Γιόζεφ Γκαίμπελς: «Ο Μεταξάς έσωσε την Ελλάδα από τον κομμουνισμό»

Μια ξενομανία απλώνεται εντός του εθνικιστικού τον τελευταίο καιρό. Μια απαξίωση κάθε προσωπικότητας του ελληνικού εθνικισμού. Ο Μεταξάς είναι ένας από τους πρώτους στην λίστα των ξενομανών που δηλώνουν εθνικοσοσιαλιστές. Σε ότι έχει να κάνει με τον Μεταξά έχουν συμμαχήσει με τους κομμουνιστές. Η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν όλοι αυτοί είναι η γερμανική. Ο Γκαίμπελς το 1936 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα και έδωσε συνέντευξη στην «Βραδυνή». Ας ακούσουν λοιπόν τον Υπουργό Προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ:

«Ο κύριος  Μεταξάς, διά τον οποίον τρέφω έναν ειλικρινή θαυμασμόν, παρέσχεν εις την Ελλάδα μια τεράστιαν υπηρεσίαν, την οποία όσοι δεν αντελήφθησαν ακόμη, θα την αντιληφθούν αργότερα. Ο κ. Μεταξάς έκαμεν αυτό που έπρεπε. Διότι το καθήκον ενός πολιτικού ηγέτου είναι να προβλέπη κάθε κίνδυνον και να παρεμβαίνη εις την κατάλληλον στιγμήν, να μη περιμένη δε τας παραμονάς της εκρήξεως ενός κινδύνου. Έσωσε την Ελλάδα από τον κομμουνισμόν και παρέσχε και εις την επίλοιπον Ευρώπην μίαν υπηρεσίαν. Αν η Ισπανία είχε προς διετίας έναν Μεταξά, δεν θα είχε φθάσει εις την σημερινήν καταστροφήν, δεν θα είχαν εξολοθρευθή αι αναντικατάστατοι αξίαι της, τα θαύματα της τέχνης θα υπήρχαν ακόμη».

Μεταξύ άλλων δήλωσε για την κατάσταση της Ελλάδος προ 4ης Αυγούστου: «Ολα τα σημεία ήσαν έκδηλα, κατά την γνωστήν συνταγήν των κομμουνιστών: Πολεμική του Τύπου, απόρριψις όλων των ευεργετικών μέτρων του κράτους υπέρ της εργατικής τάξεως, υποβολή αξιώσεων διά τα οποίας υπήρχεν εκ των προτέρων η βεβαιότης ότι δεν ήτο δυνατόν να γίνουν δεκταί συνεχείς απεργίαι και προπαρασκευή μίας γενικής απεργίας με όλα τα σχετικά της επακόλουθα. Ότι οι κομμουνισταί ήσαν ολίγοι εις την Ελλάδα και είχαν μόλις 15 βουλευτάς εις την Βουλήν δεν έχει καμμίαν σημασίαν, δεδομένου ότι ένας αποφασισμένος κομμουνιστής αξίζει δέκα αναποφάσιστους αστούς. Η βιαιότης και η αποφασιστικότης υπερισχύουν πάντοτε, όχι ο αριθμός.». 

Ο Γκαίμπελς είχε απόλυτο δίκιο αλλά και γνώση της κατάστασης της Ελλάδος προ 4ης Αυγούστου. Ας δούμε τι έλεγε ο Μεταξάς στην Ελλάδα αλλά και στον Τύπο του Γ’ Ράιχ:

«Εάν προσέξη κανείς τα ελατήρια της απεργιακής κινήσεως των πρώτων ημερών του Αυγούστου, θα ίδη ότι ήσαν καθαρώς πολιτικά. Έτρεμαν οι κομμουνισταί όταν εσκέπτοντο ότι η Κυβέρνησις μου θα εψήφιζε τον νόμον περί υποχρεωτικής διαιτησίας και περί κατωτάτου ορίου ημερομισθίου. Διότι με κανέναν τρόπον δεν θα ήθελαν μία Κυβέρνησις μη κομμουνιστική να ευεργετήση την εργατική τάξιν. Ήτο ζήτημα πελατείας και οι κομμουνισταί δεν θα μου συνεχώρουν ποτέ να τους πάρω τους πελάτας των». Ιωάννης Μεταξάς Καθημερινή 16.9.1936

Απάντηση Ιωάννη Μεταξά στον «Λαϊκό Παρατηρητή» εφημερίδα του Γ’ Ράιχ:

«Είχον αναγνωρίσει ήδη από πολλού την πληγήν του κοινοβουλευτισμού ως ένα μέγα κακόν και επεδίωκον μίαν ενίσχυσιν της κρατικής εξουσίας. Αλλά διά την πλήρη μεταρρύθμισιν του Κράτους ήθελον ν’ αναμείνω την απόλυτην ανάγκην προς τούτο. Η ανάγκη αυτή ενεφανίσθη την εσπέραν της 3ης Αυγούστου. Διότι το βράδυ εκείνο παρουσιάσθησαν εις εμέ οι εκπρόσωποι του κομμουνισμού και ηξίωσαν να μην εφαρμόσω τα κοινωνικά εκείνα μέτρα, τα οποία τότε εσχεδίαζον, εν τω μεταξύ δε τα έθεσα εις εφαρμογήν. Εζήτησαν δηλαδή οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι αυτεκαλούντο «αντιπρόσωποι των εργατών», να μην απολαύση ο εργάτης τα ευεργετικά μέτρα άτινα είχον την πρόθεσιν να λάβω υπέρ αυτού. Η αιτία είναι εμφανής: οι κύριοι αυτοί εφοβούντο, ότι θα έχαναν την πελατείαν των, εαν εδημιουργείτο εν Ελλάδι μία ιδεώδης κατάστασις πραγμάτων διά τους εργάτας. Και όχι μόνον διετύπωσαν τοιαύτας αξιώσεις, αλλά και με ηπείλουν με επανάστασιν και ταραχάς, όπως είχομεν ολίγον πρότερον τοιαύτας εις την Θεσσαλονίκην, όπου είχομεν θρηνήσει και πολυαρίθμους νεκρούς. Την στιγμήν εκείνην δεν ημπορούσε να υπάρξει πλέον δι’ εμέ άλλη απόφασις από εκείνην, ην ελάβομεν.»

Τρίτο Πρωτόκολλο των σοφών της Σιών:

«Θα εμφανιστούμε σαν απελευθερωτές του εργάτη από αυτόν τον ζυγό, όταν θα του προτείνουμε να μπει στις τάξεις των σοσιαλιστών, των κομμουνιστών, των αναρχικών, τους οποίους υποστηρίζουμε πάντοτε υπό το πρόσχημα της αλληλεγγύης μεταξύ των μελών του κοινωνικού μασωνισμού μας»