Πως ο εαμίτης Κούνδουρος έγινε ρατσιστής !

Στις 22 του Φεβρουαρίου έφυγε από την ζωή ο κομμουνιστής σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος. Ήταν ο δημιουργός της ταινίας «1922» που έδειχνε με ωμότητα τα όσα βίωσαν οι Έλληνες στην Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Νίκος Κούνδουρος είχε βιώσει πριν μερικά χρόνια τι εστί λαθρομετανάστευση και ληστεία μέσα στο σπίτι του. Ξαφνικά συνήλθε. Ήρθε αντιμέτωπος με τον θάνατο. Γνώρισε τι εστί βία μέσα στο σπίτι του. Και μάλιστα από αλλόφυλους εισβολείς. Ο Νίκος Κούνδουρος συνήλθε ξάφνου κι αποφάσισε να κόψει τις «εφηβικές μαλακίες» όπως δήλωσε ο ίδιος σε συνέντευξη του στο «Βήμα». Ο Κούνδουρος δήλωσε πως χάρηκε που βίωσε την ωμή πραγματικότητα διότι έτσι κατάφερε να την δει. Ιδού οι απαντήσεις – αναθεωρήσεις ενός κομμουνιστή αντιρατσιστή που αντίκρισε τον ρατσισμό μέσα στην πατρίδα του :

– Πριν από μερικούς μήνες ζήσατε ακόμη μία τρομερή περιπέτεια στην ούτως ή άλλως περιπετειώδη ζωή σας.Κατ΄ αρχάς,πώς αισθάνεστε σήμερα;

«Βράχος. Το συμβάν βέβαια έχει ακόμη την “ουρά” του γιατί τα άτιμα τα πλευρά θέλουν μήνες να κολλήσουν. Επτά-οκτώ μήνες. Κατά βάθος όμως οφείλω να πω ότι χαίρομαι που το πέρασα».

– Για ποιον λόγο μπορεί κάποιος να χαίρεται που παραλίγο να πεθάνει;

«Το γεγονός με έκανε να δω την πραγματικότητα. Είχα μια ανόητη ευαισθησία και γενναιοδωρία με την είσοδο ή μάλλον την εισβολή των ξένων στην Ελλάδα. Ελεγα ότι της ίδιας γης παιδιά είμαστε, να μπει ο κόσμος στην Ελλάδα, να ευφρανθεί, να νιώσει ασφάλεια, να φάει, να πιει ελληνικό νερό. Ε, από την ώρα του περιστατικού τέρμα όλες αυτές οι εφηβικές μαλακίες. Τέσσερα κτήνη, τέσσερις βάρβαροι που ούρλιαζαν και βρωμούσαν και φορούσαν μάσκες με έκαναν να δω την πραγματικότητα».

– Από εκείνη τη βραδιά τι δεν θα ξεχάσετε ποτέ;

«Εκείνο το “μην τον κρατάς, πνίξ΄ τον, τον πούστη! ” που φώναζε ο μόνος που άκουσα να μιλάει τσάτραπάτρα ελληνικά. Εγώ πούστης; Καλά το “πνίξ΄ τον”, το “πούστης” τι το θέλανε; Από εκεί κινήθηκε ένας μηχανισμός από σκέψεις μου που πέταξε έξω από την Ελλάδα όλους τους μετανάστες. Δεν είναι σωστό όμως και ως κοινωνική συμπεριφορά η Ελλάδα να ανοίγει τις πόρτες της σαν την πουτάνα που ανοίγει τα πόδια της: 1.400.000 ξένοι μέσα στη χώρα; Το 15% της χώρας μετανάστες; Πόσοι Ελληνες μπορούν να απορροφήσουν αυτό το νούμερο; Και όμως, έγινε. Αυτά είναι συνέπειες του κόμπλεξ κατωτερότητας που έχουν οι Ελληνες. Να ΄ναι καλά οι κυβερνήσεις. Οι Γερμανοί θα έπρεπε να έχουν το κόμπλεξ, όχι εμείς».

