Οι Έλληνες δεν γράφουν πλέον Ιστορία (Α’ μέρος)

Το έθνος των Ελλήνων ζει στιγμές ιστορικής στειρότητας. Στην σύγχρονη εποχή, μετά τους Βαλκανικούς και το έπος του ’40, την 4η Αυγούστου και την 21η Απριλίου, μετά από την Επανάσταση του 1821 και τους ποιητές που αναδείχθηκαν εμπνεόμενοι από τον μεγάλο αγώνα, δεν έχει τίποτα σημαντικό να επιδείξει. Ο πιο πρόσφατος σημαντικός αγώνας της ελληνικής φυλής υπήρξε ο αγών της ΕΟΚΑ του Γρίβα. Πέραν αυτού δεν έχει τίποτα για το οποίο να περηφανεύεται. Δεν ανέπτυξε κανέναν πολιτισμό. Δεν είχε καμία πολιτική διάκριση. Όλη η περηφάνια του ελληνικού λαού ταυτίστηκε με κάποιες επιτυχίες στον εμπορικό αθλητικό κόσμο.

Σήμερα, έπειτα από 8 χρόνια χλευασμού και τυραννίας από την Δυτική Ευρώπη, ο σκλαβωμένος οικονομικά και πολιτικά ελληνικός λαός παρατηρεί σαν θεατής την αγωνία του. Καμία αντίδραση. Η κατάθλιψη κι ο φόβος απέναντι στις δυνάμεις καταστολής του κοινοβουλευτικού κράτους που ψηφίζει και ληστεύει τον λαό αποσυνθέτοντας το Έθνος, είναι μια κυρίαρχη κατάσταση στην ψυχή της ελληνικής φυλής.

Όσοι παραμένουν συντηρητικοί και εθνικιστές περηφανεύονται συνεχώς μόνο για την Ιστορία του ελληνικού Έθνους. Μνημόσυνα, συνεχείς αναφορές στον αρχαίο πολιτισμό και τίποτα παραπάνω. Όμως οι μεγάλοι Έλληνες του παρελθόντος διακήρυξαν την ανάγκη για μέλλον και την ιστορικής σημασίας «απελευθέρωση» από την ενδοξότητα των προγόνων μας. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο εθνικός μας ποιητής, έλεγε «Συνεζήσαμεν πάρα πολύ, Κύριοι, μετά των τεθνεώτων, και η νάρκη των μνημείων μας απεκοίμησεν».

Φυσικά είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την ιστορία μας και να στεφανώνουμε τους προγόνους όπως προστάζει το δελφικό παράγγελμα. Εμείς όμως θεωρήσαμε πως αυτό μας φτάνει και πως αφού είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων όλοι πρέπει να μας σέβονται. Κι εδώ ο Ίων Δραγούμης εστίασε στην πραγματικότητα: «Με το να λέμε και να ξαναλέμε πως ο Περικλής ήταν παππούλης μας, και πως ήταν μεγάλος άνθρωπος, δεν πάει να πει πως κι εμείς είμαστε ή γινήκαμε μεγάλοι». Και σημείωσε επίσης: «Πρέπει πρώτα να κάμωμε το έθνος μας, γιατί χωρίς αυτό πάντοτε θα είμαστε τυραννισμένοι». Κι ο Βαλαωρίτης συμπληρώνει κατάλληλα την αλήθεια στα λόγια του Δραγούμη: «Τα έθνη δεν ανασταίνονται χωρίς θυσίας, και πολύ περισσότερον το Ελληνικόν Έθνος, όπου έχει πολλούς εχθρούς». Και μια ακόμα σκληρή πραγματικότητα είδε ο φλογερός εθνικιστής ποιητής, Αχιλλέας Παράσχος, ο ξεχασμένος από τα ελληνικά σχολεία:

«Ως Ιουδαίος σήμερον ο Έλλην κάτω νεύει,
Νεκροκοιμάται, κ’ έγεινε του Ευρωπαίου χλεύη»

Και με πίκρα θα γράψει και αυτόν τον στίχο:
«Αποθαμμένοι μάρτυρες, σεις πάλιν εγερθήτε
ας αναλάβουν οι νεκροί τον πόλεμον των ζώντων
Ελάτε καν τους τάφους σας να υπερασπισθήτε»

