Σπυρίδων Τρικούπης: Ο Δήμος

Απόσπασμα από το ποίημα του Σπυρίδωνος Τρικούπη «Ο Δήμος». Οι στίχοι δείχνουν μια φυλετική συνέχεια του Κλέφτη με τους αρχαίους Σπαρτιάτες. Μας φέρνουν στο νου το πνεύμα του Σπαρτιάτη πολεμιστή αλλά και της μάνας Σπαρτιάτισας, καθώς και τα ρητά της φιλοσοφίας αυτών των δύο: «Ού πόσοι αλλά που» και «Ταν ή επί τας». Ο Κλέφτης ήταν ο σύγχρονος Σπαρτιάτης που εφάρμοζε την Κρυπτεία εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Κλεφτόπουλα, που ζώνεσθε τ’ αδούλωτο κοντάρι,
κλάψτε το Δήμο, κλάψετε τ’ άξιο μας παλληκάρι
το Δήμο μας στο τρέξιμο δεν έφθανεν ελάφι,
τα πόδια του δεν δείλιαζαν λόγγοι, λαγγάδια, τράφοι
οι στοχασμοί του πάντοτε, τα έργα του, τα λόγια
ήταν κλεφτών παλληκαριαίς, σπαθιά, μπαρούταις, βόλια
ρωτούσε τους παληότερους πως τον εχθρό να ζώνη
πότε να πιάνη το δενδρό, και πότε το κοτρόνι
πως να ξανοίγη τον τορό, και πως να καταφέρη
να πέφτη ξάφνω στων εχθρών τη νύχτα το λημέρι.
Η μάννα του δεν τούλεγε τ’ Ανδρούτσου, Κατσαντώνη
Μπουκβάλα, Λιάκου, Ζαχαριά, Μπλαχάβα και Κατσώνη
τον νειό τούλεγε Τσούμαρη, που κλαίει το Μεσολόγγι
αφού τον έφαγεν η γη, ερήμαξαν οι λόγγοι.
Αυτός εις της παλληκαριάς την κορυφ’ είχε φθάσει
κι είχε για ςέγη του σπηληαίς, κουφάλαις, βράχους, δάση
κι όταν τους άξιους φίλους του αστροπελέκα η μάχη
σαν πύργος έστεκε ψιλός ‘ς την έρημη τη ράχη.
Ποτέ δεν τον ημέρωσε το δόλιο αρματωλήκι
να λημεριάζ’ επρόκρινεν όπου φωλιάζουν λύκοι
ούτε ποτέ για ξαγορά δεν ημερονυκτούσε
για μόνη την ελευθεριά αρματοσιά φορούσε,
και πάντα δούλων έλεγε ταις χώραςι άξιους τόπους
λαγκάδια, ράχαις, ερημιαίς για ‘λεύθερους ανθρώπους
Κλεφτόπουλα, που ζώνεσθε τ’ αδούλωτο κοντάρι,
κλάψτε το Δήμο, κλάψετε τ’ άξιο μας παλληκάρι.
Σώπασ’ ο πρώτος λυριστής η λύρα αρχίζει η άλλη
των λιονταρόκαρδων Κλεφτών το θάνατο να ψάλη.
Πόσο γλυκός ο θάνατος οπώρχτ’ απ’ το βόλι!
Το θάνατο στον πόλεμο τιμή τον έχουν όλοι
γίνονται των αγώνων του σάλπιγγες η πληγαίς του
στολίζουν τα πολεμικά χείλ’ η παλληκαριαίς του
προσκυνητάρια γίνονται οι λόγγοι του κι οι τράφοι
στο αίμα το μαντίλι του το παλληκάρι βάφει.
Μ’ αυτόν εγώ συνέζησα, ακούς εδώ τον ένα
άλλον, απ’ όλους πλειότερο αγάπ’ αυτός εμένα
άλλον, αυτός εμάθαινεν ίσα να σημαδεύω
όχι πόσ’ είναι οι εχθροί, που να είναι να γυρεύω.
Τέτοια καθένας πάντοτε να λέη φιλοτιμιέται
ζητώντας στους επαίνους του κι αυτός να μελετιέται.
Πόση αφίνει στους γονιούς τιμή και στη γενιά του
όποιος πεθάνει το σπαθί βαστώντας στην δεξιά του!
Στου τραγουδιού τα ολόχρυσα φτερά τους ανεβάζει
με δόξας την ατέλειωτην αχτίνα τους σκεπάζει.
Βράδυ κι αυγή τριαντάφυλλα αγνά και δάφναις πέρνουν
τα παλληκάρια κλαίωντας, στον τάφον του τα σπέρνουν.
Άρρωστος, λεν, δεν σάπηκεν εις τ’ άνανδρο το στρώμα
αλλ’ έβρεξε στον πόλεμο το αίμα του το χώμα
κι όταν ο υιός εις το γονιό να παρ’ ευχή πηγαίνη
όμοιος με εκειόν, λέγ’ ο γονιός, όμοιος μ’ εκειόν να γένη
κ’ η μάννα του η καλόμοιρη να ‘πιθυμάη δεν παύει
από τη κλήρα της κι αυτή τέτοια τιμή να λάβη.
Πόσο γλυκός ο θάνατος οπώρχετ’ απ’ το βόλι!
Το θάνατο στον πόλεμο τιμή τον έχουν όλοι.