Γεράσιμος Μαρκοράς – Τα κάστρα μας

Τὶ σεισμὸς βροντοδέρνει καὶ τ’ ἂστρα; Τὶ φωτιὰ μαύρου κόσμου εἶν’ ἐκείνη Ποῦ ξερνοῦν τὰ θεόρατα κάστρα, Μὲ καπνούς, μὲ λιθάρια πολλά; Μοιάζει, ναί, τῆς φωτιᾶς ὁποῦ χύνει Τοῦ Ἐγκελάδου τὸ πύρινο στόμα, Σὰν ὁ ἀντάρτης ταράζεται ἀκόμα, Μὲς τὴν Αἲτνη θαμμένος βαθυά.

Τάχα οἱ Τούρκοι πετοῦν στὸν ἀέρα, Μὲ τυφλή, μὲ παράκαιρη βία, ὃσα τείχη ἀποφράξαν μία μέρα τὴ μεγάλη ἐχθρική τους ὁρμή; Ὂχι, κόσμε! ἡ φιλόνομη Ἀγγλία Τέτοια δόξα τοῦ Τούρκου φθονάει· Ξαρματόνει, ἐρημάζει, χαλάει, Πρὶν ἀφήσῃ τὴ μαύρη μας γῆ.

Μὲ χαρά, ποῦ τὴ θλίψη πλακόνει, Ὡς ἀκούει τ’ ἀστροπέλεκα ἐκεῖνα, Στοῦ νησιοῦ τ’ ἀκρογιάλια σιμόνει, Καὶ τηράζει, τηράζει ὁ λαός. Ἡ χαρά του εἶν’ ἀδύνατη ἀχτῖνα Τῆς χαρᾶς ὁποῦ Πλάστης γροικοῦσε, Ὃταν γύρω τὸ χάος ἐθωροῦσε, Κ’ αἰσθανότουν πῶς θἂβγῃ τὸ φῶς.

Ναί· στὰ κάστρα, ποῦ δείχνουνε τώρα Τῆς φθορᾶς, τοῦ πολέμου τὰ χνάρια, Θὲ νὰ ἰδῆς, ὦ πολύπαθη χώρα, Δοξασμένο σημάδι ἐθνικό. Τότ’ ἐκεῖνα τὰ μαῦρα λιθάρια, Νέα τριγύρου σκορπῶντας μαγεία, Θὰ φανοῦν ἡ καϊμένη θυσία Στὸν ὡραῖο τῆς Πατρίδας βωμό.

Ἦρθε ἡ μέρα! ‘Σ ἐμᾶς δὲ χωράει Μέρα τέτοια θεόργιστο μῖσος· Τ’ οὐρανοῦ μας τὸ χρῶμα γελάει· Ὂλη ἀνθίζει καὶ χαίρεται ἡ γῆ. Σῦρτε, ὦ ξένοι· φευγᾶτε, καὶ ἀνίσως Ἀπὸ τοῦτα τὰ ἐλεύθερα μέρη Τ’ ἀγεράκι ἓναν ἦχο σᾶς φέρῃ, Δὲ θἆναι κατάρας βοή.

Σᾶς θωρᾶμε – στὴν ἒρημην ἂκρη, Ὃθε πέρα μαυρίζουν οἱ λίθοι, Μία ματιά, θολωμένη ἀπὸ δάκρυ, Νὰ μὴ ρίξῃ δὲ λείπει κἀνείς· Πόσο ἂ! πόσο τὰ ἐλεύθερα στήθη Σᾶς πλακόνει ἡ παράνομη πράξη. Ποῦ οἱ Μεγάλοι σᾶς ἒχουν προστάξῃ Κ’ ἐνεργῆστε, κακότυχοι, ἐσεῖς!

Ὢ! τοῦ κάκου ἡ καρδιά σας φωνάζει, Καὶ σὰν ξένο ἒργο τέτοιο μισάει· Τῆς πατρίδας ἡ φήμη ταράζει Κάθε πνεῦμα μὲ ζάλη σφοδρή. Τ’ ὂνομά της γραμμένο θωράει Μὲς τὸ βράχο ποῦ ἐδῶθε μαυρίζει, Καὶ καθένας γι’ αὐτήνε δακρύζει, Ὃσο πλεόν ἡ καρδιά του εἶν’ ἁγνή.

Ἂλλους χρόνους, θερμότερη λύπη Ἀπ’ αὐτἢ ποῦ τὰ σπλάχνα σας καίει, Μὲ ὠργισμένο, συχνὀ καρδιοχτύπι, Μία μεγάλη αἰσθανότουν ψυχή. Τὴν ὀργὴ καὶ τὴ λύπη της λέει Θεῖο τραγοῦδι, ποῦ φέρνει τρομάρα, Τὶ βροντάει τσ’ Ἀθηνᾶς ἡ κατάρα Στὴ γενναία τοῦ Προφήτη φωνή.

Ἂν ἠμπόρειε καὶ αὐτὸς νὰ γνωρίσῃ Τῆς Ἀγγλίας τὸ τουρκόφιλο κρῖμα, Ἢθε ξάφνου τὸ λάκκο του ἀφήσῃ, Σὰ βαθυὰ νὰ τὸν πλάκονε ἡ γῆ· Καῖ, ποθῶντας τὸ πρῶτο του μνῆμα, Ὃταν ἲσκιο δὲ ρίχνουν οἱ λόγγοι, Θὰ κινοῦσε στ΄ ἀνδρεῖο Μεσολόγγι Ν’ ἀναπάψῃ τὴ θεία κεφαλή.

Ὦ Νεκρὲ δοξασμένε, κἀμπόσο Μεῖνε ἀκόμα στὸ μνῆμα ποῦ σ’ ἒχει! Τὴν Ἑλλάδα, ποῦ ἀγάπησες τόσο, Μ’ ἂλλη τύχη μία μέρα θὰ ίδῇς. Ὁ Καιρός, ποῦ γιὰ σένα δὲν τρέχει, Χτίζει ἐδῶ, παρακάτου συντρίβει· Θεμελιόνει τὸ μαύρο καλύβι, Τὸ παλάτι σκορπάει καταγῆς.