Κι ο Παλαμάς θα φωνάξει στις γενιές της λήθης:

«Γνώμες, καρδιές, όσοι Έλληνες, ό,τι είστε, μην ξεχνάτε,
δεν είστε από τα χέρια σας μονάχα, όχι. Χρωστάτε
και σε όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ‘ρθούνε, θα περάσουν.
Κριτές, θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί»

Ο Δραγούμης είχε διαπιστώσει, είχε αναγνωρίσει ότι αποτελούμε συνέχεια των προγόνων κι ότι πρέπει να αφήσουμε κι εμείς κάτι όταν φύγουμε: «Νοιώθω τη μικρότητα της ζωντανής μικρής μορφής μου που, από ανθρώπινη ατέλεια της γλώσσας, κάνω το λάθος και την προσωποποιώ λέγοντας την «εγώ» και νοιώθω πως όλα τα πλούτη μου δεν είναι δικά μου παρά είναι όλων των ανθρώπων, των περασμένων, των τωρινών και των ερχόμενων. Τα έχω κληρονομήσει και γω, όπως όλοι οι άνθρωποι, από τους πεθαμένους, και μάλιστα από τους πεθαμένους της φυλής μου. Οι νεκροί μας έφτειασαν και έχουμε τώρα ζωντανά μέσα μας όλα όσα έζησαν εκείνοι, και μπορεί να έχουμε μέσα μας και όσα θα γίνουν άξιοι οι απόγονοί μας να ζήσουν». Πιο κοντά μας είναι σίγουρα οι αγωνιστές του 1821. Η Ελλάς έγινε κράτος αφού σηκώθηκαν εκείνοι κι έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα και την θρησκεία τους. Κι ο Τερτσέτης σε έναν λόγο του για την 25η Μαρτίου είπε: «Κύριοι, αν μείνωμεν μόνον με τα εγκώμια, αν ο πολιτισμός, πνεύμα άδολον αρετής δεν διοική όλα μας τα έργα, αλοίμονον! Η δόξα των προγόνων φωτίζει την ασχημιά των τέκνων, αν οι μεταγενέστεροι δεν ομοιάζωμεν τους γονείς μας! Φθάνει».

Ο Γεώργιος Ζώρας στο κείμενο που έγραψε για την ποιητική του Παλαμά έθιξε το ζήτημα του ύπνου του ελληνικού έθνους υπό των επιτευγμάτων και της δόξας των αρχαίων μας προγόνων: «Ο νεώτερος Έλλην δεν πρέπει να ναρκισσεύεται επάνω εις τας δάφνας της προγονικής δόξης, αλλ’ οφείλει να συνεχίση τον σκληρόν αγώνα διά την ιδίαν αυτού ανάδειξιν και διά το μεγαλείον της πατρίδος». Κι εδώ δεν πρέπει να ξεχνούμε τον στίχο του Ανδρέα Κάλβου:

«ὰν φιλοτιμούμεθα ῾νὰ τὴν ῾
ξαναποκτήσωμεν μ᾿ ἵδρωτα
καὶ μὲ᾿ αἷμα, καλὸν εἶναι
τὸ καύχημα τῆς ἀρχαίας δόξης»

Και πως εδώ να μην συμφωνήσει κανείς με τον Γιάννη Ψυχάρη που στο «Ταξίδι» του συλλογιζότανε τα παρακάτω:

«Έχουμε ανάγκη, οι πρόγονοι να μας βαστούνε από το χέρι και να μας πηγαίνουνε. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχνει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γενήκαμε, κ’ ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήση ο χαμός μας. Δε μας αφίνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι το δικό μας, με τα μάτια τα δικά μας να βλέπουμε, να μιλούμε γλώσσα δική μας. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ’ ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε, προγόνους εκείνοι δεν είχανε ! Εμείς, δε θα ταξιωθούμε ποτές, και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας πούνε. Όσο έλεγα μέσα μου τέτοια μοναχός μου, τραβιόμουνε, τραβιόμουνε όλο πίσω, γιατί ντρεπόμουνε τον ποιητή κ’ έβλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός όπου λέγανε την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου ! Τάλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν είτανε οι πατέρες τους, αφήσανε πίσω την παλιά τους ιστορία, ξανακάμανε καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κ’ η Γαλλία ξεχάσανε τη Ρώμη και της είπανε – «Όσο μεγάλη είσουνε συ, τόσο και μείς θα γίνουμε μεγάλες. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»

Ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, ο εκδότης του πασίγνωστου περιοδικού των δημοτικιστών «Νουμάς», έγραψε επίσης για το ίδιο θέμα σε ένα μικρό του έργο για τον Δραγούμη: «Οι πρόγονοι όσο δοξασμένοι κι αν είντουσαν, είναι ανίκανοι να σώσουν τους απογόνους τους, όταν κι οι απόγονοι δεν φροντίζουνε να δημιουργήσουνε δική τους ζωή και δόξα. «Χρυσοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι είναι» φωνάζει ο Μεγάλος ο Παλαμάς. Να πατάς στην ιστορία και να τραβάς μπροστά, είναι θεάρεστο πράγμα, να ξαπλώνεσαι όμως στην ιστορία και να τεμπελιάζεις, είναι ολέθριο».

Ο Τερτσέτης και πάλι σε άλλη του ομιλία επί της επετείου της 25ης Μαρτίου έκανε μια εκτενή αναφορά για τον κίνδυνο της οκνηρής περηφάνιας για την δόξα των προγόνων μας:

«Μια άλλη κατηγορία κατά του Ελληνικού έθνους είναι η κλίσις του πνεύματος να καυχάται δια τας πατραγαθίας. Άμα μια γενεά ανδρών στήσει εις την Ελλάδα μνημεία αθάνατα έργων, ομοιάζει, ως τα τέκνα και οι μεταγενέστεροι των δαφνοστολισμένων ανδρών άλλην μέριμναν δεν πρέπει να έχουν ειμή να πλαγιάζουν εις τα στέφανα των γονέων και να παιανίζουν τα ανδραγαθήματά των και να αγνοούσαν ότι η δάφνη δεν είναι χλωρή παρά εις την κεφαλήν εκείνων που την επότισαν με τον ιδρώτα των. Ακούσετε τον γνωστικόν Σωκράτην πως ερμηνεύει τους νέους του καιρού του, χάριν θεραπείας της ειρημένης νόσου Ελληνικής. Προσπαθήσετε, τους λέγει, να γενήτε καλύτεροι από τους γονέους σας, διότι η καλυτεροσύνη σας τους αρέσει και η χειροτεροσύνη σας τους λυπεί, και θα φανήτε καλύτεροί τους αν δεν αφανίζετε την κληρονομίαν των προγόνων και αν αποκτάτε νέα κεφάλαια δόξης με τους κόπους σας. Δεν είναι ατιμότερο δια έναν άνδρα, όσο να σύρνει περηφάνειαν δια τους κόπους των άλλων. Αισχρόν και άνανδρον να καταξοδεύετε την πατρικήν περιουσίαν, τον θησαυρόν της δόξης των, από εδικήν σας ένδειαν και υστέρησιν. Μισητοί θα φθάσετε εις τους γονέους σας, αν τούτο πράξετε, όταν η μοίρα του θανάτου σας ανταμώσει με αυτούς. Αλλ’ αν πλουτίσετε με τα έργα σας, περίχαρα και αγαπημένα θα σας δεχθούν και αυτοί εις το τέλος της ζωής σας».

