Γεώργιος Τερτσέτης: Τα τέσσερα αμαρτήματα του Ελληνικού Έθνους

Τα αγενή φρονήματα πολιτικών ανδρών και μια αναξία κυβέρνησης, ο φθόνος, το μίσος μεταξύ συμπολιτών, δεν φονεύουν ολόκληρο το έθνος, δεν πνίγουν τον καρπόν εις το άνθος του; Ο καλύτερος λόγος, τον οποίον δύναται τις να ξεφωνήσει εις την εορτή της 25ης Μαρτίου είναι να φανερώσει τα κακά, που φράζουν το κίνημα της εις το καλόν και τσακίζουν τα φτερά της, να κηρύξει και ποια αγαθά υπόσχεται να κάμει η θαυμαστή και ηρωική ημέρα. Και εκείνος δύναται να μαρτυρήσει τα πάντα με αλήθειαν, ο οποίος θεωρώντας τον εαυτόν του είδος νεκρού, ούτε φοβείται, ούτε ελπίζει από τους συγχρόνους του. Μένει και εις χάριν του Αγίου Πνεύματος να μην λαθεύει εις την έρευνα της αληθείας. Και συμφώνως με αυτήν την αφοβία σήμερον, (είμαι πάντοτε και ομιλώ την 25η Μαρτίου), συμφώνως με αυτήν την αφοβίαν θα σας ομιλήσω και μη νομίσετε ότι θα φέρω εις δίκην το δεινά ή δείνα πρόσωπον, την δείνα ή δεινά εξουσίαν και εποχή της πατρίδος, αλλά θα κατηγορήσω ολόβολο το έθνος, ως να ήτον ένας άνθρωπος και θα αρχίσω από τα προοίμια της υπάρξεώς του έως σήμερον. Και διαιρώ την κατηγορίαν του εις τέσσερα κεφάλαια.

Κατηγορώ το έθνος μας, ότι με τόσα αγαθά γης και ουρανού και θαλάσσης δεν κατόρθωσε ποτέ να μορφώσει μεγάλην ενότητα. Σύμπνοια και ενότης πλαστουργούν την δύναμιν. Δύναμις έθνους, αφιερωμένη προς το τέλος να βασιλεύσει δικαιοσύνη και το καλόν εις τον κόσμον, αποτελεί το άκρον του μεγαλείου της ανθρωπότητος. Έθνος δυνάμενο να κάμει τούτο και δεν το κάμνει είναι εγκληματίας. ‘Ο, τι είναι μέγας άνθρωπος νομοθετεί, καλλιεργεί, δοξάζει την πατρίδα του, δίδει την κίνησιν εις την φυλήν του, ως ο Ύψιστος εκίνησε μια φορά και τρέχουν αεί ποτε τα ουράνια άστρα και οι πλανήτες. Από όλους τους μεγάλους άνδρας της Ελλάδος, ο μεγαλύτερος, ως και άλλοτε είπαμεν, όχι δια την μεγάλην του πολεμική δόξαν, αλλά διότι είχε πήξει καλά εις τον νουν του η ιδέα της πολιτικής ενότητος της Ελλάδος και του κόσμου, είναι ο Μέγας Αλέξανδρος.

Υπάρχει μέτρον να εκτιμήσεις λαμπρά και ένδοξα έργα; Δεν έχομεν ζύγι να εκτιμήσομεν. Το μεγαλείον της ιδέας είναι άβυσσος χωρίς άκρην. Ακούω από τα βάθη των αιώνων τον περίφημον Βασιλέα να θρηνείται πως τόσον ολίγον εις τα ζώντα του εκατόρθωσε των σχεδίων του. Τον βλέπω οφθαλμοφανώς, γίνομαι συνέταιρος των δακρύων του. Λούομεν με τα δάκρυά μας και την χέρα φόνισσα φίλου του πολεμιστού. Και ο Κλείτος έρχεται, ο φονευμένος στρατηγός, μοιρολοϊστής και αυτός της κακής ώρας. Φουσκώνουν τα δάκρυά μας τον ποταμόν των δακρύων, που χύνει η ανθρωπότης και θα χύνει έως εις τον ύστερο, υστερότατον θνητόν της κτίσεως. Αλλ’ όπως κι αν έχει το πράγμα, όπως και αν έχει το μυστήριον της κτίσεως και της ανθρωπότητος, οι μεγαλόκαρδοι άνδρες πρέπει να κυνηγούν δόξαν, μεγαλείον και αλήθειαν, είτε εις τα αιματωμένα πεδία της μάχης, είτε κρατώντας εις το χέρι κλάδον ελαίας ειρηνοφόρας.

