασα ωστόσο

και τότε μ’ αναγάλλιασμα τα χέρια θα σταυρώσω
και θα γιορτάσ’ η Βουλγαριά την πιο τρανή της σχόλη,
όταν η πόρτα σου η χρυσή, των Κωνσταντίνων πόλη,
διάπλατη ανοίξει να διαβούν τ’ ανίκητά μου ασκέρια
όπου το αίμα σα νερό σκορπούν με τα μαχαίρια.

Τη γη που δεν επάτησε ώς τώρα εχθρού ποδάρι,
που ο μεγάλος Συμεών δε μπόρεσε να πάρει,
κι έχει αψηφήσει κάθε οργή Θεού και κάθε μπόρα,
ντροπή! Φράγκοι τη χαίρονται και Βενετσάνοι τώρα,
και στην Αγία της Σοφιά ακόμα εμείς να μπούμε!

Μεγάλος είσαι βασιλιάς κι αθάνατος, ω Κρούμε,
και είχες για ποτήρι σου βασιλικό κρανίο.
Σε βρίσκω πάντα φοβερό, καμιά φορά θηρίο,
αλλά και δίκαιο μαζί, με καλοσύνης χάρη·
δε σε ζηλεύω! έν’ απ’ τα δυο· ή σφάχτης ή σφαχτάρι.

Τέρβελη πρώτο δοξαστό της Βουλγαρίας στέμμα,
που το χρυσάφι αγάπησες περσότερο απ’ το αίμα,
δε σε ζηλεύω ούτε σε, ω προγονέ του Κρούμου!
Ολέγ! εσένα μοναχά δε βγάζω από το νου μου,
των Ρώσων Τσάρε τρομερέ, ω φάγοσσα του κόσμου,

εσύ είσαι η αγάπη μου, εσ’ είσαι ο δάσκαλός μου.
Όταν στη Θράκη σ’ έβγαλαν της Βαλτικής οι πάγοι,
παγώσαν της Ανατολής τα γαλανά πελάγη
κι οι ηλιοφωτισμένοι της εσκοτιδιάσαν τόποι,
ο Έβρος εκρυστάλλωσε, χιονίστηκε η Ροδόπη.

Της Πόλης της περήφανης τα σιδερένια τείχη,
τα φύλαξε απ’ τα πλήθη σου τ’ ανήμερα η τύχη.
Ακολουθούσανε, Ολέγ, το σκυθικό σου άτι
πάντα για αίμα αχόρταστοι, πάντ’ απ’ αυτό χορτάτοι,
κι όσοι από κείνους γλίτωναν, πεθαίνανε από τρόμο.

Χόρτο χλωρό δεν άφηναν στο φοβερό τους δρόμο,
ζωή που να μη σβήσουνε σα δαίμονες με μύρια
αναπάντεχα κι απίστευτα του σατανά μαρτύρια.
Κι άκουγες τότε στην ερμιά, στη φλόγα, στη νεκρίλα:
«Οι Ούννοι αναστήθηκαν μαζί με τον Αττίλα!»

Ε! ό,τι δεν κατάφερε κανείς, ούτ’ ο μεγάλος
ο Συμεών, ούτ’ ο Ολέγ, ούτε κανένας άλλος,
φτάν’ η δική μου θέληση για να το καταφέρει·
ας είν’ καλά οι Κομάνοι μου· καθένας και ξεφτέρι!
Κι αν είμαι αυτοκράτορας μεγάλος των Βουλγάρων

κι αν ταπεινά με προσκυνούν τα πλήθη των Βογιάρων,
μα δεν αλλάζω ξακουστή της Ταταρίας γέννα,
δέκα Βογιάρους διαλεχτούς μ’ ένα Κομάνο, ένα,
και χίλιους δυο Βουλγάρους μου μ’ εσέ, ω Μαναστρά μου!
Ψυχή των, καπετάνιε των, σπαθί μου, στήριγμά μου!