Για όλα αυτά ήταν οργισμένος και φώναζε και έγραφε ο μεγάλος εθνικιστής Περικλής Γιαννόπουλος, που κάποιοι σήμερα νομίζουν ότι είναι πιο εθνικιστές από εκείνον και τον χλευάζουν. Κι έγραφε μεταξύ άλλων ότι «για να είναι η φυλή στο χάλι που είναι πάει να πει ότι είστε οι χειρότεροι Έλληνες που υπήρξαν ποτέ». Και γιατί είναι στο χάλι αυτό σήμερα η ελληνική φυλή; Το είπε ο Δραγούμης: «Τα έθνη για να μεγαλουργήσουν και να κυριαρχήσουν ανάμεσα στα άλλα έθνη σε τόπους και σε χρόνους, κάτι μεγάλο πρέπει να βάλουν με τον νου τους και να το αποζητούν, αλλιώς είναι ανάξια για μεγάλα έργα και θα απομείνουν δούλοι άλλων εθνών, δούλοι πολιτικά ή πνευματικά και ψυχικά». Και ποιος μπορεί να αρνηθεί σήμερα – εκτός αν είναι ψεύτης ή φαντασιόπληκτος – ότι οι Έλληνες σήμερα είναι δούλοι πολιτικά, πνευματικά και ψυχικά; Μήπως πνευματικά και ψυχικά δεν έχουν δηλητηριαστεί από την ξενομανία και την μαρξιστική διανόηση; Μήπως πολιτικά δεν έχουν παραδοθεί στους μαρξιστές και τους Εβραίους;

Κι έγραψε ο ποιητής Παράσχος:

«Απάτριδες και κλαίοντες την φθίνουσα ελπίδα,
Ας απαιτήσωμεν αλλού πνοήν ελευθερίας.
Ας σκορπισθώμεν, πλάνητες και πάλιν Ιουδαίοι»

Κι αργότερα έγραφε ο Δραγούμης: «Αν το έθνος το ελληνικό είναι τώρα πια ανάξιο για μεγάλα έργα – για να διπλοθεμελιώσει γερό και μεγάλο κράτος με σύνορα του τα σύνορα της φυλής και για να πλάσει άλλη μια φορά τον πολιτισμό – καλλίτερα να μην υπάρχει. Ας ξεφτίσει, ας χαθεί, σαν έθνος, και τα άτομα του ας γίνουν ότι θέλουν, ας σκορπιστούν στον κόσμο, σαν τους Εβραίους ή και χειρότερα, χωρίς συνείδηση ή θύμηση εθνική καμία, υποπόδιο των ποδιών σε έθνη άλλα,πιο άξια».

Όμως όχι, δεν είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε και δεν πρέπει να αφήσουμε για κανένα λόγο το Γένος μας να πεθάνει, να χαθεί. Είναι απαραίτητο να γνωρίσουμε την Ιστορία μας και να πάρουμε όλα τα παραδείγματα των προγόνων μας για να τραβήξουμε μπροστά. Ο Δραγούμης έλεγε πως πρέπει να βρεθεί ένα ιδανικό το οποίο θα επιβληθεί σε ολόκληρο τον Ελληνισμό. Αυτό το ιδανικό είναι ο αγώνας για τη διατήρηση της φυλής μας, του έθνους μας, της θρησκείας μας, της γλώσσας μας και η απελευθέρωση της Πατρίδας μας από τον μαρξισμό και την διεθνή τοκογλυφία. Το Γένος μας γηράσκει συνεχώς και αλλόφυλοι κι αλλόθρησκοι εισβάλλουν συνεχώς στην ελληνική γη. Κι ο Τούρκος επειδή μας βλέπει αδύναμους μας κουνάει συνεχώς το δάχτυλο και αμφισβητεί τα σύνορά μας. Ενώ η Ελλάς θα έπρεπε όχι μόνο να αμφισβητεί τα σύνορα των Τούρκων μα και να τα διεκδικεί. Μια Ελλάδα στο μέσον Ανατολής και Δύσης. Η Ανατολή ζητά εδάφη των Ελλήνων ενώ κατέχει ακόμα δικά μας εδάφη και η Δύση ζητά συνεχώς τον θάνατο του Έθνους μας, του Λαού μας, με όπλο της την οικονομία. Κι οι Έλληνες τι κάνουν; Περιμένουν εκλογές, περιμένουν προφητείες να εκπληρωθούν για να σωθούν ή από την απογοήτευσή τους παραδίδονται ψυχή τε και σώματι στην μοίρα τους.