Μια άλλη κατηγορία κατά του Ελληνικού έθνους είναι η κλίσις του πνεύματος να καυχάται δια τας πατραγαθίας. Άμα μια γενεά ανδρών στήσει εις την Ελλάδα μνημεία αθάνατα έργων, ομοιάζει, ως τα τέκνα και οι μεταγενέστεροι των δαφνοστολισμένων ανδρών άλλην μέριμναν δεν πρέπει να έχουν ειμή να πλαγιάζουν εις τα στέφανα των γονέων και να παιανίζουν τα ανδραγαθήματά των και να αγνοούσαν ότι η δάφνη δεν είναι χλωρή παρά εις την κεφαλήν εκείνων που την επότισαν με τον ιδρώτα των. Ακούσετε τον γνωστικόν Σωκράτην πως ερμηνεύει τους νέους του καιρού του, χάριν θεραπείας της ειρημένης νόσου Ελληνικής. Προσπαθήσετε, τους λέγει, να γενήτε καλύτεροι από τους γονέους σας, διότι η καλυτεροσύνη σας τους αρέσει και η χειροτεροσύνη σας τους λυπεί, και θα φανήτε καλύτεροί τους αν δεν αφανίζετε την κληρονομίαν των προγόνων και αν αποκτάτε νέα κεφάλαια δόξης με τους κόπους σας. Δεν είναι ατιμότερο δια έναν άνδρα, όσο να σύρνει περηφάνειαν δια τους κόπους των άλλων. Αισχρόν και άνανδρον να καταξοδεύετε την πατρικήν περιουσίαν, τον θησαυρόν της δόξης των, από εδικήν σας ένδειαν και υστέρησιν. Μισητοί θα φθάσετε εις τους γονέους σας, αν τούτο πράξετε, όταν η μοίρα του θανάτου σας ανταμώσει με αυτούς. Αλλ’ αν πλουτίσετε με τα έργα σας, περίχαρα και αγαπημένα θα σας δεχθούν και αυτοί εις το τέλος της ζωής σας.

Ευρίσκω, τώρα, εις την ημέρα που ζούμεν, ως εις γράμματα κεφαλιακά γραμμένην, την αμαρτίαν του νοός μας, αυτήν η οποία μας πλανά με το μάγευμα της πατραγαθίας. Ομολογουμένον είναι ότι η αρχαία Ελληνική γλώσσα είναι η πλέον αρμονική και η χαριέστερη της Οικουμένης. Αλλ’ ο καιρός, που μεταβάλλει τα πάντα, μεταβάλλει εις ερημιές τες πολιτείες και τα δάση εις πολυάνθρωπες χώρες, μετέβαλλε, άλλαξε και τες φωνές της παλαιάς διαλέκτου Ελληνικής. Δεν έμεινε η ίδια γλώσσα απαράλλακτα, ως την ομιλούσαν οι αρχαίοι. Τώρα ημείς καρφωμένοι με τους οφθαλμούς μας εις το κάλλος της αρχαίας θρηνολογούμεν, ότι δεν την ομιλούμεν πλέον, δερνόμεθα πως από το πρόσωπον της μητρός μας έλειψαν τα ρόδα της νεότητος. Διάφοροι προσπαθούμεν λοιπόν να γράφομεν την αρχαίαν των Ελλήνων γλώσσα. Πολλοί πάλε βλέποντας το αδύνατον του έργου, επειδή όποιος μάχεται να κατορθώσει τούτο ζητεί να ματαζωντανεύσουν οι αιώνες που πέρασαν, να αναστηθεί πνεύμα ζωής που εχάθη, έσβησε με τον καιρό του, πολλοί προσπαθούμεν καν, όσο το δυνατόν, να πλησιάσομεν εις την αρχαία γράφοντας. Αλλά συμβαίνει, με αυτήν την ξυπνητή μέθοδόν μας, να μην γράφομεν καλά, μήτε την αρχαίαν, μήτε την νέαν και υστερούμεθα ενός μέσου θαυμασίου προς βελτίωσιν και ευρυθμίαν της κοινωνίας μας. Θέτομεν φραγμούς εις το πνεύμα, διότι ό, τι δεν είναι φυσικό είναι ξένο, (αφύσικο είναι να σμίγεις σχηματισμούς φωνής άλλου καιρού με τους γνωστούς της ημέρας σου) και ό, τι είναι ξένο και αφύσικο είναι φραγμός εις την διάδοσιν της αληθείας. Η γλώσσα είναι δημοκρατία, ανήκει εις τους αρίστους της δημοκρατίας, που είναι οι καλοί συγγραφείς να τελειοποιούν την γλώσσαν, αλλά μη φεύγοντες ποτέ από την χλωρήν πηγήν του καιρού τους και καρπούμνεοι τον αστείρευτον θησαυρόν της Ελληνικής ευσαισθησίας. Άνδρες της 25ης Μαρτίου του έτους 1821, όσοι ζείτε ή τέκνα αυτών, που με ακούετε, ομιλώ πάντοτε εις την εορτήν της 25ης Μαρτίου του έτους 1849 και είναι καλό να το ενθυμούμεθα δια να μη χάνομεν την κλωστήν του λόγου μας.

