Ποιήματα για τον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου

Μιχαλάκης Παρίδης – Ωδή στον Γρηγόρη Αυξεντίου

(Θυσιάστηκε επίσης για την Ένωση Ελλάδος – Κύπρου)

Ζωντανός να γυρίσεις κοντά τους προσμένουν,
τρεις καρδιές πονεμένες
Η Μάνα κι ο Κύρης κι η ακριβή Βασιλού σου
Ταξίματα η μάνα στους Αγίους να σε σκέπουνε, χίλια είχε κάνει.
Κι η καλή σου, κεριά στη γλυκειά την παρθένα και καντήλια όλο άναφτε.
Ο γέρος σου κύρης στο Χριστό κάποιο δάκρυ κρυφόδειχνε.
Τι άνδρας ήταν και δεν το ᾽χε πρεπούμενο να τον δούνε κλαμένο.
Και ποθούσε η γερόντισσα μάνα να σε δει στο ξωπόρτι,
στο σπίτι να μπαίνεις που μικρό σε θωρούσε σα δεντρί να τρανεύης.
Να σε ντύσει γαμπρό και του γάμου στεφάνι να φιλήσει στο μέτωπό σου.
Και με χέρια σταυρωτά στες εικόνες μπροστά, την ευχή της να σου δώσει.
Και σ’ ήθελε ο κύρης, μαζί του στα χωράφια να πάρετε βόλτα,
να μάθεις τον καρπό της σκληρής του δουλειάς
και της τέχνης μυστικά να σου μάθει, που τόσο αγαπούσες.
Δουλευτή να σ’ αφήσει καλό για τη γη του, σαν θε νάπαυε εντός του το γιαίμα να βράζει.
Λαχταρούσε η καλή Βασιλού σου να φτάσεις στη στιά της.
Τη θερμή της αγκάλη να σού ᾽χει γι’ ανάπαυση.
Τα χέρια κι ο νους της για πάντα να συντρέχουν την φλόγα της άσβεστης αγάπης.
Μεγάλη για να φτιάσουν δικιά σου ευτυχία.
Και λαχταρούσε η ψυχή της παιδιά ν’ αναστήσει απ’ τα σπλάχνα της
Άφταστης να ᾽ναι για σένα χαρά.
Μα συ δεν ήσουν για τέτοια. Πετούσε το πνεύμα σου πάνω απ’ τ’ ανθρώπινα.
Σ’ ύψη αξεδιάλυτα, που φωτιστήκανε μόνο απ’ τη λάμψη,
που απλόχερα σκόρπισε η δόξα στη Μονή Μαχαιρά.
Μα δεν κλαίνε οι δικοί σου ζωντανός που δε θα ᾽ρθεις πια τώρα κοντά τους.
Για παράδειγμα κι όχι για θρήνο οι μεγάλοι.

 

Χρυσάνθη Ζιτσαία – Ο Ένας (Η σπηλιά του Μαχαιρά)

Εδώ κι ο ήλιος στέκεται με δέος.
Τ’ αστέρια κι η σελήνη προσκυνούν.
Τα βράχια κι η σπηλιά βροντοφωνούν.
Κι αντιλαλούν οι αιώνες: «ο Γενναίος!»

Γρηγόρη τον έλέγανε. Με χίλιους…
Ένας αυτός, του τόπου του η ψυχή.
Φωτιά κι αστροπελέκι κι ιαχή.
Κι υψώθηκε μια δόξα ώς με τους ήλιους.

Ω Γη τυραννισμένη, Κύπρο αντρειωμένη.
Σε τούτη τη γιγάντια τη στιγμή.
Ολόρθη μ’ ατσαλένιο το κορμί.
Τι ο Διγενής Ακρίτας δεν πεθαίνει.

Θρύλος δεν τον χωράει κι ύμνος κανένας.
Εδώ είν’ οι Θερμοπύλες των καιρών.
Σημάδι των αθάνατων ωρών.
Εδώ είναι μόνο ο ΕΝΑΣ!

 

Αντώνης Περνάρης – Ωδή στον Γρηγόρη Αυξεντίου

Χαίρε Εκλεχτέ! Καινούργιε Ακρίτη,
που με το φως σου, φως αποσπερίτη,
μες στης σκλαβιάς τ’ απαίσιο ξεροβόρι
περίχυσες τους κάμπους μας και τα όρη.

Στης ιστορίας το πέρασμα η μορφή σου
ανάλυωσε το ατσάλι της αλύσου
που ᾽δενε το λαό που αγκομαχούσε
γενιές γενιών κι αβάσταγα βογγούσε.

Με την καρδιά την άπλερη, που εχώρει
τον πόνο ένας νησιού βγήκες, Γρηγόρη,
για να πύρωσης θαρρετά τ’ άγουρα νιάτα
σε μιας περίτρανης θυσίας παράτα.

Κοίτα! Περνούν μπροστά σου Μαραθώνες,
Μπιζάνια, Πίνδοι κι όσες οι αιώνες
της Λευτεριάς σελίδες χρυσές κλειούνε
και τη δικιά σου θυσία προσκυνούνε!