Ξεχάσαμε την Μεγάλη Ιδέα, ξεχάσαμε τα μεγάλα ιδανικά. Ο Δραγούμης έλεγε πως τα έθνη πρέπει κάτι μεγάλο να βάλουν στο νου τους για να προκόψουν. Κι ο Ψυχάρης υποστήριζε: «Με την Ιδέα τη μεγάλη έγινε κι ο μεγάλος, ο άγιος ο Σηκωμός του 1821. Σηκώθηκε τότες η Ρωμιοσύνη όλη για να πάρη όχι την Αθήνα μονάχα, μα για να πάρη την Πόλη. Μ’ άλλα λόγια σηκώθηκε για μια Ιδέα. Και νίκησε. Την Πόλη δεν την πήρε, μπορεί μάλιστα και ποτέ της να μην την πάρη. Και τι σημαίνει: Την Ιδέα πάντα την έχει…Εγώ θαρρώ, κι ας με πούνε παράξενο, πως εκεί θα κατασταλάξη ο Ρωμιός και πως η Πόλη δική του είναι. Άλλοι θα πούνε πως πολύ άδικα βάνει τέτοια όνειρα με το νου του. Όσο θέλεις. Αν όμως, κι από τα 1821 δεν τον οδήγαε Ιδέα μεγάλη, και τα μικρά που κατώρθωσε, δεν θα τα κατώρθωνε ποτέ του». Ακόμα κι ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος μίλησε για την Μεγάλη Ιδέα:

«Ἄς θυμηθοῦμε τά μοιρολόγια τοῦ λαοῦ μας, τούς θρύλους, τίς παραδόσεις του, ἄς στρέψουμε τά βλέμματα πρός τή Μεγάλη Ἰδέα, πού ἐγαλούχησε τίς γενιές τῶν πατέρων μας, ἄς ἀναπολήσουμε τά μεγαλεῖα πού χάσαμε, τή γῆ πού διωχθήκαμε. Ἄς πυργώσουμε μέσα μας τήν ἐλπίδα, ἄς μή συμβιβασθοῦμε μέ τίς ἐπιταγές τῶν Μεγάλων, πού θέλησαν μιάν Ἑλλάδα μικρή καί ἀσήμαντη. Ἄς διατηρήσουμε στά στήθη μας ζωντανή τή φλόγα γιά τίς χαμένες, μά ὄχι λησμονημένες, πατρίδες. Ἄς ὁρκισθοῦμε νά ζήσουμε καί ν᾽ ἀγωνισθοῦμε κι ἐμεῖς καί τά παιδιά μας γι᾽ αὐτές. Ἄς μή θάψουμε τά ὄνειρα τοῦ Γένους. Ἄς ἀνάψουμε τό κερί τῆς εὐλαβείας μας πρός τούς ἀθάνατους νεκρούς μας καί ἄς τιμήσουμε τή θυσία τους. Οἱ λαοί πού ξεχνοῦν τήν ἱστορία τους, εἶναι καταδικασμένοι νά πεθάνουν. Κι ἐμεῖς πρέπει νά ζήσουμε. Νά ζήσουμε γιά νά συνεχίσουμε ὅ,τι ἄλλοι σταμάτησαν. Νά συνεχίσουμε τήν πορεία μας, νά δικαιώσουμε τήν ἱστορία μας». Και μας παρότρυνε: «Ὅλοι μαζί ἀγωνισθῆτε μέ πεῖσμα καί μέ πάθος νά κρατήσετε ὄρθιο ὅ,τι κινδυνεύει νά πέσει. Ἐνισχύστε μέσα σας τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα καί προσηλωθεῖτε μέ φανατισμό στίς ρίζες σας. Μέ φανατισμό…».

Ο Δημήτριος Βεζανής επίσης μας έδειξε τον δρόμο, το ιδανικό που χρειάζεται το ελληνικό Έθνος: «Πρέπει όλοι να εμποτισθούν με το πνεύμα της Ιδέας και να εννοήσουν ότι είμεθα οδοιπόροι μιας γραμμής και φορείς και στρατιώται μιας πίστεως. Ιδίως, η νεά γενιά, εσείς οι νέοι, πρέπει να καταστήσετε την Μεγάλη Ιδέα κτήμα σας».

