Οι Έλληνες δεν γράφουν πλέον Ιστορία (Α’ μέρος)

Το έθνος των Ελλήνων ζει στιγμές ιστορικής στειρότητας. Στην σύγχρονη εποχή, μετά τους Βαλκανικούς και το έπος του ’40, την 4η Αυγούστου και την 21η Απριλίου, μετά από την Επανάσταση του 1821 και τους ποιητές που αναδείχθηκαν εμπνεόμενοι από τον μεγάλο αγώνα, δεν έχει τίποτα σημαντικό να επιδείξει. Ο πιο πρόσφατος σημαντικός αγώνας της ελληνικής φυλής υπήρξε ο αγών της ΕΟΚΑ του Γρίβα. Πέραν αυτού δεν έχει τίποτα για το οποίο να περηφανεύεται. Δεν ανέπτυξε κανέναν πολιτισμό. Δεν είχε καμία πολιτική διάκριση. Όλη η περηφάνια του ελληνικού λαού ταυτίστηκε με κάποιες επιτυχίες στον εμπορικό αθλητικό κόσμο.

Σήμερα, έπειτα από 8 χρόνια χλευασμού και τυραννίας από την Δυτική Ευρώπη, ο σκλαβωμένος οικονομικά και πολιτικά ελληνικός λαός παρατηρεί σαν θεατής την αγωνία του. Καμία αντίδραση. Η κατάθλιψη κι ο φόβος απέναντι στις δυνάμεις καταστολής του κοινοβουλευτικού κράτους που ψηφίζει και ληστεύει τον λαό αποσυνθέτοντας το Έθνος, είναι μια κυρίαρχη κατάσταση στην ψυχή της ελληνικής φυλής.

Όσοι παραμένουν συντηρητικοί και εθνικιστές περηφανεύονται συνεχώς μόνο για την Ιστορία του ελληνικού Έθνους. Μνημόσυνα, συνεχείς αναφορές στον αρχαίο πολιτισμό και τίποτα παραπάνω. Όμως οι μεγάλοι Έλληνες του παρελθόντος διακήρυξαν την ανάγκη για μέλλον και την ιστορικής σημασίας «απελευθέρωση» από την ενδοξότητα των προγόνων μας. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο εθνικός μας ποιητής, έλεγε «Συνεζήσαμεν πάρα πολύ, Κύριοι, μετά των τεθνεώτων, και η νάρκη των μνημείων μας απεκοίμησεν».

Φυσικά είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την ιστορία μας και να στεφανώνουμε τους προγόνους όπως προστάζει το δελφικό παράγγελμα. Εμείς όμως θεωρήσαμε πως αυτό μας φτάνει και πως αφού είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων όλοι πρέπει να μας σέβονται. Κι εδώ ο Ίων Δραγούμης εστίασε στην πραγματικότητα: «Με το να λέμε και να ξαναλέμε πως ο Περικλής ήταν παππούλης μας, και πως ήταν μεγάλος άνθρωπος, δεν πάει να πει πως κι εμείς είμαστε ή γινήκαμε μεγάλοι». Και σημείωσε επίσης: «Πρέπει πρώτα να κάμωμε το έθνος μας, γιατί χωρίς αυτό πάντοτε θα είμαστε τυραννισμένοι». Κι ο Βαλαωρίτης συμπληρώνει κατάλληλα την αλήθεια στα λόγια του Δραγούμη: «Τα έθνη δεν ανασταίνονται χωρίς θυσίας, και πολύ περισσότερον το Ελληνικόν Έθνος, όπου έχει πολλούς εχθρούς». Και μια ακόμα σκληρή πραγματικότητα είδε ο φλογερός εθνικιστής ποιητής, ο ξεχασμένος από τα ελληνικά σχολεία:

«Ως Ιουδαίος σήμερον ο Έλλην κάτω νεύει,
Νεκροκοιμάται, κ’ έγεινε του Ευρωπαίου χλεύη»

Και με πίκρα θα γράψει και αυτόν τον στίχο:
«Αποθαμμένοι μάρτυρες, σεις πάλιν εγερθήτε
ας αναλάβουν οι νεκροί τον πόλεμον των ζώντων
Ελάτε καν τους τάφους σας να υπερασπισθήτε»

Κι ο Παλαμάς θα φωνάξει στις γενιές της λήθης:

«Γνώμες, καρδιές, όσοι Έλληνες, ό,τι είστε, μην ξεχνάτε,
δεν είστε από τα χέρια σας μονάχα, όχι. Χρωστάτε
και σε όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ‘ρθούνε, θα περάσουν.
Κριτές, θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί»

Ο Δραγούμης είχε διαπιστώσει, είχε αναγνωρίσει ότι αποτελούμε συνέχεια των προγόνων κι ότι πρέπει να αφήσουμε κι εμείς κάτι όταν φύγουμε: «Νοιώθω τη μικρότητα της ζωντανής μικρής μορφής μου που, από ανθρώπινη ατέλεια της γλώσσας, κάνω το λάθος και την προσωποποιώ λέγοντας την «εγώ» και νοιώθω πως όλα τα πλούτη μου δεν είναι δικά μου παρά είναι όλων των ανθρώπων, των περασμένων, των τωρινών και των ερχόμενων. Τα έχω κληρονομήσει και γω, όπως όλοι οι άνθρωποι, από τους πεθαμένους, και μάλιστα από τους πεθαμένους της φυλής μου. Οι νεκροί μας έφτειασαν και έχουμε τώρα ζωντανά μέσα μας όλα όσα έζησαν εκείνοι, και μπορεί να έχουμε μέσα μας και όσα θα γίνουν άξιοι οι απόγονοί μας να ζήσουν». Πιο κοντά μας είναι σίγουρα οι αγωνιστές του 1821. Η Ελλάς έγινε κράτος αφού σηκώθηκαν εκείνοι κι έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα και την θρησκεία τους. Κι ο Τερτσέτης σε έναν λόγο του για την 25η Μαρτίου είπε: «Κύριοι, αν μείνωμεν μόνον με τα εγκώμια, αν ο πολιτισμός, πνεύμα άδολον αρετής δεν διοική όλα μας τα έργα, αλοίμονον! Η δόξα των προγόνων φωτίζει την ασχημιά των τέκνων, αν οι μεταγενέστεροι δεν ομοιάζωμεν τους γονείς μας! Φθάνει».

Ο Γεώργιος Ζώρας στο κείμενο που έγραψε για την ποιητική του Παλαμά έθιξε το ζήτημα του ύπνου του ελληνικού έθνους υπό των επιτευγμάτων και της δόξας των αρχαίων μας προγόνων: «Ο νεώτερος Έλλην δεν πρέπει να ναρκισσεύεται επάνω εις τας δάφνας της προγονικής δόξης, αλλ’ οφείλει να συνεχίση τον σκληρόν αγώνα διά την ιδίαν αυτού ανάδειξιν και διά το μεγαλείον της πατρίδος». Κι εδώ δεν πρέπει να ξεχνούμε τον στίχο του Ανδρέα Κάλβου:

«ὰν φιλοτιμούμεθα ῾νὰ τὴν ῾
ξαναποκτήσωμεν μ᾿ ἵδρωτα
καὶ μὲ᾿ αἷμα, καλὸν εἶναι
τὸ καύχημα τῆς ἀρχαίας δόξης»

Και πως εδώ να μην συμφωνήσει κανείς με τον Γιάννη Ψυχάρη που στο «Ταξίδι» του συλλογιζότανε τα παρακάτω:

«Έχουμε ανάγκη, οι πρόγονοι να μας βαστούνε από το χέρι και να μας πηγαίνουνε. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχνει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γενήκαμε, κ’ ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήση ο χαμός μας. Δε μας αφίνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι το δικό μας, με τα μάτια τα δικά μας να βλέπουμε, να μιλούμε γλώσσα δική μας. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ’ ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε, προγόνους εκείνοι δεν είχανε ! Εμείς, δε θα ταξιωθούμε ποτές, και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας πούνε. Όσο έλεγα μέσα μου τέτοια μοναχός μου, τραβιόμουνε, τραβιόμουνε όλο πίσω, γιατί ντρεπόμουνε τον ποιητή κ’ έβλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός όπου λέγανε την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου ! Τάλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν είτανε οι πατέρες τους, αφήσανε πίσω την παλιά τους ιστορία, ξανακάμανε καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κ’ η Γαλλία ξεχάσανε τη Ρώμη και της είπανε – «Όσο μεγάλη είσουνε συ, τόσο και μείς θα γίνουμε μεγάλες. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»

συνεχίζεται…