Άγγελος Σικελιανός, ο εθνικιστής ποιητής

sikelianos_b_2145

Ο Άγγελος Σικελιανός (15 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές. Γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις νομικές του σπουδές. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο. O Σικελιανός εξέδωσε πολλά ποιήματα, πεζά κείμενα, ανθολογίες και τραγωδίες. Πέθανε στην Αθήνα το 1951 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Eίναι επίσης σημαντικό να αναφέρουμε και την επιστολή του προς τον Ίωνα Δραγούμη. Την παραθέτουμε όπως δημοσιεύθηκε σε γνωστή εφημερίδα την 11/24 Απριλίου 1912:

«Αξιότιμε Φίλε,
Αν άργησα υπερβολικά κι ελπίζω όχι ασυγχώρητα να σας πω τη βαθιά μου τιμή για το βιβλίο σας «Όσοι Ζωντανοί» και να σας σφίξω εγκάρδια το χέρι, σας παρακαλώ να το αποδώσετε στην  καθόλου βιαστικήν υπόληψη που του ώφειλα.
Καθώς ίσως θα ώφειλα ν’ απαντήσω με μια λέξη στο λοξό ερώτημα σας για την ανθρώπινη μου πίστη: «Είμαι τετρακάθαρα Εθνικιστής». Μόνο που και πάλι βιαστικός ο λόγος μου, όσο δεν τον φανερώνει το έργο που αφιέρωσα τη ζωή μου. Και το λέγω μόνο με την απλή ιδέα πως αν συναντιέται με την σκέψη σας, δε δείχνει παρά μία απ’ τις εσώτερες αφορμές της εκτίμησης μου. Θα ήθελα και ό,τι άλλο ετυπώσατε· αλλά καθώς σε λίγο και πολύ πιθανό να περάσω στην Ελλάδα για κάμποσο, θα σας δώσω διεύθυνση απ’ αλλού, αν δεν τύχει να σας ιδώ. Μένω ωστόσο με τιμή.
Άγγελος Σικελιανός»

Delphic_Games_1927.svg.png

Το επόμενο διάστημα ο Σικελιανός ασχολήθηκε με την «Δελφική Ιδέα», δίνοντας διαλέξεις και οργανώνοντας τις «Δελφικές Εορτές» με παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη και των Ικέτιδων να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο όπου θα είναι ο παρών και ο Κώστας Καρυωτάκης.

SIKELIANOS

Ο Άγγελος Σικελιανός μεταφέρει την σωρό του Κωστή Παλαμά,

του μεγάλου εθνικού ποιητή

Το 1943 που έφυγε από κοντά μας ο σύγχρονος τιτάνας Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός του αφιέρωσε το ποίημα «Ηχήστε οι σάλπιγγες» το οποίο και απήγγειλε κατά την διάρκεια της κηδείας του:

«Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς !»,
ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη !
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…
κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !»

Ο Καζαντζάκης συνδέθηκε φιλικά με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό το 1914, ενώ οι δυο τους πραγματοποίησαν μαζί πολλά ταξίδια στην Ελλάδα. Μέσω αυτών των ταξιδιών, ο Καζαντζάκης ανακάλυψε «τη συνείδηση της γης και της φυλής του». Παρόλα αυτά, οι δρόμοι τους χωρίστηκαν το 1923, ενώ βρέθηκαν ξανά μετά από 14 χρόνια.

1530a

Λευκάδα Ιούνιος 1925. Ο Α. Σικελιανός απαγγέλλει την «Ωδή στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη»

Τον Ιούνιο του 1925, ο Α. Σικελιανός απαγγέλλει στη Λευκάδα την «Ωδή στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη» στα πλαίσια των γιορτών για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του βάρδου της Μαδουρής.