– Τι το ιδιαίτερο είχε το περιστατικό και σας κάνει να αισθάνεστε έτσι;

«Δεν ήθελαν μόνο να κλέψουν. Ηθελαν να σκοτώσουν. Εναν άλλον κύριο εδώ παρακάτω τον έπνιξαν με μαξιλάρι. Εγώ μόλις που γλίτωσα. Κρατούσαν το μαξιλάρι στο πρόσωπό μου και ίσα που ανέπνεα λίγο από το πλάι. Είδα μια εκδικητικότητα φυλετική, ταξική, κοινωνική, εθνική, όπως θες πες το. Ηταν μίσος. Γιατί αυτό που ήθελαν να πάρουν το είχαν πάρει. Τους το έδωσα. Πήγα στο χρηματοκιβώτιο και τους έδωσα ό,τι είχα. Μπήκαν σε ένα σπίτι που για εκείνους ήταν το Λούβρο και εγώ τους πήγα στο χρηματοκιβώτιό μου να τους δώσω ό,τι λεφτά είχα. Από την ταραχή μου δεν μπορούσα να θυμηθώ τον αριθμό του κωδικού και έκανα ένα λάθος. Μου κοπάνησαν το κεφάλι στο ατσάλι. Μια και δυο και τρεις φορές. Επί δεκαπέντε ημέρες το πρόσωπό μου ήταν μαύρο από το σκοτωμένο αίμα».

– Ετυχε να συναντηθείτε με αλλοδαπό μετά το περιστατικό; Και αν ναι,τι έγινε;

«Μετά το επεισόδιο βρέθηκα συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο ενός φίλου δικηγόρου. Ηρθε ένας Πακιστανός να καθαρίσει τα τζάμια. Του λέει ο φίλος “όχι”. Εγώ, που είχα περάσει αυτά που είχα περάσει, του λέω “δώσ΄ του κάτι του νεαρού, δεν πειράζει”. Του έδωσε λοιπόν ένα κέρμα. Το παίρνει ο Πακιστανός, το κοιτάζει και μας το πετά στα μούτρα. Πήδηξα έξω σαν να ΄μουν 18 χρόνων, τον έπιασα από τον σβέρκο και τον έσυρα με μια κακία, με ένα μίσος, στο αυτοκίνητο και του ΄πα “βρες το”. Από πίσω ο κόσμος έβλεπε την εικόνα ενός λευκού που έσουρνε έναν φουκαρά Πακιστανό σαν να ήταν σκύλος. Η εντύπωση που έδωσα ήταν ότι η λευκή ράτσα ταλαιπωρούσε έναν φουκαρά πακιστανό σκύλο. Και όμως συνέβαινε το ανάποδο. Η παρεξήγηση είναι μέσα στη ζωή μας».

– Θα πρέπει να είναι πολύ παράξενο για έναν άνθρωπο που έχει δει τόσο πολλά: Εμφύλιο,Κατοχή, εκτελέσεις, εξορία στη Μακρόνησο…

«Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το περιστατικό που έζησα κακιά στιγμή, αλλά έτσι θα το εξευτέλιζα. Δεν ήταν σαν το τραμ που με πάτησε στον δρόμο εξαιτίας μιας αδεξιότητάς μου. Ηταν το γέννημα ενός στάτους πολύ ευρύτερου που κυριαρχεί σε όλη την Ελλάδα. Η ταπείνωση ενός έθνους σε σημείο να μην μπορεί να κυκλοφορήσει κανείς στον δρόμο χωρίς το καρδιοκτύπι μη τυχόν του τύχει το απρόσμενο κακό. Οπως μου είπε ο αστυνομικός διευθυντής που με βρήκε τότε, “η Αθήνα είναι μια ανοχύρωτη πόλη όπου κυριαρχούν ο φόβος, η ανησυχία και το απρόσμενο”. Ο καθένας μπορεί να κάνει το οτιδήποτε και ο καθένας μπορεί να υποστεί το οτιδήποτε. Η Αστυνομία, σύμφωνα με τα λόγια του, μπορεί να κάνει πάρα πολύ λίγα πράγματα και ακόμη λιγότερα να κυνηγήσει, πόσω μάλλον να καταδικάσει. Και έτσι είναι. Κακό τέλος είχε η ηρωική ελληνική φυλή μετά το αλβανικό, μετά τον ανταρτοπόλεμο, μετά το ασικλίκι, μετά τη νίκη της Δεξιάς, μετά το Μακρονήσι. Ολα αυτά τα πράγματα σφράγισαν το κακό μέρος από τη μοίρα του Ρωμιού. Ισως μας προόριζε η μοίρα για μια καλύτερη ζωή. Για ελευθερία».

«Το Βήμα»