6 Φεβρουαρίου 1934 – 1945 Ο Γαλλικός εθνικισμός δολοφονείται

Στις 6 Φεβρουαρίου 1934 στο Παρίσι πραγματοποιήθηκε διαδήλωση Γάλλων εθνικιστών που είχαν κληθεί από πολλές εθνικιστικές οργανώσεις. Οι οργανώσεις αυτές ήταν η Action Francaise του Σαρλ Μωρράς, η Jeunesses Patriotes και άλλες μικρότερες σε δύναμη. Πολλοί εκ των Γάλλων διαδηλωτών εθνικιστών ήταν βετεράνοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αιτία της μεγάλης αυτής συγκέντρωσης ήταν το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει με την υπόθεση Σταβίσκυ, ενός Εβραίου μεγαλοαπατεώνα. Είχε γεννηθεί το 1886 από Εβραίους γονείς στην Ρωσία. Είχε ξεκινήσει ως ζιγκολό. Έγινε τραπεζίτης και η τράπεζά του δέχτηκε μια παραγγελία για αγορά πολεμικού υλικού από την Ιταλία, λαμβάνει μισό εκατομμύριο και δεν μεταβιβάζει τα χρήματα. Εν συνεχεία κλείνει την τράπεζα και δημιουργεί εισαγωγικές και εξαγωγικές επιχειρήσεις ως κάλυψη του εμπορίου ναρκωτικών που πραγματοποιούσε. Συνελήφθη για πλαστογράφηση ομολογίων, τίτλων και τραπεζογραμματίων. Αφέθηκε ελεύθερος λόγω των διασυνδέσεων του με την διεφθαρμένη πολιτική της Γαλλίας. Ο Σταβίσκυ δεν το έβαλε κάτω. Ίδρυσε ενεχυροδανειστήριο βάζοντας σε αυτό και ομολογιούχους. Όταν οι ομολογιούχοι ζήτησαν να εισπράξουν χρήματα ανακάλυψαν πως το έλλειμμα ήταν πια στα 500 εκατομμύρια φράγκα. Τελικά όταν συνελήφθη εκ νέου, δολοφονήθηκε από την αστυνομία για να μην αποκαλύψει τα ονόματα των πολιτικών που τον κάλυπταν. Το σκάνδαλο ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις και ο γαλλικός λαός απαιτούσε να βρεθούν οι ένοχοι για την οικονομική καταστροφή της Γαλλίας.
Στην διαδήλωση της 6ης Φεβρουαρίου του 1934 η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά του πλήθους και δολοφόνησε εν ψυχρώ 16 διαδηλωτές εθνικιστές. Δολοφόνησε ανθρώπους που ζητούσαν να διαλυθεί ο κοινοβουλευτισμός, που φώναζαν «Κάτω οι κλέφτες» !
Έντεκα χρόνια μετά, οι δημοκράτες θα εκτελέσουν μετά από μια δίκη με προαποφασισμένο το αποτέλεσμα, τον Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, τον Γάλλο εθνικιστή, δημοσιογράφο και συγγραφέα – ποιητή. Ο Μπραζιγιάκ έπρεπε να πεθάνει για τα εθνικιστικά ιδεώδη του και τον αντισημιτισμό του ενώ δεν είχε ακόμα τελειώσει ο πόλεμος. Η επίσημη όμως κατηγορία ήταν «συνεργασία με τον εχθρό». Ο Μπραζιγιάκ περήφανα απάντησε «Τιμή μου»! Ο Μπραζιγιάκ είχε σκιαγραφήσει τι ακριβώς είναι η Δημοκρατία:
«Η Δημοκρατία με τις οσμές αρωματισμένης σαπίλας που ακόμα αποπνέει η ψυχορραγούσα παλιά πουτάνα, η βλογιοκομμένη παλιοβρώμα, που μυρίζει το πατσουλί και την κολπίτιδα, η δημοκρατία πάντα όρθια στο πεζοδρόμιό της. Είναι πάντα εκεί, η κακοασπρισμένη, πάντα εκεί, η ραγισμένη, η σπασμένη, στο κατώφλι της, περιτριγυρισμένη απ’ τους πελάτες και τους πρωτάρηδές της, εξίσου λυσσασμένους με τους γέρους. Μετά τόση εξυπηρέτηση που τους έκανε, μετά από τόσα λαχεία που τους έφερε μέσα στις ζαρτιέρες της, με τι καρδιά να την αφήσουν παρά τις βλεννοραγίες και τη σύφιλη;».

Ήταν τέτοια η δύναμη της γραφής του που ειπώθηκε πως «τα άρθρα του Μπραζιγιάκ ήταν περισσότερo επικίνδυνα για τη Γαλλική Αντίσταση από ένα τάγμα της Βέρμαχτ»! Είχαν τολμήσει μάλιστα να τον συκοφαντήσουν ως ομοφυλόφιλο διότι το ηρωικό δράμα που φέρει το όνομα Μπραζιγιάκ ήταν σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία δεν είχε τίποτα κοινό με την λέξη περηφάνια που στις μέρες μας προπαγανδίζεται. Δηλώνει λίγο προ την εκτέλεσή του: «Είμαι αντισημίτης, έμαθα από την ιστορία τον τρόμο της ιουδαϊκής δικτατορίας…οι αλήθειες του αντισημιτισμού δεν θα σβήσουν».

