Αχιλλέας Παράσχος: Εγερτήριον

Μη μας χλευάζης, Ήλιε, ακτίνας μη σκορπίζης
Εις την πατρίδα των νεκρών, εις γην κοιμητηρίου.
Ματαίως γην αχάριστον και άγονον φωτίζεις
Δεν βλέπουν οι αόμματοι την λάμψιν του ηλίου….
Εξόριστος και άπατρις πλανήσου εις τα ξένα,
Εις την Ελλάδα Έλληνα δεν θ’ απαντήσης ένα !

Ω, αν εχρύσωσες ποτέ ηρώων πανοπλίας,
Αν εις στρατόπεδα κλεπτών πυρίτιδα ωσφράνθης,
Αν εις το ξίφος έλαμψες της Λαύρας της αγίας,
Και αν θερμαίνων την ψυχή του ‘Ρήγα εθερμάνθης
Των τότε χρόνων Σύντροφε, λησμόνησέ μας πλέον,
Και ρίπτε τας ακτίνας σου εις τάφους ημιθέων.

Χρόνε προδότα και ψαλίς των έργων του θεού σου
Να έχης το ανάθεμα της δυστυχούς πατρίδος !
Εσάρωσε της δόξης μας τα τρόπαια ο ρους σου,
Και ζώμεν πένητες φωτός και πένητες ελπίδος.
Ληστά ωραίων ημερών, της δόξης μας προδότα,
Που είναι, που η εύκλεια, τα όνειρα τα πρώτα ;

Οποία πτώσις, Ουρανέ, του Έλληνος, οποία !

Πως μετεβλήθη ο λαμπρός υιός της Μεσημβρίας !
Που είν’ η πρώτη ρώμη του, η πρώτη του ανδρία,
Και πως εγήρασεν ο χθές ακόμη νεανίας !
Οίμοι ο γίγας σήμερον εις νάνον μετεβλήθη,
Την δόξαν εγκατέλιπε κ’ η δόξα τον ηρνήθη.

Τις μας διέφθειρε και τις το έθνος φαρμακεύει ;
Τις είναι τόσης πτώσεως και μαρασμού αιτία ;
Τις Κίρκης μας μετέβαλε, τις δαίμων μας νοθεύει ;….
Εδώ η γλώσσα σιωπά, λαλεί πλην η καρδία.
Τις οίδε ποίας παλαιάς πληρόνει αμαρτίας
Της ροδοδάφνης η πατρίς, η γη της δυστυχίας !

Φεύ, Νεολαία φθισική με μόνον τα βιβλία,
Με τα βιβλία τα νεκρά δεν γίνεσαι μεγάλη,
Κ’ ειν’ όπλον επικίνδυνον πολλάκις η παιδεία,
Όταν σιγά το αίσθημα και αρετή δεν θάλλη.
Μικρά εις έργα, πρόθυμος εις λόγους και καυχήσεις,
Ο Φράγκος σε ηπάτησε, σ’ εμάρανεν η Δύσις !

Φράγκοι, φθορείς του Έλληνος, Ευρώπη, μητρυιά μας
Γελάτε ο αετιδεύς πριν πτέρυγας ανοίξη.
Μα τον Παλαιολόγον μας και μα τα δάκρυά μας,
Δεν θέλει όλους ο ψευδής πολιτισμός μας πνίξει !
Τούρκοι και Σκύθαι, Βρεττανοί, Αυστριακοί, Γαλάται,
Γελάτε…. Θα γελάσωμεν κ’ ημείς καθώς γελάτε.

Συγγνώμην Βύρωνος ψυχή, συγγνώμη Γιραρδίνε,
Και συ μολπή της αρετής, ευώδη Βερανζέρε
Όχι δεν είναι η Ελλάς αχάριστος, δεν είναι.
Εις την αγίαν μνήμην των, πατρίς μου, όπλα φέρε !
Ω, κλίνω γόνυ έμπροσθεν εγώ των Φιλελλήνων,
Τον Άβουτ τον περιφρονώ, θρηνώ τον Λαμαρτίνον….

Βέλος δεν ρίπτω καθ’ υμών, ω υπουργοί πυγμαίοι
Δεν καταβαίν’ εις βόρβορον ουδέποτε η Μούσα.
Υμνεί την δόξαν των λαών, την δυστυχίαν κλαίει,
Και προς τα ύψη στρέφεται τους νάνους λησμονούσα.
Αν ζήτε, αν εκπνέετε, αν υπουργοί καλήσθε
Τις το γνωρίζει;… Άγνωστοι κ’ είς τους υιούς σας είσθε !

Εις ποιον μέρον να στραφούν, Πατρίς, τα βλέμματά σου,
Κ’ εις ποιον στήθος η σεπτή να κλίνη κεφαλή σου ;
Εις αδοξίαν να ταφλης και λήθην ετοιμάσου
Οι πρόμαχοί σου έπεσαν, κωφεύουν οι λαοί σου….
Σιγά το βήμα της Βούλης, το βήμα των κοράκων,
Και σου ανοίγουν απαθώς τα τέκνα σου τον λάκκον !