Ποιας πίστης; Της εθνικής πίστης, μιας και η θρησκευτική βρίσκεται μέσα στην έννοια Έθνος. Κι αυτός ήταν ο στόχος του Ίωνος: « Πως μπορούν οι άνθρωποι να μεγαλουργήσουν; Αν πιστεύουν σε εκείνο που κάνουν. Χωρίς πίστη τίποτε δε γίνεται. Τι πίστη να τους δώσω; Την εθνική πίστη, γιατί άλλη πίστη δε φαίνεται να μπορή να ζήση αυτό τον καιρό. Λοιπόν να τους ξυπνήσω, ξυπνώντας τους το εθνικό αίσθημα».

Σήμερα οι Έλληνες είναι παθητικοί, είναι κουρασμένοι, κοιμισμένοι από τις ανέσεις και το χάος της μοναξιάς των μεγαλουπόλεων, σκλάβοι της τεχνολογίας. Και για αυτό δεν είναι εθνικιστές. Διότι σωστά έλεγε ο Δραγούμης πως ο εθνικιστής είναι ενεργητικός άνθρωπος κι ότι αν ο Έλληνας πάψει να είναι εθνικιστής θα πάψει να είναι Έλληνας. Κι ο Έλληνας επιβάλλεται να ξαναβρεί την ενέργειά του, επιβάλλεται να γίνει εθνικιστής για να λυτρωθεί από τις νεωτερικές ιδέες, για να σπάσει τα δεσμά του από την κουλτούρα που του επιβλήθηκε – όπως και σε όλη την Ευρώπη – από τον κόσμο των νικητών. Και πάλι ο Δραγούμης δίδαξε τι εστί εθνικισμός: «Έτσι η ενέργειά μου, ζωή που έχω μέσα μου με φέρνει πίσω στο έθνος μου και κει μέσα χωμένος ενεργώ. Η ενέργεια μου με κάνει εθνικιστή, με ξαναφέρνει στο μέρος από όπου θέλησαν να με βγάλουν οι ιδέες του ενός και του άλλου». Και αλλού πάλι σημείωνε:

«Το λυπούμαι το έθνος μου και αξίζει τέτοιο έθνος να το βοηθούν τα παιδιά του, μα τα παιδιά του δεν είναι άξια να το βοηθήσουν και μόνον εύχονται και ελπίζουν, χωρίς όμως και να προσπαθούν κάτι καλό να του κάνουν, να το γνωρίσουν καλλίτερα και να το βάλουν σε καλό δρόμο. Μ’ αρέσει να καταπιάνομαι εγώ εκείνα που οι άλλοι μονάχα εύχονται να γίνουν. Καθένας που καταγίνεται με τη φυλή του δυναμόνει την ψυχή της, της προσθέτει έναν κόκκο ακόμα κοντά στους τόσους άλλους περασμένους. Είναι πλούσια η ψυχή της πολύ παλιάς φυλής μου, μα πάντα χρειάζεται καινούριους κόκκους για να τη δυναμόνουν, γιατί οι παλιοί μπαγιατίζουν. Ένα έθνος που γεννά ανθρώπους τέτοιους που κάνουν ωραίες πράξες, είναι ζωντανό. Κάθε καινούρια πράξη τους ζωντανεύει την εθνική συνείδηση».

Ο Περικλής Γιαννόπουλος τα έθεσε όλα ακριβώς όπως πρέπει να γίνουν, έδωσε το ιδανικό, έδειξε τον δρόμο, κήρυξε τον αγώνα για την Ελληνική Αναγέννηση κι ακόμα αυτός ο Αγών δεν ξεκίνησε. Μας καλύπτει και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα δικό μας διότι θα ήταν απολύτως περιττό. Παραθέτουμε εδώ τα τελευταία λόγια του στο «Νέον Πνεύμα»:

