26 Οκτωβρίου 1912 Απελευθέρωση Θεσσαλονίκης

Ο όρος «απελευθέρωση» έχει αμφισβητηθεί από αρκετούς καθώς το 1912 η Θεσσαλονίκη δεν ήταν μία πόλη με κυρίαρχο ελληνικό πληθυσμό. Αντιθέτως ήταν μία κοσμοπολίτικη πόλη στην οποία ζούσαν Εβραίοι (κυρίαρχοι πληθυσμιακά), Τούρκοι, και Έλληνες οι οποίοι αποτελούσαν το 25% του συνολικού πληθυσμού. Ωστόσο η νύμφη του Θερμαϊκού ήταν ανέκαθεν μία πόλη συνδεδεμένη με την ελληνική ιστορία και τις περιπέτειες του Ελληνισμού.

Το πρωί της 27ης εισήλθε στην πόλη ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Δαγκλής και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο, ενώ ο Ίων Δραγούμης με τον μακεδονομάχο λοχαγό Αθανάσιο Εξαδάκτυλο ύψωσαν την ελληνική σημαία στον εξώστη του ελληνικού προξενείου. Παράλληλα, ελληνικές μονάδες εισέρχονταν στην πόλη και λάμβαναν θέσεις γύρω της. Στις 28 του μήνα μπήκε στην πόλη ο Διάδοχος με τους επιτελείς του, και στις 29 κατέφθασε ο βασιλιάς Γεώργιος.

Το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό υπογράφτηκε στο Διοικητήριο (κτίριο του πρώην υπουργείου Μακεδονίας Θράκης), μετά την τηλεγραφική εντολή του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς τον αρχιστράτηγο του στρατού διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο «να αποδεχθήτε την προσφερομένην υμίν παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και να εισέλθητε εις ταύτην ανευ χρονοτριβής».

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, παραδίνονταν ως αιχμάλωτοι 25.000 Τούρκοι στρατιώτες και 1.000 αξιωματικοί. Στην κατοχή του ελληνικού στρατού περιέρχονταν όλος ο βαρύς και ελαφρύς οπλισμός του σχηματισμού (70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 70.000 τυφέκια και πυρομαχικά).

Ο Οθωμανός αξιωματούχος δέχθηκε, τελικά, τους όρους του Κωνσταντίνου και στις 11 το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου, ανήμερα της εορτής του Αγίου Δημητρίου, οι πληρεξούσιοι αξιωματικοί Ιωάννης Μεταξάς  και Βίκτωρ Δούσμανης μεταβαίνουν στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης και υπογράφουν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Ήταν το τέλος ενός αγωνιώδους σύρε – έλα των διαπραγματευτών, ανάμεσα στο τουρκικό, τότε, Διοικητήριο και το ελληνικό επιτελείο του Κωνσταντίνου που είχε εγκατασταθεί στην ιστορική βίλα Μοδιάνο, στη Γέφυρα (το παλιό Τόψιν), που στεγάζει σήμερα το Μουσείο των Βαλκανικών Πολέμων.

Η παράδοση στους Έλληνες – γιατί προέλαυνε και ο βουλγαρικός στρατός με σκοπό να μπει πρώτος στην πόλη – οφείλεται, πέρα από τις στρατιωτικές αδυναμίες του τουρκικού στρατού, στα φιλελληνικά αισθήματα του Τούρκου στρατηγού που είχε σπουδάσει σε ελληνικό γυμνάσιο στα Γιάννενα και προτίμησε να παραδώσει την πόλη στους Έλληνες.

Όπως σημειώνει ο στρατηγός Δούσμανης στα απομνημονεύματά του, «η σύνταξις της συμβάσεως και η υπογραφή επερατώθη περί την 1.30 μετά μεσονύκτιον, εσυμφωνήσαμεν όμως να θέσωμεν ως ημερομηνίαν την 26ην Οκτωβρίου, διότι εξ υπαιτιότητος των Τούρκων εβραδύναμεν να συναντηθώμεν…»
Από τις πρώτες πρωινές ώρες οι ξένοι ανταποκριτές που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη και παρακολουθούσαν τις εξελίξεις του βαλκανικού πολέμου, έκαναν γνωστή στη διεθνή κοινή γνώμη την είσοδο του ελληνικού στρατού. Το πρώτο τηλεγράφημα του αυστριακού πρακτορείου ειδήσεων έγραφε: «Ταύτην την στιγμήν αγγέλλεται ότι η Θεσσαλονίκη παραδοθείσα κατελήφθη υπό του ελληνικού στρατού».

Σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που μπήκε στην πόλη ήταν ο υπομοίραρχος Κωνσταντίνος Μανωλκίδης, ο οποίος επικεφαλής ενός μικρού αποσπάσματος διέσχισε έφιππος την Εγνατία το βράδυ τη 26ης Οκτωβρίου, τέσσερις ώρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ εκατοντάδες έκπληκτοι Θεσσαλονικείς ακολουθούσαν τον έφιππο αξιωματικό. Ο Μανωλκίδης είχε διαταγή να παραλάβει και να συνοδεύσει τους Τούρκους αξιωματικούς προς το ελληνικό στρατηγείο στο Τόψιν (σημ. Γέφυρα), στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων για την παράδοση της πόλης. Διανυκτέρευσε μάλιστα το βράδυ στο ξενοδοχείο «Όλυμπος Παλλάς», στην πλατεία Ελευθερίας, ενώ πολλοί Έλληνες κάτοικοι τη πόλης συνωστίζονταν στις τζαμαρίες του ξενοδοχείου για να δουν από κοντά τον ένστολο Έλληνα αξιωματικό.

