Αχιλλέας Παράσχος: Ο Γερο – καπετάνος

Παιδιά ! γι’ ακούστε με κ’ εμέ το Γέρο-Καπετάνο,

Που τα μαλλιά μου ασπρίσανε στον πόλεμο απάνω.
Από τα χρόνια του Αλή τον τούρκο πολεμούσα,
Κ’ είδαν πολλά τα μάτια μου εκεί που περπατούσα.
Στον πόλεμο γεννήθηκα… μαθήτεψα παιδάκι
Στου γέρο – Ζίδρου το σκολειό και του Καραϊσκάκη.
Επαραγέρασε, παιδιά, το άπιστο λειοντάρι
Δεν ειν’ εκείνο πούξερα και θέλει μακελάρη.
Για σηκωθήτε μιάν αυγή με τα σωστά σας όλοι,
Και το σταυρό σας κάμετε να μπούμε μεσ’ την Πόλι.

Παιδιά ! εχάθηκ’ η τουρκιά, δεν είναι γενιτσάροι
Εκείνους τους σκοτώσαμε… τους πήρε το φεγγάρι.
Α, δεν επρόφθασε να ιδη και το δικό σας μάτι
Του Τούρκου όταν άφριζε και χόρευε το άτι !
Χιλιμιντρούσε μοναχά κ’ οι Φράγκοι ξεψυχούσαν,
Και μόνο τα κλεφτόπουλα το δρόμο του εκρατούσαν.

ΔΑΦΝΑΙ

Τη χώρα μας μοιράζαμε μ’ αυτούς με το μαχαίρι,
Εμείς απάνω στα ψηλά, κι αυτοί στα κάτω μέρη….
Εχάθηκαν οι Τσάμιδες κ’ οι Αρβανίταις όλοι,
Κι’ ακόμα, δύστυχα παιδιά, δεν μπήκατε στην Πόλι.

Αχ ! πάλι τα θυμήθηκα τα περασμένα χρόνια,
Της μάχαις, τα λημέρια μας, της Λιάκουρας τα χιόνια….
Παιδιά ωσάν τα έλατα, στον πόλεμο θρεμμένα,
Με μάτι μαύρο, σα φωτιά, με στήθια δασωμένα,
Μ’ ένα σταυρό στο χέρι τους και μια καλή μαχαίρα,
Επελεκούσαν της τουρκιάς τους λύκους νύχτα μέρα.
Κάθε ημέρα πόλεμος, κάθε νυχτιά τουφέκι
Απόσταινε το χέρι μας απ’ το πολύ πελέκι….
Εκείνοι τώρα πέθαναν….. εκοιμηθήκαν όλοι
Αχ αν ξυπνούσαν, μπαίναμε για μια στιγμή στην Πόλι !

Άσπριζε τότε, άσπριζε σαν χιόν’ η φουστανέλλα
Στου Νικο-Τσάρα το κορμί, στου Γρίβα, στου Τζαβέλλα.
Χρυσά τσαπράζια βρόνταγαν στα στήθια στου Μηλιώνη
Οι δράκοι δε φορούσανε στενά του Κατσαντώνη.
Τήρα καιρός που πέρασε, τήρα καιρός που πάει !
Ο Κλέφτης κ’ η Ελευθεριά χτυπούσαν πλάϊ πλάϊ.

Το καρυοφύλλι άκουες εδώ κ’ εκεί να πέφτη,

Και κάθε ράχη έκρυφτε αρματωλό και κλέφτη.
Α, τότε αν εσμίγανε σε μια σημαία όλοι,
Μα το σταυρό που προσκυνώ τους παίρναμε τη Πόλι !

Ξύπνα, καϋμένη λεβεντιά στοιχειώσου, Κώστα Πάλα,
Θανάση Διάκο, πρόβαλε, ροβόλα Μπουκουβάλα
Ξύπνα, μικρό Χορμόπουλο πετάξου, γέρο-Νάσο,
Ανδρούτσο, ζώσου τα’ άρματα, καβάλλα Καρατάσσο !
Πάλι τουφέκι άνοιξε…. Έβγατ’ απ’ τα κλαδιά σας,
Και στων σπαθιών σας βάλετε τον ίσκιο τα παιδιά σας.
Αφήσετε τη μαύρη γη, τη λαγκαδιά, το βράχο,
Κ’ ελάτε, μην αφίνετε το Δήμο σας μονάχο !
Ξύπνησε στράτευμα νεκρό, αναστηθήτε όλοι,
Ο γέρο-Δήμο σας με σας θα μπη μέσα στην Πόλι !