Άνδρες Έλληνες ακροαταί μου, αν ημείς φανώμεν κατώτεροι, ισότιμοι ή αξιότεροι, από τους αρχαίους, επειδή ένα από αυτά τα τρία θα συμβεί, οι μεταγενέστεροι, έπειτα από γενεές πολλές, θα το κρίνουν. Ηξεύρω όμως τούτο σήμερον, ότι πρέπει να νομιζόμεθα ευτυχέστεροι, ότι ζούμεν εις καιρόν που τραγουδούμεν όχι τα τραγούδια του Τυρταίου, αλλά τα τραγούδια του Ρήγα Φεραίου. Προτιμώ εγώ τα δεύτερα από τα πρώτα. Αν ο Τυρταίος υμνεί την ανδρείαν των Σπαρτιατών, ψάλλει συνάμα και την δουλοσύνην των Μεσσηνίων. Παρομοιάζω τον Τυρταίον ως αηδόνι, που χαμοπετά και κελαϊδεί από την Μεσσηνίαν εις την Ιθάκην. Ο Ρήγας Φεραίος είναι υψιπέτης αετός, που σχίζει με τα ακοίμητα φτερά του στεριές, ουρανόν και θάλασσα. Οι στίχοι του Τυρταίου στάζουν εμφύλιον αίμα, αλλ’ εξ εναντίας εις κάθε γύρισμα κύματος της στιχουργίας του Ρήγα, η ωραιότης, η θρησκεία και η ελευθερία με χαράν την εικόνα τους.

Εις τες ψυχές των ανάνδρων η λατρεία του περασμένου καιρού. Το ιπποδρόμιον της αρετής δεν έκλεισε. Το δακτυλίδι του Αλεξάνδρου, που εις ώραν θανάτου το επρόσφερνε εις τον αξιότερον, δύναται ακόμη να στολίσει δάκτυλα σοφών και ηρώων. Τρίτον αμάρτημα, είτε πλάνη του έθνους μας, είναι να αφήνει συχνά εις την διάκρισιν της τύχης το σκάφος της πατρίδος. Αυτή είναι η πλέον ευνοϊκή αιτιολογία, την οποία δύναταί τις να δώσει εις την Ελληνικήν δουλοσύνην και των ημερών του Ρωμαίων και των βαρβάρων του μέσου αιώνος και των κατακτητών Οθωμανών. Όταν η Ελληνική φυλή δεν αφιερώθη εις την τύχην, αλλ’ εις τα έργα της ανδρείας της, η φυλή αυτή εφάνη ανίκητη. Μαρτυρία οι Περσικοί πόλεμοι και η εκστρατεία του νιου της Μακεδονίας, αρχιστρατήγου των Ελλήνων, και μαρτυρία τα πρώτα θαύματα των πρώτων ετών του Αγώνος σας.
Εις τες 29 Μαϊου του έτους 1453, ημέρα καλοθύμητη δια την Χριστιανοσύνην, έπεσε η Κωνσταντινούπολις. Ποιον το αίτιον της καταστροφής ; Θα μιλήσω με την σεμνολογίαν, που απαιτεί το μέγα δυστύχημα. Η σφαγή των ιερέων, τα κοράσια δεμένα ένα με το άλλο από τα μαλλιά, και ως αμέτρητα κοπάδια δεμένα άνδρες και γυναίκες, και αντί βελασμάτων δάκρυα και φωνές άγριες, και οι δρόμοι της Πόλεως και τα μάρμαρα της Αγίας Σοφίας να αχνίζουν από αίμα ανθρώπινο. Αλλά δεν δύναμαι να μην ειπώ την αλήθειαν ή καν όπως εγώ βλέπω την αλήθειαν. Η αμέλεια των ανθρώπων εστάθη το αίτιον της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Και η αμέλεια ισοδυναμεί ως να παραδίδεσαι εις την τύχην. Προ καιρού πολλού ηκούοντο οι φοβέρες του περιφήμου στρατάρχου των Οθωμανών. Τέλος έστησε την πολιορκία του κατά της μεγαλουπόλεως, με 25.οοο χιλιάδες στράτευμα, με πυροβόλα, με πλοία. Ποιαν δύναμιν αντέταξε η αυτοκρατορική Πόλις; Πέντε χιλιάδες στράτευμα εντόπιο, δύο χιλιάδες Ιταλούς και δέκα τέσσερα πλοία. Ηξεύρω ότι εις την Κωνσταντινούπολιν έψαλαν, έβγαναν εις λιτανείαν τες εικόνες της Θεοτόκου και των Αγίων. Είχαν θάρρος εις χρησμούς και εις προφητείες. Έλεγαν ότι οι Αγαρηνοί θα φθάσουν εις το ήμισυ της πολιτείας και τότε θα κατέβει άγγελος Θεού να τους κυνηγήσει και να τους διώξει. Η πίστις εις αυτήν την προφητείαν εξηγεί την συρροήν του λαού εις την πλατείαν πλησίον της Αγίας Σοφίας. Οι Αγαρηνοί ήλθαν, ο άγγελος δεν εφάνη. Το ήμισυ της προφητείας ελαμψε, το άλλο ήμισυ έμεινε εις το σκοτάδι.