«Ἐπανάστασις καθιστῶσα Πανελληνίως ἁπτήν, τὴν ἄμεσον καὶ ἀπόλυτον αὐτὴν Ἀνάγκην, Ριζικῆς Τροπῆς πρός: ΝΕΟΝ ΠΝΕΥΜΑ. Πνεῦμα Θετικὸν καὶ συγχρόνως γνησίως Ἑλληνικόν: ΝΕΟΝ ΕΘΝΙΚΟΝ ΠΝΕΥΜΑ.
Πνευματικὴ Ἐπανάστασις, ἐξεγείρουσα ὅλας τὰς Ἠθικάς, Πνευματικάς καὶ Ὑλικὰς Δυνάμεις ὁλοκλήρου τῆς φυλῆς, ἑνοῦσα αὐτὰς καὶ ὁδηγοῦσα ἀποφασιστικῶς, ἵνα δημιουργηθῇ, διαπλασθῇ καὶ ὑπάρξῃ τέλος:
1ον ΝΕΟΝ ΕΘΝΙΚΟΝ ΠΝΕΥΜΑ.
2ον ΝΕΟΝ ΕΘΝΙΚΟΝ ΙΔΑΝΙΚΟΝ.
3ον ΝΕΑ ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΙΣ.
Ἐκ τούτων, δὲ μόνον, καὶ τούτων βαθύτατα Ἑλληνικωτάτων, προκύψῃ συνεπῶς:
1ον ΕΘΝΙΚΗ ΑΡΧΗ.
2ον ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ.
Μόνον μία τοιαύτη, ἀλλὰ βαθυτάτη, ἀλλὰ ἀποφασιστικωτάτη, ἀλλα γενναιοτάτη, Πνευματικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐπανάστασις, ὀργανιζομένη στρατιωτικῶς, μεταξὺ τῶν πρωτίστων Ἀτόμων τῆς φυλῆς, ἀφοσιουμένη ὁλόκληρος, εἰς μακροχρονίους συστηματικούς, ὑπομονητικοὺς καὶ ἐπιμονωτάτους Ἀγῶνας, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὸ ΠΝΕΥΜΑ ἐν Ἑλλάδι καὶ θέσῃ Αὐτὸ εἰς τὴν Διευθυντήριον θέσιν του, ἵνα Ἑλληνοποιήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἀναπτύξῃ καὶ ἠθικοποιήσῃ τὰς Διευθυνούσας Τάξεις τοῦ τόπου καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος αὐτῶν τὸν Λαόν, δυνατὸν νὰ διασώσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τὰς ἐπισωρευομένας ἀποτελειωτικὰς καταστροφάς, δυνατὸν νὰ διασώσῃ τὸ σπουδαιότερον, τὴν ΤΙΜΗΝ Αὐτοῦ, ἀπὸ τὸ θέαμα Ἑλλάδος Ἐλευθέρας, πρὸ τῶν Ποδῶν τῆς Ἀκροπόλεως, μεθοκοπούσης, κυλιομένης ἀναιδέστατα καὶ ἀναισθητότατα εἰς τοὺς βορβόρους ΑΚΑΤΟΝΟΜΑΣΤΟΥ ΚΤΗΝΩΔΙΑΣ, δυνατὸν νὰ διασώσῃ αὐτὸν τὸν ἴδιον, τὸν ἐδῶ, ΑΝΗΘΙΚΩΤΑΤΟΝ ΛΑΟΝ, ἀπὸ τὸν ἐπικείμενον τελειωτικὸν καὶ Θεότυφλον: ΑΛΛΗΛΟΣΠΑΡΑΓΜΟΝ ΤΟΥ.
Καὶ ἡ Πνευματικὴ καὶ Ἠθικὴ αὐτὴ καὶ μόνη Ἐπανάστασις, Εἰλικρινεστάτη, Τιμιωτάτη, Ἀνδρειοτάτη καὶ Ριζικωτάτη, δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ, κατὰ τὴν Ἀρχὴν τοῦ Δευτέρου ἀπὸ τοῦ Ἀγῶνος Αἰῶνος, κατὰ τὸ 1921, ἀντὶ Ἑλλάδος Ἀτίμου καὶ ἐκ βάθρων ψεύδους καὶ καθ᾿ ὅλας της τὰς ἐκφράσεις ἐκ ρίζης Ἀνηθίκου, ἐμπαιζούσης ἑαυτὴν καὶ τὸν Κόσμον, Ἑλλάδα Παστρικήν, Τιμίαν, Ὀρθήν, πανηγυρίζουσαν τὴν Εἰλικρινῆ της Μετάνοιαν, τὸν Καθαρμόν της, τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸν λογικὸν δρόμον, καὶ τὴν Ἀληθινὴν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΝ εἴσοδόν της μετὰ ἕνα, εἰς φραγκευμούς, Ἀναρχισμοὺς καὶ Ἀτιμασμούς, χαμένον Αἰῶνα, εἰς τὴν ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΝ.
Καὶ ἡ Ἐπανάστασις, αὐτή, ζητοῦσα ὁλόκληρον τὴν Πνευματικήν Ἠθικὴν καὶ Ὑλικὴν Δύναμιν τῆς φυλῆς πρὸς τὸν Ὡρισμένον καὶ Μοναδικὸν αὐτὸν Σκοπόν: τῆς Ἀναγεννήσεως Ἑλλάδος καὶ Ἑλληνισμοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς Σύμβολον τελειωτικόν:
Ἢ ΕΛΛΑΣ Ἢ ΤΕΦΡΑ»