Ναι! οι Κομάνοι! αυτοί για με κι εγώ για κείνους πάλι.
Όταν τους βλέπω να ξεσπούν, πελάγου ανεμοζάλη,
να πέφτουν μες στον πόλεμο, ν’ αρπάζουν, να σκλαβώνουν,
να καίνε, να σκοτώνουν,
τους σκλάβους να διαλέγουνε, και να φυλάγουν χώρια

τα πλέον ωραιότερα που θα βρεθούν αγόρια
κι απ’ το μαχαίρι ευθύς γοργά γοργά να τα περνούνε
θυσία στους ανήμερους θεούς που προσκυνούνε,
όταν τους βλέπω ύστερα, σαν τελειώσ’ η μάχη,
κι ένα κεφάλι ο καθείς σ’ ένα κοντάρι να ’χει,

και να χορεύουν και τρελό να στήνουν πανηγύρι,
κι ο ένας τ’ άλλου πίνοντας το αίμα στο ποτήρι
τους βλέπω έτσι να δένουνε πιστή αδερφοσύνη,
λέω: για κείνους είμ’ εγώ, για μένα είν’ εκείνοι!
Μ’ αυτούς στην Πόλη θε να μπω, και με τους κεραυνούς των!

θε να ντυθώ την άλικη χλαμύδα των Αυγούστων,
και με το στέμμα θα φανώ το μαργαριταρένιο
στ’ αμάξι το βασιλικό και το μαλαματένιο
που άσπρες μούλες θα τραβούν· στο διάβα μ’ όλοι εμπρός μου
θα πέφτουν χάμου· θ’ ακουσθώ στα πέρατα του κόσμου,

κι ο Κομνηνός κι ο Λάσκαρης, τ’ αφεντικό ζευγάρι,
οπού καθένας καρτερά για νύφη του να πάρει
την κόρη την επτάλοφη, και τρέμει μην τη χάσει
κι ανοίγει χέρια ερωτικά για να την αγκαλιάσει,
θα ιδούν πως είναι χαμηλοί για τον ψηλό της θρόνο.

το περιστέρι επλάσθηκε για το γεράκι μόνο!
Θα ξαφνισθείς στο μνήμα σου πικρά, Βουλγαροκτόνε,
εσύ που ακόμα οι νίκες σου τα σωθικά μου τρώνε!
Τη Βουλγαριά την έπνιξες στα δάκρυα και στο αίμα,
μες στη φωτιά τής έλιωσες το ακριβό της στέμμα

και το δικό σου εστόλισες με όλα του τα πλούτη.
Μα παν εκείνοι οι καιροί, και τώρα ήρθαν τούτοι!
Κάθε Βουλγάρικη αρχοντιά και νιότη διαλεγμένη
μες στο χρυσό αμάξι σου την έσυρες δεμένη,
και βασιλόπουλα χλωρά, γλυκιές βασιλοπούλες

σ’ επροσκυνήσαν σκλάβοι σου, σ’ ακολουθήσαν δούλες,
και του λαού σου επάτησε με λύσσα το ποδάρι
το νικημένο κι άψυχο της Βουλγαριάς λιοντάρι.
Χα! Χα! μα δεν εγνώριζες μια μέρα εσύ με ποιόνε
θε να ’χες να λογαριασθείς νεκρός, Βουλγαροκτόνε!

Θα πληρωθεί του Γένους μου περίσσια η ατιμία
κι η χώρα σου η απέραντη απέραντη ερημία
θα γίνει από τα χέρια μου. Στάχτη, φωτιά! Στη Θράκη
θε να βοσκήσουν μοναχά τα όρνια κι οι κοράκοι,
και ώς την ύστερη στιγμή του υστερνού αιώνος
το όνομά μου αθάνατο θα ζει· Ελληνοκτόνος!
Γ΄
Κι εκεί που τέτοια εγύριζε στο νου του αγριεμένος,
βαριά βαριά εκοιμήθη
μα το πρωί ο βασιλιάς εβρέθη σκοτωμένος
με μια λογχιά στα στήθη.