Εις το νησί της Σαλαμίνος, εδώ πλησίον, εζούσε τον παλαιόν (καιρόν) ήρωας θαυμαστός. Ο Αίαντας, ένας των ηρώων της Τρωικής εκστρατείας. Κατεβαίνοντας εις το περιγιάλι ο πατέρας του, του έλεγε: «- Εις τα έργα σου, εις τα πολεμικά σου επιχειρήματα, ζήτα πάντοτες την βοήθεια των θεών, δια να είσαι ο νικητής». « – Πατέρα μου, του αποκρίθηκε, αν εγώ νικήσω με την βοήθειαν των θεών, ποιαν αξίαν θα έχω εγώ πλέον; Η δόξα μου θα πηγάζει από τον εαυτόν μου».
Και οι θεοί τον εμώραναν εις την Τρωάδα, διατί επαραγνώρισε την πρόνοιαν των θεών. Δια νυκτός έσφαξε τα κοπάδια θαρρώντας ότι σφάζει τους στρατηγούς και το στράτευμα των Ελλήνων. Τέλος εις μίαν στιγμήν αναλαμπής ακτίνος του λογικού του, ντρεπόμενος τα έργα του, έστησε εις παράμετρο την κοφτερή ρομφαίαν (δώρο εχθρού) και εφονεύθη. Η αρχαία Ελλάς, η οποία ως προς τα άλλα έθνη εβάθυνε περισσότερον εις την έρευναν των νόμων του ηθικού κόσμου, έδωσε αυτήν την κρίσιν, ότι οι θεοί εμώραναν τον θαυμαστόν άνδρα, διότι επαραγνώρισε την πρόνοιαν των θεών. Το αμάρτημα, που εκτελεί όποιος παραγνωρίζει την πρόνοια του θεού, πράττει και όποιος παραγνωρίζει την αξίαν του ανθρώπου. Ο Θεός μας έδωσε θέλησιν, γνώμην και θυμόν. Δεν βοηθά τους άνανδρους, αλλ’ είναι υπέρ των ανδρείων.

Ο ευτυχής κατακτητής της Κωνσταντινουπόλεως Μωάμεθ ΙΙ είδε, λέγει, εις μιαν ευτυχισμένην συζυγίαν των αστέρων της 29 Μαϊου την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Η ευτυχισμένη συζυγία των αστέρων του Μωάμεθ ΙΙ ήταν η απρονοησία των μέσων των Χριστιανών προς υπεράσπισιν της πατρίδος και του κράτους, ήτον η επανάπαυσίς των εις την τύχην, διότι όπου λείπει η αληθινή λατρεία του Θεού και η ενέργεια του ανθρώπου εκεί βασιλεύει με όλην της την τυραννίαν συρμή τύχης τυφλής. Δεν σώζει η ανδρεία, η θυσία ολίγων. Το όλον πρέπει να είναι μεστό της προνοίας του μέλλοντος. Νοιώθω, κύριοι, τι δύνασθε να με ειπήτε. Ό, τι ειπήτε λέγω κι εγώ. Διατί να μην πάρουν τα μέτρα τους, διατί να μην σκαρώσουν πλοία, διατί να μην ωφεληθούν, ως οι Οθωμανοί, της επιστημονικής τελειοποιήσεως του πυροβολικού; Αλλά, δια τους οικτιρμούς του Θεού, την αυτήν φώτισιν κάμνω και εγώ σήμερον εις όλους σας. Είναι 27 έτη που είμεθα ελεύθεροι και αυτόνομοι. Που είναι ο στόλος μας, που είναι τα στρατεύματά μας; Που ένας οργανισμός στερεός και επιτυχημένος της κοινωνίας μας και του κράτους; Κύριοι, από όλα τα μέρη του κόσμου φυσούν κίνδυνοι δια την πατρίδαν μας. Αλλ’ ο μεγαλύτερος των κινδύνων, αν τύχομεν απροετοίμαστοι, είναι η λύσις του Ανατολικού ζητήματος. Και ποιον είναι το Ανατολικόν ζήτημα και ποιας εις τα σπλάγχνα του εμπεριέχει τρικυμίας κάλλιστα το γνωρίζετε.