Η Ιστορία των προγόνων μας, η δαφνοστεφανωμένη, η αιματοβρεγμένη, η ηρωική, που έφερε το σπαθί στο χέρι, πέρασε κι εμείς είμαστε κληρονόμοι της. Όμως αποτελεί παρελθόν. Και το παρελθόν δεν είναι μέλλον διότι δεν αποτελεί ούτε καν παρόν. Το σημερινό παρόν δεν προμηνύει μέλλον όμως για το Γένος των Ελλήνων. Συνεπώς πρέπει να αγωνιστούμε για τους προγόνους μας που τους χρωστάμε όσα μας άφησαν και για τους απογόνους μας που τους χρωστάμε να τους αφήσουμε κάτι καλύτερο και ενδοξότερο από αυτό που βρήκαμε. Ας αντηχεί σε όλη την Ελλάδα και σε όσους Έλληνες υπάρχουν ακόμα, Έλληνες στην ψυχή, η φωνή του εθνικού μας ποιητή, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη: «Ναι! Το μέλλον! Φθάνει πια το παρελθόν». Και το μέλλον απαιτεί αγώνες και θυσίες. Χωρίς αγώνες και θυσίες δεν θα υπάρξει μέλλον και δε θα υπάρξει Νίκη. Το πόσο χρόνο θα χρειαστούμε προς την Νίκη δεν πρέπει να το λογαριάζουμε. Ο εθνικιστής ποιητής μας το είπε, ο Παλαμάς: «Τα πράγματα αγάλια αγάλια και με κόπο πλάθονται. Δεν πέφτουν ουρανοκατέβατα, σαν τα μυθικά παλλάδια». Κι οι αγώνες λέει ο Δραγούμης είναι πιο όμορφοι κι από την Νίκη και σημειώνει στη «Σαμοθράκη» του που το νησί αυτό σχετίζεται με το άγαλμα της ξενιτεμένης θεάς Νίκης: «Αλλά δεν πρέπει να συλλογίζεται την επιτυχία, όταν πασκίζει για το έθνος του, παρά μόνο τον σκοπό. Η επιτυχία θα έλθη άμα δε τη συλλογίζεται, θα έλθη άμα συλλογίζεται πάντα τον σκοπό».

Και ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε τα πιο σημαντικά ίσως λόγια του μεγάλου μας Ηγέτη, Ιωάννη Μεταξά: «Πρέπει να γυρίσουμε πίσω εις τας πηγάς εκείνας, από τας οποίας έρρευσε το νερό του Ελληνικού Πολιτισμού καθαρό και αγνό και να αναβαπτισθούμε εκεί μέσα και να ξαναγίνουμε Έλληνες και τότε να ορμήσουμε εις ένα νέον μέλλον».

Μόνο για να πάμε μπροστά, μόνο για να κατακτήσουμε το μέλλον μας πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Μα πρέπει να θυμηθούμε ποιοι είμαστε, τι όνομα φέρουμε και τι αίμα είμαστε. Πρέπει να βγούμε από την εποχή της λήθης για να νιώσουμε ότι ένιωσε κι ο Παλαμάς με την ποίηση του Βαλαωρίτη: «Άνθρωπος είσαι, και μ΄ένα τίτλο αρχοντιάς ξεχωριστό: ελληνικό αίμα, και κάτι θετικώτερο: ελληνική συνείδηση».

Αλέξανδρος Καρράς