Από τα μεσάνυχτα ακόμη της 26ης Οκτωβρίου είχαν εισέλθει τα πρώτα τμήματα των μακεδονομάχων πολεμιστών με επικεφαλής τον Κων. Μαζαράκη. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, μια ίλη του 1ου συντάγματος Ιππικού υπό τον ίλαρχο Βερύκιο έφτασε ως την πλατεία Ελευθερίας. Τμήματα της έβδομης μεραρχίας κατέλαβε το Διοικητήριο και άλλα δημόσια κτίρια, ενώ ο Θεσσαλονικιός Αλέξανδρος Ζάννας ύψωσε με τη βοήθεια ενός ναυτόπουλου την ελληνική σημαία στον ιστό του Λευκού Πύργου.
Το μεσημέρι της 27ης Οκτωβρίου μπήκαν επίσημα στην πόλη, υπό δυνατή βροχή, τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού που έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από χιλιάδες Θεσσαλονικείς που πανηγύριζαν για την απελευθέρωσή τους. Μεταφέρουμε από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου: «Το Μεγάλο άλμα, η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης», ένα απόσπασμα από μια πολύτιμη μαρτυρία του παλιού πολεμιστή Χαρίλαου Χαρίση από τις πρώτες ώρες του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη. «Προηγούντο περί τους είκοσι σαλπιγκτάς και έπετο ο αξιωματικός σημαιοφόρος με αναπεπταμένην την σημαίαν και τους παραστάτας εφ’ όπλου λόγχην. Ηκολούθει έφιππος ο συνταγματάρχης Κωνσταντινόπουλος και αυτόν ηκολούθουν οι λόχοι. Όλοι με γυμνά τα ξίφη των με πρόσωπα ηλιοκαμένα και λάμποντα απο ψυχικήν χαράν…»

«Τριακόσιοι μαθηταί με τα μπλε πηλήκια και ένα πλήθος Ελλήνων περικυκλώσαμε και ανεμίζοντας τα πηλήκια στον αέρα, ζητωκραυγάζαμε έξαλλοι. Ζήτω η Ελλάς, Ζήτω ο Διάδοχος, Ζήτω ο γενναίος ελληνικός στρατός. Όλοι φιλήσαμε την πολεμικήν σημαίαν με δάκρυα χαράς. Και επειδή δεν ήτο δυνατόν να σφίξουμε το χέρι του έφιππου συνταγματάρχη, άλλοι θωπεύαμε τις μπότες του και όλοι μαζί βαδίζοντες μεταξύ των τετράδων των ευζώνων και έχοντες εν κύκλω τον συνταγματάρχην, εζητωκραυγάζαμε συνεχώς…».

Η είσοδος των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων προκάλεσε μοναδικές εκρήξεις χαράς και ρίγη έξαλλου ενθουσιασμού. Έχουμε πολλές περιγραφές από αυτές τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησε η πόλη, από δημοσιογράφους, λογοτέχνες και στρατιωτικούς, ενώ εντυπωσίαζε το γεγονός πού είχαν βρεθεί σε λίγες μόνο ώρες αμέτρητες ελληνικές σημαίες οι οποίες είχαν υψωθεί στα μπαλκόνια. Οι πανηγυρισμοί κορυφώθηκαν την επόμενη μέρα, Κυριακή 28 Οκτωβρίου, όταν έφθασε στο σιδηροδρομικό σταθμό ο αρχιστράτηγος διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος. Του έγινε μεγαλειώδης υποδοχή και έφιππος με τη συνοδεία του κατευθύνθηκε στο Διοικητήριο όπου δέχτηκε τις αρχές της πόλης και τους ξένους προξένους στη Θεσσαλονίκη.
Τη Δευτέρα 29 Οκτωβρίου με ειδικό τρένο από τη Βέροια έφτασε στην πόλη ο βασιλιάς Γεώργιος, τον οποίο υποδέχτηκαν οι αρχές και χιλιάδες κόσμου που είχε παραταχθεί κατά μήκος των πεζοδρομίων ως την βίλα Χατζηλαζάρου, στην περιοχή της Ανάληψης, όπου κατέλυσε η βασιλική οικογένεια. «Ολόκληρος η πόλις, έγραφαν οι εφημερίδες, είχε διακοσμηθεί πλουσίως και εορταστικώς, από πρωίας δε, παρά την πίπτουσαν βροχήν, είχε προσλάβει όψιν πρωτοφανώς πανηγυρικήν». Η λαμπρή δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης, «χοροστατούντος του μητροπολίτου Γενναδίου και παρουσία του ανωτάτου άρχοντος, της βασιλικής οικογενείας, των τοπικών και προξενικών αρχών και πλήθους ενθουσιώδους λαού», έγινε στην εκκλησία του Αγίου Μηνά στις 30 Οκτωβρίου. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισφράγισε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης με την είσοδό του και τη μόνιμη παραμονή του στην πόλη ως την ανεξιχνίαστη ακόμη δολοφονία του το Μάρτιο του 1913.

Υστερόγραφο: Όλοι σχεδόν οι πίνακες ζωγραφικής που αναφέρονται στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, όπως η υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης της πόλης από τον Χασάν Ταχσίν, η είσοδος στην πόλη του βασιλιά Γεωργίου και του αρχιστρατήγου του ελληνικού στρατού διαδόχου Κωνσταντίνου, φιλοτεχνήθηκαν από τον ζωγράφο Κενάν Μεσαρέ, γιο του Τούρκου αρχιστρατήγου Χασάν Ταχσίν πασά, ο οποίος παρέδωσε την πόλη στους Έλληνες (!). Ο Κενάν παρέμεινε στην Ελλάδα (στα Γιάννενα), πήρε την ελληνική υπηκοότητα και οι απόγονοί του με το επώνυμο Μεσαρέ συνεχίζουν να μένουν στην «πατρίδα τους».