Γεώργιος Τερτσέτης: Η τελευταία Πρωτοχρονιά του Κολοκοτρώνη

Την αρχηχρονιά του έτους 1843, έτους του θανάτου του, ο γερο Κολοκοτρώνης ανέβηκε, εις το κορφινότερο μέρος της νεοκτισμένης κατοικίας του, να αποφύγει τους πολλούς χαιρετισμούς της ημέρας –από τα γερατειά και τα ασθενείας επεθύμαι ανάπαυσιν, αγνάντευε από τα παράθυρα και την πρασινάδα των ελιών και την πόλιν των Αθηνών. Οι στενοί του γνώριμοι όμως ανέβαιναν κι εκεί να του ευχηθούν την καλήν χρονιά. Ο κύριος Σ. Π., θεατής άλλοτε εις την παιδικήν του ηλικίαν των κινδύνων του Βολφίου, επήγε προς χαιρετισμόν. Είχε μαζί του καινέον, νεοφερμένο από τες ακαδημίες της Γερμανίας. Κατά πως άρχισε ο φίλος την ευχήν του έτους, και ομιλίαν δια τον σπουδασμένον νέος, κατά τύχη επερνούσαν λείψανον νεκρού απότ ον δρόμο. Η ψαλμωδία τους έσυρε εις τα παράθυρα. Είπε τότε ο γέρος : Αν είχαμεν εδώ τον Περσιάνον φιλόσοφον θα μας έλεγε αν πάγει εις την Κόλασιν ή εις την Παράδεισον – Είναι καμμιά ιστορία ; είπεν ο φίλος. – Είναι, απεκρίθη ο γέρος. Θα μας την ειπείς ; – Μετά χαράς – Τον παλαιόν καιρόν ήλθε εδώ εις τας Αθήνας ένας περιηγητής φιλόσοφος της Περσίας, τον συναναστρέφοντο οι εκλεκτοί Αθηναίοι, αγαπούσε την συντροφιάν τους και οι Αθηναίοι την εδικήν του. Μια φορά, καθήμενοι εις τα μεντέρια τους, επέρασαν λείψανον, καθώς τώρα – μακρυά από σας, που είσθε νέοι, και εγώ έφαγα το ψωμί μου – και ως εδιάβαινε ακόμη ο νεκρός, κτυπάει τες παλάμες του ο περιηγητής φιλόσοφος, έρχεται ο γραμματικός του. Πήγαινε, του είπε, να ιδείς, αν ο αποθαμένος πηγαίνει εις την κόλασιν, ή εις τον παράδεισον, επήγε ο γραμματικός, επέστρεψε – Πάει, κύριέ μου, είπε εις την κόλασιν. Επήγες έως τον κοιμητήριον ; – Επήγα. – Οι Αθηναίοι, αν και φύσει περίεργοι πολύ, πλην δια να μη προδώσουν αμάθειαν εις ένα βάρβαρον, ως φιλότιμοι, εφύλαξαν σιωπήν και δεν ερώτησαν τον φιλόσοφο, πως πηλός της γης ακόμη, και ξένος των Αθηνών μαντεύει τα κρύφια και άδηλα, ως φρόνιμοι απέδιδαν εις την σοφίαν του, όχι του ψυχογιού του την δύναμιν της προγνώσεως. Έπειτα από καιρόν, τυχαίνοντας πάλι μαζί οι ίδιοι φίλοι, και περνώντας λείψανο, ο Περσιάνος με τα παλαμάκια εφώναξε τον γραμματικό, τον έστειλε να μάθει την πορείαν του νεκρού. Επήγε, επιστρέφει, του λέγει, παγαίνει εις την παράδεισον.- Καλό φθάσιμο, είπε, με πρόσωπο χαρούμενο και σοβαρό ο φιλόσοφος.- Οι Αθηναίοι εστενοχωρήθηκαν τότε από την περιέργειαν και τον είπαν : Δεν σε ερωτήσαμεν πρώτην φοράν, σ’ ερωτούμεν τώρα, πως εσύ μαντεύεις την τύχην, διαβάζεις το γραφτό της αθανασίας του καθενός; Ποιόν μυστικόν γνώρισμα, ποιόν τηλεσκόπιον χαρίζεις εις τον υποτακτικόν σου ; Το πράγμα είναι απλό, απεκρίθη, η οργή του κόσμου, η κατάρα των συμπολιτών συνοδεύει εις την θανήν τους τους κακούς ανθρώπους, πρόδρομος τα αναθέματα της κρίσεως του Θεού. Αλλ’ οι ευλογίες των ανθρώπων συνοδεύουν τους αγαθούς άνδρας, καθένας διηγείται με δάκρυα τα αγαθοεργήματά τους και ρίχνει με τρέμουσαν παλάμη χώμα εις τον τάφο τους.