Τέταρτον αμάρτημα του γένους μας είναι ένα πνεύμα καταδιώξεως εναντίον των μεγάλων ανδρών της φυλής. Τους εκθειάζομεν απεθαμένους, αλλ’ εις τα ζώντα τους ψένομεν το ψάρι εις τα χείλη τους. Είμεθα εις τας Αθήνας, νους και καρδιά της Ελλάδος, όπου καλό και κακό έφθασαν εις τα άκρα, τα πέρατα. Τρέμει ο αέρας από τους αναστεναγμούς σοφών και ηρώων θανατωμένων από αντιζηλίαν και φθόνον. Ο Μαραθώνιος στρατάρχης αποθνήσκει εις την φυλακήν. Ο Θεμιστοκλής ζητεί την σωτηρίαν της ζωής του εις τα ξένα και πίνει φαρμάκι δια να μην αναγκασθεί να καπιτανεύσει άρματα περσικά εναντίον της πατρίδος. Ο Αριστείδης, αυτός ο κρίνος της Ελληνικής συνειδήσεως, πειράζει το φίλαυτο των συμπατριωτών του, με την δόξαν της αρετής του, και εξορίζεται. Αφήσετέ με να ομιλήσω με ελευθερίαν, διότι υπερασπίζομαι τους δυστυχείς. Άλλος πάλιν άμεμπτος, μοναδικός εις την κτίσιν, αφιερώνει νιάτα και γεράματα εις την ανατροφήν των νέων της πατρίδος του, να μορφώσει τον νουν και την καρδιά τους. Αχτίνες σοφίας κυματίζουν από τα χείλη του και φωτίζουν την Ελλάδα και την Οικουμένην. Ποιαν ανταμοιβήν του προσφέρουν τα δικαστήρια των Αθηνών; Ιδού ανοίγει η θύρα, εμβαίνει ένας και κρατεί ποτήρι εις το χέρι. Πιε γέροντα, του λέγει. Αποκρίνεται: Περισσεύει καμιά σταλαγματιά να την χύσω καταγής και να κάμω σπονδήν εις τους θεούς κατά το πάτριόν μας έθιμον; Εκείνος, ο δήμιος, σκεπάζοντας με το ζερβί του χέρι τα μάτια του, δια να κρύβει τα δάκρυά του, δεν έβαλε παρά το σωστό, και ήπιε ατάραχος ο γέροντας το κέρασμα της πατρίδος του. Οι ολίγοι του πιστοί φίλοι, ως τον είδαν να επιστρέψει άδειο το ποτήρι έβαλαν φωνή και κλάμα απαρηγόρητο, ως φρενίτες. Μην κλαίτε, τους έλεγε. Εγώ έδιωξα τες γυναίκες, δια να μην ακούουν κλάματα. Έχω ακουστά ότι ο άνθρωπος εις ώραν θανάτου πρέπει να ακούει λόγια ήμερα, λόγια ελπίδος και χαράς, λόγια χριστιανικά (δεν το είπε χριστιανικά, διότι δεν ήξερε να το ειπεί, ήτον πρώϊμα δια τον Σωκράτην, αλλ’ αυτή ήτον η έννοιά του). Σύρτε εις το βήμα του Δημοσθένους, πλησίον του Αστεροσκοπείου. Πόσοι ρήτορες, πόσοι στρατηγοί εκεί ομιλώντας εφώτιζαν τους συμπολίτας των κι έπειτα κακώς ετελείωναν από την αφροσύνην των συγχρόνων. Ενθυμηθήτε τον στρατηγό Φωκίωνα. Ποιος είναι, κύριοι, ο τελευταίος ένδοξος Έλληνας, που ανέβει το βήμα του Δημοσθένους και ομίλησεν; Ένας, κύριοι, τον οποίον εις τα ζώντα του εκηρύτταμεν αρχιληστήν, τώρα τον λιβανίζομεν ως άγιον. Και τη αλήθεια, το θυμίαμα προς την 25η Μαρτίου λιβανίζει και αυτόν. Παίρνει με την χούφτα του από το θυμίαμα και αχνίζει το πρόσωπόν του. Και του πρέπει. Διότι, ως ζωγράφος γράφει εις τον έργον της χειρός του, εις τας εικόνας του, το όνομά του, ομοίως και ο Πελοποννήσιος στρατηγός έγραφε το όνομά του εις την αναγέννησιν της Ελλάδος. Εις το 1838 έβγαλε αξιομνημόνευτο λόγο εις τους νέους (Κολοκοτρώνης). Πλην παρατηρήσετε τον καλά. Ψιλή κλωστή δένει την κεφαλήν του, εις τους ώμους του γενναίου ανδρός, τόσο την κινδύνευσε η κόψη της γκιλοτίνας.