Εις μόνος έτι κύκνος σου, ο Βάρδος του αγώνος,
Ως Σπαρτιάτης παλαιός εισέτι δεν ενδίδει,
Εις προμαχώνα μάχεται υπέρ πατρίδος μόνος,
Πληγόνει και πληγόνεται, πλην δεν σε παραδίδει….
Αλλ’ οιμοί , συλλαμβάνεται από εχθρών αγέλην,
Και σύρεται εις τα δεσμά ο τελευταίος Έλλην !

Ω σεις ολίγοι μάρτυρες πιστοί εις την πατρίδα !
Φύγωμεν, φύγωμεν μακράν, εις ξένας παραλίας.
Απάτριδες και κλαίοντες την φθίνουσα ελπίδα,
Ας απαιτήσωμεν αλλού πνοήν ελευθερίας.
Ας σκορπισθώμεν, πλανήτες και πάλιν Ιουδαίοι,
Όπου ψευδώνυμος αήρ συντάγματος δεν πνέει….
Εις μάτην, Διακ,’ εζήλευσες του μάρτυρος το στέμμα
Κ’ έπεσες πλήρης καλλονής όρμων ως ο βορέας,
Εις μάτην, Φλέσσα, έχυσες το ευγενές σου αίμα,
Κ’ εις τάφον κείσαι ταπεινόν, θιέ της Καλογραιάς !
Ματαίως μ’ εκατόν πληγάς επέσατε, ματαίως !
Λαός διέρχεται πατών την κόνιν σας πυγμαίος,

Κοιμού και μη εγείρεσαι της Αραχόβης Αρη,
Μη εξυπνήσης, Οδυσσευ, κοιμήσου Κυριακούλη
Σβύσε την δάδα, κεραυνέ των Θαλασσών, Κανάρη,
Και μη από το μνήμα σου εξέρχεσαι Μιαούλη.
Οι άνδρες του αγωνός μας ποτέ μην εγερθήτε !
Θα ην’ η έγερσις πικρά στιγμήν αν μας ιδήτε….

Όχι δεν είμεθα ημείς υιοί σας, και δεν ρέει
Πτερόνον την καρδίαν μας το ευγενές σας αίμα,
Το πυρ όπου σας έφλεγε τα στήθη μας δεν καίει,
Και το αυτό δεν έχομεν ανάστημα και βλέμμα.
Ως, Ιουδαίος σήμερον ο ‘Ελλην κάτω νεύει,
Νεκροκοιμάται, κ’ έγεινε του Ευρωπαίου χλεύη !

Κακία ήδη, μαρασμός και ψεύδος και μικρότης,
Πιθικισμοί της Δύσεως, ταπείνωσις, δειλία,
Ιδού τι μας κατέλιπεν ο χρόνος ο προδότης,
Ιδού τι διδ’ εις τους λαούς ψευδής ελευθερία !
Οίμοι δεν είμεθα οι πρίν του έθνους στρατιώται
Παρήλθον όλα, ωχριούν αι δάφναι μας αι πρώται !

Λαέ, εις της πατρίδος σου ανάλγητε τους θρήνους,
Πιέζει τους κροτάφους σου η δάφνη του Μαρτίου,
Κ’ ενώπιόν σου ωχριά περίλυπος και σύννους,
Η κρινοδάκτυλος αυγή της τρίτης Σεπτεμβρίου !
Κύψε την δούλην κεφαλήν, το ύψος σε ζαλίζει
Μόνο το χώμα ο δειλός οφείλει ν’ ατενίζη.

Ποίαν, ω ποίαν πράξιν σου, λαέ, να εξυμνήσω ;
Τι μέγα έργον έπραξες ή κ’ εφαντάσθης μόνον ;
Είπε με μιαν αρετήν κ’ εγώ να την σαλπίσω….
Φεύ άπαντας μ’ερύθημα και καταισχύνης στόνον !
Πολύ κοιμάσαι, δυστυχή, ύπνον νεκρών κοιμάσαι
Εγείρου και εις εύκλειαν θανούσα μην καυχάσαι !

 

Εγείρου, ο διάδοχος τοσούτων ημιθέων !
Σχίσε του Φράγκου την στολήν, υιέ της φουστανέλλας
Αρνήσου τον πολιτισμό των πλάνων Ευρωπαίων,
Και γίνου πάλιν Λιακατάς και Δράκος και Τζαβέλλας !
Άφες του Φράγκου τον χορόν αν ο χορός σ’ ευφραίνη,
Του Οδυσσέως ο βαρύς χορός σε περιμένει.

Εγείρου ο απόκληρος του Σεπτεμβρίου πάλιν,
Εγείρου, και δεν έληξε το δράμα σου ακόμα
Πνίξε τους μητραλοίας σου εις άλκιμον αγκάλην,
Κ’ εις μίσους βάψε αστραπήν το κεκλεισμένον όμμα !
Ιδέ πως στρέφονται προς σε οι δούλοι αδελφοί σου
Όποιος είσαι γνώρισε, εγείρου, αναστήσου !

Ως σε ωνειροπόλησα να σ’ έβλεπα, Θεέ μου !
Καλλίζωνον αρματωλόν με τουρκομάχον ξίφος
Γοργόν ως ρεύμα ποταμού εις στάδιον πολέμου,
Καραϊσκάκην την μορφήν, Νικηταρά το ύφος !
Φεύ, πως μ’ έμπαίζεις, γόησσα των πόθων φαντασία
Σιώπα, Μούσα θλιβερά, σιώπησον, καρδία !

1860