Τελειώνοντας η ιστορία του Περσιανού, ο Γέρο Κολοκοτρώνης είπεν εις τον φίλον, ας έλθωμεν εις τη πρώτην μας ομιλία, επειδή ο αποθαμένος μας είχε πάρει τον λόγον. Μου έλεγες ότι η ευγένεια του έρχεται από τες ακαδημίες της Ευρώπης, τι εσπούδαξε; Εσπούδαξε, απάντησε ο φίλος, ποια μονοπάτια πάνε από τον κόσμο ες την κόλασιν, ή εις την παράδεισον. Εύγε του, είπε ο γέρος, αλλά φυσικά δεν θα στένει το τσαντήρι του εις τον έναν δρόμο ή τον άλλον αδιάφορα, αλλά θα αηδιάζει τον πρώτον και θα ορέγεται τον δεύτερον. – Βέβαια, είπε ο φίλος. Αν είναι έτζι, ας ακούσει και εμέ την γνώμην, ποιο είναι το καλό μονοπάτι, και ας μην είμαι φιλόσοφος, αφού ήλθε πρωτοχρονιάτικα να με εύρει, να του δώσω Αιβασιλιάτικα. Εις την Ευρώπην εμάζωνε Αιβασιλιάτικα από τους καθηγητάς του, χρυσάφι καθαρό, το δικό μου είναι σμιγμένο με χώμα πολύ, αν του φανεί πως αξίζει, ας το παστρέψει, ας το καθαρίσει να δείξει την λαμπυράδα του. Βλέπετε τούτον τον οντά, είναι αστόλιστος. Καθίσματα δεν έχει, οι τοίχοι ξεροί – τούτη είναι η Ελλάδα καθώς εμείς σας την παραδώσαμε, εμείς οι γέροι εις τους νέους. Εμείς εις τα 1821 εκαθαρίσαμεν τον τόπον, εκουβαλήσαμεν τα λιθάρια, εκτίσαμεν την οικοδομήν, εσείς θα ντύσετε τα γυμνά τείχη, θα φέρετε τις πολύτιμες ζωγραφιές, θα στήσετε τα εύμορφα τραπέζια και τους καθρέφτες, τούτο θα κάμει η προκοπή σας και τα γράμματα – και οι ευχές των συμπολιτών σας και τα έργα σας θα σας ανεβάσουν εις τα λημέρια αθάνατα των δικαίων. Κύριε Μ., ως μου λέγει ο φίλος, είσαι από το νησί γνωστόν μου δια την φιλογένειάν του, φέρε εις το έθνος σου την μάθησιν των Ευρωπαίων, η οποία, ως άκουσα από τους καλλιτέρους μου, είναι και επιστήμη Ελληνική. – Από τες στεριές της γεννήσεώς μας εφύσησεν εκεί αέρι ευτυχισμένο σοφίας, φέρε εις τα επιστρόφια τη νύμφη. Έτσι έκαμεν ο σοφός ο Ρήγας, έτσι ο Κυβερνήτης διατί αγαπούσαν το γένος τους και εις κολυμβήθρα αίματος εβαπτίσθηκαν τέκνα πιστά της Ελλάδος. Οι άνθρωποι τους βράβευσαν βραβείον θανάτου, αλλά το τελεσκόπιον του φιλοσόφου της Περσίας δεν αγναντεύει εις τα ίδια καθίσματα φονείς και αθώους. Η φιλοσοφία είναι φως της ψυχής, έρχεται ευθύς έπειτα από την θρησκείαν φως φωτεινότερο. Τα πρωτεία εις τον Σταυρό ! Και δόξα αιώνας αιώνων εις τους σταυρωμένους δια την πίστιν και δια το γένος ! Σας μοίρασα τα στρενιάτικα, δεν έχω άλλα, τα έσωσα. Καλή μας χρονιά, με υγείαν !

Αποχαιρετήθηκαν οι δύο φίλοι από τον Κολοκοτρώνη, με θαυμασμόν αγάπης δια τες ορμήνειες του ή το Αιβασιλιάτικο φίλευμα.

Δύο μήνες έπειτα, ούτε, ο κύριος Σ. Π., τες 4 Φεβρουαρίου, είδε με τα φυσικώτερα χρώματα ιστορημένην την σοφίαν των λόγων του ξένου φιλοσόφου, και του διερμηνέως του στρατηγού, όταν το πένθος όλων των Ελλήνων, οι ευχές, τα απαρηγόρητα κλαϊματα επρόσφεραν εις τον ουράνιον δικαστήν τα πιστότερα πιστοποιητικά των καλών έργων και των ιδρώτων του καλού Έλληνος δια την ελευθερίαν της πατρίδος του.

Λόγος Γεωργίου Τερτσέτη στις 25 Μαρτίου  1851 (απόσπασμα)