Εποτίσαμεν με τα πάθη μας τους ξένους άνδρας, ως η ακοή ήτον εύκολη και αυτών των ξένων. Ηθέλαμεν, δεν θέλαμεν, επικυρώσαμε ως εθνικόν το τέταρτον αμάρτημα της κατηγορίας. Δεν δυνάμεθα να μην ομολογήσωμεν ότι δεν ήταν ευεργέτης της Ελλάδος κι άλλος δυστυχέστατος ομογενής, αφού πανελλήνιος κυβέρνησις του ψηφίζει ανδριάντα και θέτει το όνομά του εις το αμφιθέατρον, ζευγάρι με τον Ρήγα Φεραίο. Αν ήθελε ζήσει αυτός θα μας έστηνε ανδριάντας. Ηξεύρετε ποιους. Στρατεύματα ξηράς και θαλλάσης Ελληνικά, εγκράτεια και τιμιότητα εις τα δημόσια έξοδα, προετοιμασία ήσυχη και φυσική του έθνους, από το καλό εις το καλύτερο, και όχι ως θεραπεία που έρχεται. Ως αιφνίδιος κεραυνός αστράφτει κι έπειτα σκοτάδι. Επαινώ, κύριοι, και τούτο εις τον άνδρα, τον οποίον ζωντανόν διάφοροι εχθρευόμεθα, τώρα κλαίομεν αποθαμένον. Επαινώ την σταθεράν του γνώμη να αναγνωρίσει και να εξοφλήσει με τον καιρόν τα ξένα και εντόπια παλαιά δάνεια του Αγώνος. Θησαυρός αέναος η καλή υπόλιψις και εις τους ανθρώπους και εις τα κράτη. Δίκαιον είναι να εξοφλήσεις τον δανειστήν, αλλά σωτήριον και ωφέλιμον, διατί χαίρεσαι τα πιστά πάλε εις την ανάγκην σου. Φεύγεις και τον κίνδυνον της δικαιολογημένης επιρροής των δανειστών. Αλλ’ η 27 Σεπτεμβρίου, ημέρα πένθιμος εις το μαρτυρολόγιον των επαινεμένων ανδρών της Ελλάδος, ετσάκισε το σφυρί και τον αγαλματοποιόν. Θέλω, κύριοι, να κρίνω και από διαφορετικήν όψιν το πράγμα και λέγω: Μήπως τάχα το πταίσμα είναι και αυτών των μεγάλων ανδρών της φυλής μας και το γένος αθωούται; Μήπως είναι εις την φύσιν της Ελληνικής καρδίας, να διαφθείρεται από την ευτυχίαν; Εις το άκρον του μεγαλείου, οι ένδοξοι της Ελλάδος, μήπως δεν φυλάττουν ίσιο το ζύγι του πρέποντος; Χάριν της αρετής των και θείας συνεργείας και της συνδρομής των συμπολιτών των φθάνουν εις τα ύψη του μεγαλείου, πλην δεν αποκτούν συνάμα φρόνησιν και μετριοπάθειαν. Διατί π.χ. βλέπω τον λαμπρότερον στρατηγόν της Πελοποννήσου, τον Σπαρτιάτην Παυσανίαν, νικητήν των Περσών εις την Βοιωτίαν, να γίνεται έπειτα συνωμότης δια να προδώσει την Ελλάδα. Βλέπω τον Αλέξανδρον Μακεδόνα να φημίζεται και να είναι σοφός, άμεμπτος, άριστος, έως που έλαβε τα πρωτεία της νίκης, έπειτα φονιάς των φίλων του, αριστοκράτης της Περσίας, περηφανευόμενος ως θεός και θέλοντας να γονατίζουν ενώπιόν του, ως εις βάρβαρον βασιλέα, τα ελεύθερα τέκνα της Ελλάδος. Αλλά, κύριοι, η έρευνα αν πταίει η υλομέλεια της φυλής ή οι έξοχοι άνδρες της καταντά ματαιολογία, διότι και οι μεγάλοι άνδρες είναι από το ύφασμα της φυλής όλης.

Περιορίζω όμως τον λόγον μου σημειώνοντας ότι η ιστορία είναι η ιατρεία των ψυχών. Σε λέγει τι πρέπει να κάμεις τι να αποφύγεις, ποιά τα άξια επαίνου ή αναθέματος. Οι ιερείς της Αιγύπτου έλεγαν εις τον Σόλων: «Είσθε νήπια οι Έλληνες». Έκτοτε τρείς χιλιάδες χρόνοι απέρασαν. Τη αλήθεια, λοιπόν, προ πολλού εβγήκαμεν από τα σπάργανα της νηπιότητος. Αν εις την σωστήν και ανδρικήν ηλικίαν δεν φερόμεθα σώοι τας φρένας και την καρδίαν, ο ιεροφάντης της Μέμφιδος δύναται να μας ειπεί: «Διεφθαρμένοι και αδιόρθωτοι, δεν αλλάζετε ήχο καρδίας και μορφήν, ως οι μούμιες της Αιγύπτου». Διατί, κύριοι, πολυλογώ διαιρώντας εις πολλά τα αμαρτήματα του γένους μας, ενώ όλα ανακεφαλαιώνονται εις ένα, εις την μη αγάπη της ελευθερίας; Επειδή, όποιος φεύγει την ομόνοιαν, δεν οικοδομεί την δύναμιν, η οποία σώζει την ελευθερία. Και φεύγει ομόνοιαν και δύναμιν ο αιχμάλωτος της ιδιοτέλειας του και τυφλός δια το συμφέρον της κοινότητος. Ο αναπαυόμενος πάλιν (το δεύτερο αμάρτημα). Ο αναπαυόμενος εις πατραγαθίας οκνεύει να πράξει τι ο ίδιος και καταπατείται από αντίμαχον φίλεργον. Η τύχη, το τρίτο αμάρτημα, χαρίζει κάποτε ευτυχίαν, αλλά η ευτυχίαν της τύχης δεν έχει μακροβιότητα. Μόνη η αρετή έχει σειράν και διάρκειαν. Η αβουλία δεν συνοδεύεται δια πολύ με τες απολαυάς του καλού. Το τέταρτον αμάρτημα, η αχαριστία προς τους μεγάλους άνδρας, καταντά άκαρπον το πνεύμα των και τους αγώνας των. Ο φθόνος και η άδικη έχθρα φράζουν τον δρόμον τους και χάνεται η ελευθερία. Πνεύμα και δύναμις θεμελιώνουν και λαμπρύνουν την Ελευθερίαν.