Σωριάζεται ο γίγαντας, τον έφαγε το κρίμα
Χαράζει, κι ο βρυκόλακας μυρίσθηκε το μνήμα.
Κ’ εσείς ακόμη κάθεστε, παιδιά δυστυχισμένα ;
Σαπίζει όποιος κάθεται με χέρια σταυρωμένα.
Ντροπή, παιδιά, στα νειάτα σας, ντροπή στη λεβεντιά σας,
Ακόμη μια δεν άκουσε ο τούρκος τουφεκιά σας !

 

Αχ ! Θυμηθήτε αίμα μας πως είσθε και καρδιά μας
Αφήστε τα βιβλία σας, ζωσθήτε τα σπαθιά μας,
Και τρέξετε στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία όλοι
Είναι δική μας, βρε παιδιά, η ξακουσμένη Πόλι !

Το είδετε, ακόμη χθές η Κρήτη μοναχή της
Επάλεψε με την τουρκιά με μόνο το σπαθί της.
Φωτιά κι αράπης και τουρκιά και πείνα τη χτυπούσε,
Μ’ αυτή κρατούσε τα’ άρματα, μ’ αυτή δεν προσκυνούσε !
Απ’ τη Φραγκιά βοήθεια δεν καρτερούσ’ εκείνη
Γνωρίζει τη βοήθεια ο ξένος πως την δίνει….
Και σεις ελευθεριά προσμένετε απ’ τη Φραγκιά, καϋμένα ;
Εις τα σπαθιά σας βρίσκεται για ξεσπαθώστε όλοι,
Και παμ’ από τον άπιστο να πάρωμε την Πόλι !

Εμείς θε να την πάρωμε, εμείς, και όχι άλλοι
Ποιοι είν’ αυτοί που σήκωσαν απάνω το κεφάλι ;
Ποιοι Σέρβοι και ποιοι Βούλγαροι και ποιοι Ερζεγοβίνοι ;
Χωρίς τη φουστανέλλα μας μπορεί φωτιά να γείνη ;
Αν η ψυχή τους ξύπνησε και φως ζητούνε όλοι,
Το φως δε θα τους δώσουνε οι σκοτεινοί Χαχόλοι.

Δε δίνει ήλιο η νυχτιά, κ’ ελευθεριά οι Ρώσσοι
Ό, τι δεν έχει ποιος μπορεί στον άλλονε να δώση ;
Ας πάρουνε τους τόπους τους τους σκλαβωμένους όλοι,
Κι ας μην καλοκυττάζουνε την εμμορφή μας Πόλι !

Την Πόλι !.. την Αγιά Σοφιά ! … Γιατί, γιατί, παιδιά μου,
Με τ’ ονομά της μοναχά φτερόνετ’ η καρδιά μου ;
Τον Άγιο Τάφο προσκυνώ από μακρυά με πόνο,
Μα Άγιο Τάφο μου εγώ την Πόλι έχω μόνο !
Πρώτα στην Πόλι, κ’ ύστερα στον Άγιο Τάφο πάτε
Παιδιά, ανίσως δεν τη δω, να μου την χαιρετάτε !
Ένα κερί ανάψετε ακόμη και για μένα
Εις την Αγία Τράπεζα, παιδιά ευτυχισμένα,
Κι’ ας κράξη ένας από σας, όταν θα μπήτε όλοι,
«Ο γερό-Δήμος μοναχά δεν μπήκε μεσ’ στην Πόλι !»

Μα δεν πεθαίνει εύκολα ο Δήμος, δεν πεθαίνει,
Και η ψυχή του δύσκολα απ’ το κορμί του βγαίνει.
Θα την κρατήσω τη ψυχή στα δόντια μου απάνω
Στο στρώμα δεν τωχω σκοπό, ολόρθος θα πεθάνω
Θέλω το Χάρο να τον βρω σε μάχη αναμμένη….
Πόση τουρκιά, μωρέ παιδιά, πόση τουρκιά πεθαίνει

Χωρίς σπαθί ελληνικό, δικό μας γιαταγάνι !

Μας κλεβ’ ο χάρος, κι’ ο εχθρός απ’ άλλον θα πεθάνη….
Ζωσθήτε δαμασκί σπαθί, αρματωθήτε όλοι,
Και ξερ’ ο Δήμος από πού πηγαίνουνε στην Πόλι !

1867