Κωστής Παλαμάς: Το τραγούδι του στρατιώτη

Ήμουν στο σπίτι τ’ ορφανό βοήθεια μοναχή,
κι έφεδρος είμαι· δε με μέλει.
Έτρεξ’ αμέσως στο στρατό μ’ ολόθερμη ψυχή,
γιατί η πατρίς, αυτή το θέλει.

Λιγοθυμά η δόλια μου η αγαπητικιά
από τη λύπη· «Συλλογίσου
πως μιαν αγάπη μ’ άρπαξε, μικρούλα μου γλυκιά,
πλιο σιδερένια απ’ τη δική σου!»
Μες στη σκηνή μ’ άλλους πολλούς κάθε νυχτιά περά,

κι έχω κρεβάτι μου το χώμα·
αλλά για την πατρίδα μου κοιμούμαι μια χαρά
κι απάνου στα μαχαίρια ακόμα.
Ένας λοχίας μού μιλά λόγι’ άδικα, βαριά,
που άναψα· τί ευτυχία

που της πατρίδος την τρανή φαντάσθηκα θωριά!
Ξεχνώ τα λόγια του λοχία.
Ο λοχαγός μου μ’ έβαλε στη φυλακή ξανά
ολόκληρη δεκαμερία·
πατρίς, ας είσ’ ελεύθερη, κι εγώ παντοτινά

ας χάσω την ελευθερία!
Πως άλλαξα κι ασχήμισα πολύ, μου είπε μια,
έτσι ντυμένος στρατιώτης·
κι αν είν’ αλήθεια, η πατρίς με τέτοιαν ασχημιά
με καμαρώνει στο πλευρό της.

Με τ’ όπλο στα γυμνάσια ξοδεύω τον καιρό
και σβήνω απ’ τον πολύν ιδρώτα,
μα δε φροντίζω· να σε ιδώ, πατρίς μου, καρτερώ
αναστημένη σαν και πρώτα.
Με τ’ όπλο στα γυμνάσια γυρίζ’ ολημερίς.

Τώρα ιδρώτα μόνο χύνω,
Μα πότε και το αίμα μου θα τρέξει, ω πατρίς;
Τότε θα ειπώ: κάτι σου δίνω!