Τι είναι η μη ελευθερία; Είναι η δουλοσύνη. Εις αυτό το κεφάλαιον είμεθα πλια διδάσκαλοι. Αλλοίμονον, τετρακοσίων ετών παθήματα μας έδωσαν, το μυστήριον, το δίπλωμα της διδασκαλίας. Να τι είναι η δουλεία: Θέλεις να πας εις τον Πειραιά, ο τύραννος σου λέγει πήγαινε εις την Βοιωτίαν, και αν δεν στέργεις σε αλυσοδένει και σε σέρνει. Θέλεις να κτίσεις ναόν εις τον θεόν σου, ο τύραννος, αν ορεχθεί, σε συντρίβει την οικοδομήν, πλουτίζει τους φίλους του, τους κόλακάς του, μοιράζει όπως τύχει τα βραβεία του κράτους. Αν η μοναρχία γεννά την τυραννίαν, η τυραννία πάλε γεννά την ανταρσίαν, τους εμφυλίους πολέμους, και θανατώνει την φυλήν. Ελευθερία με νόμους καλούς, με βασιλέα ευσυνείδητον, ευτυχεί τα έθνη. Τι εστί ελευθερία ; Δεν είναι μόνον να νικήσεις τον εχθρό εις τους πολέμους, να στήσεις θεμωνιές τα κουφάρια τους, να ψάλλεις τραγούδια νίκης, αλλά πρέπει την ελευθερωμένην γην να την νομοθετήσεις με βόμους εθνικούς και να υπακούει τους νόμους ο λαός, μικροί και μεγάλοι, δυνατοί και αδύνατοι. Ο νόμος είναι ζωή: ηλικία σωστή και αλήθεια. Ο ευθύς νόμος πηγάζει από το ζωοποιόν πνεύμα του Υψίστου. Πρέπει να δημιουργήσωμεν την πατρίδα έτοιμη και διά πόλεμον και δια ειρήνην, ώστε να είναι ακαταμάχητος ο θρόνος της ελευθερίας. Αγαπούμεν ημείς την ελευθερίαν; Ποια εστήσαμεν μνημεία της αγάπης μας;

Περπατούν έτη σχεδόν 28 του Αγώνος και της αυτονομίας των νέων Ελλήνων. Λαοί, ιδιώται και βασιλείς μας βοήθησαν. Ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας έγραψε με την λόγχην του την ελευθερίαν μας εις την Ανδριανούπολιν. Ο Κάρολος της Γαλλίας έκαμε εκστρατείαν και εκυνήγησε τον Ιμπραϊμην. Οι τρείς Ναύαρχοι εις τους Ναβαρίνους έκαψαν τα καράβια του εχθρού της Ελλάδος. Ελάβαμεν δια Κυβερνήτην άνδρα επίσημον του αιώνος μας. Ελάβαμεν Βασιλέα απόλυτον και Μοναρχίαν συνταγματικήν. Είδαμεν Βουλάς, είδαμεν υπουργεία γνήσια Ελληνικά. Ποιον το προϊόν τόσης κινήσεως υπέρ της Ελληνικής σωτηρίας; Ανθίζει το εθνικόν ταμείον και ορθή χρήσις του δανείου των 60 μιλιουνίων και το πλουτοφόρον της Ελληνικής γης υπόσχεται; Εκάμαμεν την αρμοδίαν διανομή των γαιών του κράτους, ώστε να στολίσετε τον Έλληνα με την πλέον ευγενή χλαμύδα του πολίτου, την ιδιοκτησίαν; Έχετε στρατεύματα ξηράς ή αν αποστρέφεσθε μισθωτόν στρατιώτην επρονοήσατε να οργανώσετε την εθνοφυλακήν, ως φιλοτιμούνται και πράττουν τα φιλελεύθερα έθνη. Φυλή, παραθαλάσσια ως είσθε, έχετε ναυτικό ανάλογο με την αξιοπρέπειαν, με τας ανάγκας του Βασιλείου ή με το αιφνίδιον σαλπίσματος πολεμικού; Τα φρούρια σας είναι εις καλήν κατάστασιν κι έχετε ασφαλή τα σύνορά σας; Ο φόβος του νόμου φυλάττει τα έρημα και εις τα πλησιόχωρα μέρη των πόλεων κινδυνεύει η ζωή των κατοίκων; Σχίζουν δρόμοι πολλοί την επικράτειαν, προς ευκολίαν της εμπορικής πορείας και χάριν συγκοινωνίας των πολιτών; Πως βαρύνει η υπόλιψί σας εις τα ξένα, εις τα συμβούλια των Βασιλέων; Μάταιο ερώτημα. Το ζύγι της εξωτερικής υπολήψεως έχει ζύγι την εσωτερικήν δύναμιν και ευπρέπειαν. Η ψυχή η Ελληνική ζει κοντολογίς ευχαριστημένη, ικανοποιημένη δια τους αγώνας της, δια τα πάθη της, δια τες θυσίες της; Οικοδομήσατε τον ναόν του Σωτήρος ή εστήσατε τον ανδριάντα του Κυβερνήτου; Η αμέλεια προς απολαβήν ευνομίας και δυνάμεως προσδίδει αδιαφορίαν δια την Ελευθερίαν του την χάνει και ομολογεί βεβαίως ότι δεν την αγαπά. Επειδή, αδιαφορία, απρονοησία, ρηχός νους και δειλία, δεν είναι αγάπη Ελευθερίας.