Ένας εσύ, και τράνταξες τους χίλιους,
κι όσες φωτιές, γέννησες τόσους ήλιους
να λάμπουν πάνωθέ μας, να φωτίζουν
εκειούς που την Ανάσταση θα χτίζουν

Στου Μαχαιρά τ’ απάτητα ρουμάνια
φτεροκοπά η δικιά σου περηφάνεια.
Τη μάχη σου θα διαλαλούν οι αιώνες
με της Φυλής τους πιο αψηλούς αγώνες.

Για τους δειλούς δεν φύτρωσεν η δάφνη.
Τιμή σ’ εκείνον μόνον όπου αδράχνει
απ’ τά μαλλιά τη Νίκη όντας ορμάει
στη μάχη και μαζί του την τραβάει.

Μόνο η φωτιά τον ήρωα δροσίζει,
και τη χαράν ετούτη μόνο τού χαρίζει.
Κ’ είν’ απ’ αυτή που αντιλαλούν τα όρη,
Γρηγόρη απέθαντε, Γρηγόρη, Γρηγόρη!

Κούγκι καινούργιο γίνηκε η σπηλιά σου
και τραγουδά τη θεία παλληκαριά σου.
Νέος Σαμουήλ εσύ, σε Σούλι νέο,
το θάνατο έχεις βρει τον πιο ωραίο.

Μα βρυσομάνα οργής που δεν θα λείψει
στέριωσες στου βουνού σου εκεί τα υψη
να πίνουν οι γενναίοι και να χυμάνε
την άδικη σκλαβιά να πολεμάνε.

Χαίρε αϊτέ! Του Διγενή εσύ πρώτο
και πιο καλό και άξιο παλληκάρι,
το χτύπο της καρδιάς σου ως αγροικώ το
νοιώθω περίσσια να με εύφραίνη χάρη.

Κι όλοι της Κύπρου οι νιοί κι οι νιές αντάμα
μόν’ ένα ορκίζονται μεγάλο τάμα:
Ή την πατρίδα ελεύθερη να δούνε
ή μες στη γη της όλοι νά θαφτούνε.

Κώστας Μόντης – Τραγούδι για τον αδερφό μας

Να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να καθαρίσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να μπολιάσουμε το δικό μας,
να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να βάψουμε το δικό μας
να μη μπορέσει πια ποτέ
να το ξεθωριάσει ο φόβος.
Να πάρουμε το τελευταίο σου βλέμμα
να μας κοιτάζει να μην ξεστρατίσουμε,
να πάρουμε την τελευταία σου εκπνοή
να ᾽χουμε οξυγόνο ν᾽ αναπνέουμε
χιλιάδες χρόνια,
να πάρουμε τις τελευταίες σου λέξεις
να ᾽χουμε να τραγουδάμε
ανεξάντλητα εμβατήρια για τη λευτεριά…

Μην πέσει σκιά στον τάφο αυτό
ούτε από γιασεμί στο φεγγάρι.
Ο τάφος αυτός είναι για να παίζει
με ξίφη αυγουστιάτικων ηλιαχτίνων
και να στέλνει διπλούς ήλιους
πίσω στον ήλιο.
Κι ακόμα όχι, ο τάφος αυτός
δεν είναι για ν᾽ αντανακλά τον ήλιο,
ο ήλιος είναι για ν᾽ αντανακλά τους ήλιους του.

 

 

Αντωνού Αυξεντίου – Σήμερον που σ’ αντίκρυσα

(Ποίημα που η μητέρα του Ήρωα, Αντωνού Αυξεντίου, φέρεται να εμπνεύστηκε τη μέρα του θανάτου του απήγγειλε στο πρώτο του μνημόσυνο)

Σήμερον που σ’ αντίκρυσα τζι είδα την ζωγραφκιάν σου
Την τόλμην σου φαντάστηκα τζιαι την παλληκαρκιάν σου.

Να μεν σε πιάσουν ζωντανόν τζι ας ήταν όπως τύχει,
αφού για την Πατρίδα μας το γαίμα σου εχύθην.

Ξύπνα, Γληόρη μου, να δεις που κόντεψεν η Νίκη
τζι εσέναν βάλλουσιν μπροστά γιατί σ’ εσέν ανήκει.

Ξύπνα να δεις τους κόπους σου, να δεις τα βάσανα σου,
που νυχτοξημερώνεσουν μέσ’ στα κρησφύγετα σου.

Που νυχτοξημερώνεσουν μες στα βουνά, τους βράχους
τζιαι κέρτισες ό,τι έθελες τζιαι πήρες τα μιτά σου.

Ξύπνα να δεις την μάνα σου που στέκεται κοντά σου
τζι έκαμεν σίδερον καρκιάν όπως την λεβεντιά σου.