Κανείς δεν ξέρει το φονιά, δεν είδε πούθ’ εφάνη
το φονικό μαχαίρι·
τρομάζουνε οι Βούλγαροι, ταράζοντ’ οι Κομάνοι,
σταυροκοπιένται οι γέροι.
Σε λίγο μες στο στράτευμα παράδοξ’ ιστορία

εμάθαινε καθένας,
μα ποιός την είχε πρωτοειπεί, ποιανού ήτον μαρτυρία
δεν ήξερε κανένας.
Τη νύχτα που σκοτώθηκεν εκείνος, απ’ το κάστρο
που κοίταζε να πάρει,

νιος καβαλάρης πρόβαλε που έλαμπε σαν άστρο
κι εκράταε κοντάρι.
Προς τις Βουλγάρικες σκηνές ατάραχος σιμώνει·
όποιος ζητά να φράξει
του κάτασπρου αλόγου του το δρόμο, μαρμαρώνει,

βουβαίνετ’ όποιος κράξει.
Στου Σκυλογιάννη τη σκηνή τη χρυσοστολισμένη
με τ’ άλογο τραβάει·
μα δεν τον είδεν αποκεί κανείς να ξαναβγαίνει·
έγιν’ αχνός και πάει.

Και στρατιώται, στρατηγοί, καθένας πλια το ξέρει,
δεν είναι πλια μυστήριο
πως εσκοτώθη ο βασιλιάς από αγίου χέρι,
ω χέρι εκδικητήριο!
Τ’ αϊ-Δημήτρη ήτανε το άτι, το κοντάρι

—Ουράνια καταδίκη!—
που βασιλεύει κι ευλογά με του Θεού τη χάρη
μες στη Θεσσαλονίκη.
Και θυμηθήκαν τον καιρό που ένας κύρης πάλι
της Βουλγαριάς σηκώθη

την ίδια πόλη ολόσφιχτα να ζώσει, να προσβάλει,
αλλ’ ακριβά επληρώθη.
Γιατί στον Άγιο δέονται οι Θεσσαλονικιώται
κι ολονυχτία σταίνουν,
κι εγκαρδιωμένοι, την αυγή όλοι με μίας τότε

έξω απ’ το κάστρο βγαίνουν.
Και πολεμούν· στα στήθη των καρδιά ξυπνά γενναία·
απάνου απ’ τ’ άσπρο άτι
ο Άγιος καίει τον εχθρό με φλόγινη ρομφαία,
τον διώχνει με το μάτι.

Τέτοια να λένε τους ακούς, και τους θωρείς γεμάτους
από περίσσια φρίκη,
να φεύγουνε, να πάρουνε μακριά το φύσημά τους
απ’ τη Θεσσαλονίκη.
Δ΄
Του Σκυλογιάννη μοναχά ο πολυαγαπημένος,
μόν’ ο Κομάνος Μαναστράς σ’ αυτή την τρικυμία
λιγόλογος, ατάραχος, βαρύς και παγωμένος·
δε ζάρωσε την όψη του έγνοια κρυφή καμία.
Τα χείλη του περίγελο κρυφοκινάει· μοιάζει
μέσα σε δένδρα έν’ άγαλμα πλασμένο από γρανίτη,
που ενώ τα δένδρα ο βοριάς λυγίζει και ταράζει,
δε χάνει αυτό τη θέση του που έχει απ’ τον τεχνίτη.
Ξέρει πως δε σηκώνεται ο άγιος απ’ το μνήμα,
πως άνθρωπος το έχυσε το αίμα του τυράννου,
πως της οχιάς ο σκοτωμός ποτέ δεν είναι κρίμα,
πως τη λογχιά την έδωκε το χέρι ενός Κομάνου.
Οκτώβριος 1885