Για τον φασισμό θα γράψει: «Είναι βέβαιο ότι η εξαιρετική ποίηση του μας είναι τόσο οικεία και ότι ο Φασισμός παραμένει η πλέον ενθουσιώδης αλήθεια του 20ου αιώνα, η κυρίαρχη κατάσταση. Η θέρμη του, το μεγαλείο του, η εξαίσια φλόγα του, όλα αυτά του ανήκουν. Μία συγκέντρωση νεολαίας μέσα στην νύχτα, η αίσθηση του να είσαι μέρος του σώματος ενός Έθνους, οι παρελάσεις που ήταν αφιερωμένες στην μνήμη των ηρώων και μαρτύρων του παρελθόντος, μια ατελείωτη γιορτή είναι τα στοιχεία της Φασιστικής ποίησης. Και είναι αυτό που αποτελεί την τρέλα και την γνώση της εποχής μας, είναι αυτό που μετά από είκοσι χρόνια,η νεολαία που ξεχνά ελαττώματα και λάθη, θα κοιτάζει με θαμπωμένη επιθυμία και αγιάτρευτη νοσταλγία. Στην Φασιστική Επανάσταση το έθνος συνδέεται με μια έννοια πιο μεθυστική, πιο αξιοσημείωτη. Το ίδιο το Έθνος είναι μια ποίηση. Όλα αυτά μπορούν να νικηθούν από τον απατηλό φιλελευθερισμό, από τον αγγλοσαξονικό καπιταλισμό, αλλά δεν θα πεθάνουν».
Τα εγκλήματα και τις δολοφονίες που πραγματοποίησε η δικτατορία του κοινοβουλευτισμού κατά των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για μια Ευρώπη των Εθνών δεν τα ξεχνούμε ποτέ. Και γράφοντας προς έναν στρατιώτη της κλάσεως του ’60 ο Μπραζιγιάκ είχε αυτή την απορία: «Και σε παρόμοιες στιγμές, αγαπητό μου παιδί που το 1960 θα είσαι είκοσι ετών, αναρωτιέμαι τι θα σκεφτείς αργότερα, εσύ που θ’ αρχίσεις να ζεις όταν το κάθε τι θα ‘χει αλλάξει πολύ γύρω μας. Δεν ξέρω αν θα ΄σαι κομμουνιστής ή φιλελεύθερος ή αν το παλιό εθνικιστικό όνειρο θα αναγεννηθεί απότομα σε μια ταραγμένη Ευρώπη. Δεν ξέρω αν θα με σκεφτείς, αν θα σκεφτείς όλους εμάς με έλεος, με περιφρόνηση ή απέχθεια, και αν αυτό που για μας υπήρξε η ίδια η ουσία της ζωής δεν θα ΄ναι για σένα τίποτε άλλο από μια αόριστη σκέψη».
Σήμερα, στην Ευρώπη του χάους, σε μια Ευρώπη που θάβει τις αξίες και τα ιδανικά του πολιτισμού της, τα έθνη και τους αγώνες για την φυλετική διατήρηση τους, ο Μπραζιγιάκ έχει την θετική απάντηση στο ερώτημα του. Δεν τον ξεχνούμε. Δεν ξεχνάμε ότι προσπάθησε να αντικρίσει κατάματα τον Ήλιο και τον Θάνατο, όσο δύσκολο κι αν είναι κάτι τέτοιο. Δεν ξεχνάμε πως όσο κι αν τον πόνεσε και τον πλήγωσε η χώρα του – όπως έλεγε – εκείνος πριν την θανατηφόρα βολή φώναξε «Ζήτω η Γαλλία». Όπως θα φώναζε κάθε άνθρωπος που θεωρεί τιμή του να έχει γεννηθεί μέσα σε ένα έθνος και να αγωνίζεται για την διατήρησή του. Κι ο Μπραζιγιάκ την τελευταία νύχτα στο κελί της Φρεν δεν ξέχασε τους νεκρούς του Φλεβάρη του ’34:

«Συνεχίζουν ν’ αστράφτουν οι τελευταίοι πυροβολισμοί
στο ομιχλώδες πρωινό, που οι δικοί μας πέσανε στη γη
ανάμεσά σας θα βρεθώ με ενδεκάχρονη χρονοτριβή
σε σας απόψε η σκέψη μου, ω του Φεβρουαρίου νεκροί.»

Εμείς κρατάμε την πίστη του – που είναι και δική μας πίστη – και συνεχίζουμε τον αγώνα για την δική μας εθνική ελευθερία:

«Το έργο των ψεμάτων… θα καταπέσει
Τα είδωλα του χρήματος όπου είναι ανεβασμένα
θα καταρρεύσουν μια μέρα στα σαθρά θεμέλιά τους»

Αλέξανδρος Καρράς