Εδώ, κύριοι, που έφθασεν ο λόγος μου ηδυνόμουν το βήμα τούτο, όπου σας ομιλώ, να το στήσω είδος στρατοδικείου. Στοχασθήτε καλά ότι δίνει βίαιον άνεμον εις την ομιλία μου η εορτή της 25ης Μαρτίου, κατά την οποίαν φαίνεται ότι σας ομιλώ, ηδυνόμουν λέγω, το βήμα τούτο να το στήσω στρατοδικείον και αν απόδειχνα ότι η ιδιοτέλεια, η αμάθεια, η δειλία, ο ξενισμός της ψυχής, του δείνα ή δείνα, φέρνουν εις κίνδυνον θανάτου την πατρίδα, θα επικαλούμουν εις τους πρωταιτίους του κακού και εις μαρτυρημένους ενόχους τιμωρίαν θανάτου. Από καταβολής κόσμου και έως την συντέλειαν του αιώνος, οι φονείς της πατρίδος τιμωρούνται με ποινήν κεφαλιακήν. Η συνείδησι της ανθρωπότητος αθώωσεν τον Βρούτον της Ρώμης και τον Πέτρον κυριάρχην της Ρουσίας, οι οποίοι εθανάτωσαν του υιούς των, επειδή αν ζούσαν οι νέοι εκείνοι θα εκινδύνευαν την την αυτονομίαν και την δόξαν της πατρίδος των Ρώμης και Ρωσίας. Νομίζετε ότι δεν έκλαψαν και οι δύο πατέρες, σκεπασμένοι το πρόσωπόν τους με την χλαμύδα τους, αλλ’ επροτιμούσαν την πατρίδα τους από την ιδιοτέλειαν τους. Είπα ότι ηδυνόμουν το βήμα τούτο να το στήσω στρατοδικείον, αλλά δεν έχω δύναμιν, δεν έχω τόλμην να το κάμω. Η ατολμία μου όμως είναι έργο φρονήσεως. Δεν έβρεξα εγώ με τα δάκρυα της εξορίας τον ημερήσιόν μου άρτον, ώστε από τα παθήματά μου να έχω το δικαίωμα να ελέγξω τους συγχρόνους μου. Σοφία δεν έχω. Όλη μου η γνώσις χωράει εις μίαν δακτυλίθραν ενός των κορασίων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας. Διότι άπασα στενοχωρείται εις δύο λέξεις: φ ό β ο ς κ α κ ο ύ. Μήπως και ως πολλοί άλλοι των Ελλήνων δύναμαι ν’ ανοίξω τα στήθη μου, δια να δείξω πληγές αποκτημένες εις τα περίφημα πεδία της μάχης; Δύναμαι μ’ όλον τούτο, θαρρώ, δια ένα πράγμα να σας ομιλήσω, διότι δεν θα λαλήσω αυτοπροσώπως, αλλά θα σας παραδώσω την άμεμπτον διδασκαλίαν των αιώνων δια το πολίτευμα σας.

Δύναμαι να σας ομιλήσω και ότι, καρπούμενοι το πνεύμα του δύνασθε να είσθε ευτυχείς και ένδοξοι. Μεγάλων ανδρών ξένων και Ελλήνων θα σας παραδώσω την ερμηνείαν εις την Συνταγματικήν Κυβέρνησιν. Η συγκροτούμενη από αριστοκρατίαν, δημοκρατίαν και μοναρχίαν κυβέρνησις, επειδή τούτο είναι το σύνταγμα του καιρού μας, ευρέθη δια να χρησιμεύσει ως φραγμός εναντίον της απολύτου εξουσίας. Κρατούν την εξουσίαν, ένας, πολλοί ή ολίγοι. Σκήπτρον απόλυτον, δια να δικαιολογηθεί κσι νομιμοποιηθεί, πρέπει ο σκηπτρούχος να υποτεθεί αλάνθαστος κιαι το αλάνθαστον δεν είναι της φύσεως του ανθρώπου. Αντιποιείται ο ηγεμόνας απόλυτος, ένας, πολλοί ή ολίγοι, προσόντα Θεού ασυμβίβαστα με την αδυναμίαν των θνητών. Είναι και πασίδηλον, ότι όποιος των ζώντων δεν έχει γύρω του αντίστασιν ή αντιπολίτευσιν, γίνεται φρενίτης κακίας και προλήψεων. Το ανθρώπινον γένος είναι ως μια ψυχή, ως άνθρωπος ένας διδασκόμενος αενάως εις την σειράν των αιώνων. Και το μεστό ύστερο κέρδος των γνώσεων του σήμερον είναι τα πρωτεία της σύμμικτης από αριστοκρατίαν. Μοναρχίαν και δημοκρατίαν κυβερνήσεως και προς κάθε μια μεμονωμένην. Η δυσκολία της εις την εφαρμογήν αιτιολογείται από την εντέλειά της. Χρειάζεται εις τον λαόν, εις τον μονάρχην και εις τους προκρίτους ναούς δια να εννοούν το πνεύμα του πολιτεύματος, καρδία αθώα και γενναία δια να πείθονται εις τον ίσιον του νόμου.