Θέλω δκυο λόγια να μου πεις, γιέ μου, που την καρκιάν σου
μεν κλαίεις, μάνα, μεν κλαίεις, που έχασες τον γιό σου
την ώραν του θανάτου σου θα είμαι στο πλευρό σου.

Την ώρα του θανάτου μου, πριχού τα μάθκια κλείσουν,
πέρκι σε δουν, λεβέντη μου, τζιαι σε ξαναφιλήσουν.

Μια μάνα τέτοιου ήρωα εν προσβολή να κλάψει,
προσβάλλει τον λεβέντη της, τζιείνον που θ’ απολάψει.

Χαλάλιν της Πατρίδας μου ο γιος μου, η ζωή μου,
τζι αφού εν επαραδόθηκεν
τζι έμεινεν τζι εσκοτώθηκεν
ας έσιει την ευτζιήν μου.

Γεια σου, Γληόρη Αθάνατε, ήρωα των ηρώων
τζιαι τ’ όνομα σου άφησες παντοτινά στον κόσμον.

Ζήτω, Γληόρη αθάνατε, ας έχομεν εγείαν,
που σιόνωσες το γαίμα σου για την Ελευθερίαν.

Τζι εγιώ έτσι μάνα εν να φανώ όπως τες Ελληνίδες,
που πιάσασιν τα όπλα τους τζιαι τζιείνες οι ιδίες.

Εχόγλασεν το γαίμα μου, όπλον θέλω να πάρω,
πα’ στα βουνά του Μασιαιρά τζιει πάνω να πεθάνω.

Τζιει πάνω που θυσίασεν ο γιος μου τη ζωή του,
τζει πάνω να θυσιαστώ νάμαι τζι εγιώ μαζί του.

 

Πιερής Αυξεντίου – Στον γιο μου

(Πιερής Αυξεντίου, πατέρας του ήρωα Γρηγόρη)

Εσύ που εθυσίασες το άνθος της ζωής σου,
ξύπνα να δεις τι γίνεται σ’ εσέ και στους γονείς σου.

Σε όλες τις βουνοπλαγιές έκτισες τη φωλιά σου
και πέταγες και σκέπαζες όλους με τα φτερά σου.

Τον βρήκαν με την προδοσιάν, με του τυράννου δώρα,
κι ελπίζω να τιμωρηθούν κι αυτοί σαν έλθει η ώρα.

Γιατί ο ππαράς της προδοσίας εν κοφτερόν μασιαίριν
τζι όποιος τον πιάσει αυτοκτονεί με το δικόν του σιέριν.

Πα’ στα βουνά του Μασιαιρά και εις τες τρεις του Μάρτη
ήτουν μια μέρα συμφοράς κοντά σε μέναν νάρτει.

Κάποιος βοσκός σκληρόκαρδος τζιει πάνω εξαγοράσθην
και οδηγίες έδωσεν εις τον στρατόν του Χάρντιγκ.

Στρατός με ελικόπτερα γυρόν συναντήθηκαν
πως θα τον πιάνναν ζωντανόν οι Άγγλοι φαντάστηκαν.

Εφέρασιν τζιαι ρεπόρτερ τζιαί δημοσιογράφους
για να τον σατιρίσουσιν στους κινηματογράφους.

Και όμως δεν δειλίασεν ποττέ στες απειλές τους,
ούτε στες παρακλήσεις τους, ούτε εις τες φωτιές τους.

Με τα φιλιά πολόγιασεν αυτούς πού ᾽σιε μιτά του
Γιατ’ εν έθελεν να τους ιδεί κι αυτούς νεκρούς κοντά του.

Ώρες δέκα ολόκληρες μιτά του πολεμούσαν
και να πλησιάσουσιν κοντά του δεν τολμούσαν.

Ώστι τζιαι βαλαν του φωθκιάν να κρούσει να τον πιάσουν,
γιατί ολόκληρον στρατόν είδαν πως εν να χάσουν.

Έτρεξα και εζήτησα κι εγώ το λείψανόν σου
για να σε φέρω για ταφήν στην Λύσην, στο χωρκόν σου.

Κι ο Χάρντιγκ ο αιμοχαρής, για να με τιμωρήσει,
αρνήθην εις την αίτησιν, την δίψαν του να σβήσει.

Μόνος θα πάω να τον δω τζιαι να πιστοποιήσω,
αν εν ο γιος μου ο νεκρός τζιαι πίσω να γυρίσω.

Παιδί μου, όταν σ’ αντίκρυσα, ήτουν απελπισία,
στάθηκα και σε κοίταζα όμως με ψυχραιμίαν.

Γύρισα και τους μίλησα, παιδί μου, όταν σε είδα.
— Άγγλοι, αυτό που κάνετε είναι θηριωδία

Ελπίζομεν εις τον Θεόν πως θαρτει τζιείν’ η μέρα
που σύντομα εν να γινεί η Κύπρος ελευθέρα.

Νάρτουμεν να σε φέρουμε στο μνήμα το δικό σου,
στον τόπο που γεννήθηκες πόν χώμα πατρικόν σου.