«Ψηλά στη βίγλα π΄αγρυπνώ σαν τον καλό τσοπάνο,
στο βράχον όπου ρίζωσεν η σκέψη μου κ΄η ζωή,
ποια ξάφνου, στο βαθύτερο το λογισμόν επάνω,
μου πλημμυρίζει ακράτητη το νουν ακέριο βοή;
Δεν είναι σάλαγος φτερού, δεν ειν΄αχός καμπάνας,
δεν είν΄ουδέ το μήνυμα μιας μακρινής βροντής.
Τούτ΄ η βοή έχει μέσα της απ΄ τη φωνή της Μάνας
κι απ΄ τη φωνή που μόνος του κατέχει ο Ποιητής.
Τι εκεί που μ΄ αργοδίπλωνε θερμό φτερόν η σκέψη
και στου βουνού βυθίζομουν την άμετρη σιγή,
της κορυφής για να χαρώ την υπερούσια γέψη
στην πρώτη μου γυρίζοντας ανέκφραστη πηγή,
τώρα ο αχός, που με καλεί κι ολοένα με ζυγώνει
μες στης καθάριας συλλογής τον άγιο ανασασμό,
σκει την ψυχή μου ολάκερη, την ακοή μου οργώνει,
κι αδόκητο στα σπλάχνα μου ξανοίγει κλονισμό.
«Ποια είσαι, φωνή, που μου ΄κλεισες, ωσάν περικοκλάδα,
το νου μου π΄αγωνίζονταν στη μοναξιά ασκητής;»
Και δε μ΄απάντησε η φωνή, μα το αίμα μου: «Η Λευκάδα,
και της Λευκάδας πόκραξεν αιφνίδια ο Ποιητής!».
Το κάλεσμα είναι βιαστικό, γοργό είναι το πιστρόφι.
«Σε τέτοια» απάντησα «φωνή, κι ο λόγος μου φτωχός….
Μόνο θερίσετε έλατα του Παρνασσού, συντρόφοι,
δάφνες θερίστε γρήγορα, να φύγω μοναχός!»
Έτσ΄ήρθα αγνάντια Σου, Ποιητή, σαν ταπεινός οδίτης.
Του λόγου μου το κράξιμο μικρό και περισσό…..
Μα όπως ειν΄ ένας ο Θεός κ΄ Εσύ ΄σαι Λευκαδίτης,
οι δάφνες οπού Σου ΄φερα μυρίζουν Παρνασσό!
Μα ότι και να ΄φερα, Ποιητή, με το δικό μου χέρι,
δάφνες αν είναι κ΄ έλατα του αιώνιου Παρνασσού,
δεν είναι τίποτα μπροστά σ΄εκείνο πόχει φέρει
κ΄ η ταπεινότερη καρδιά μπροστά Σου του νησιού….
Γιατ΄ ήταν άμετρες καρδιές, που, ως είχαν απαυδήσει
που τις χωρίσαν από Σε πικρότατοι καιροί,
«τι να Του φέρουμε», έλεγαν, «για να καλοκαρδίσει
σα θε ν΄ αστράψει αγνάντια μας η όψη Του ιερή;»
κι άλλες καρδιές, που βύζαξαν αντάμα με το γάλα
το λατρεμένο Σου όνομα, που θα ΄θελαν μεμιά
να δώσουν όλο το αίμα τους, κι ως τη στερνή τη στάλα,
για της παραμυθίσιας Σου μορφής τη γνωριμιά.
Τι όλοι το ξέραν, σε καρδιά, σε νου, ψυχή και χέρια,
μέσα σε κάθε πάτημα, σε κάθε Σου ματιά,
σε κάθε μέσα λόγο Σου ζούσε η Λευκάδα ακέρια,
και κάτω από τη φτερούγα Σου κοιμόταν την πλατιά!
Σα λιονταριού που ρυάζεται, Σου ΄καιε φωτιά τη γλώσσα
σαν Τη διαφέντευες ορθός, με πράξη είτε μιλιά.
Απ΄την οργή το στήθος Σου σκωνόντανε, ως η κλώσα
αν ξένο χέρι, γύρα της, αγγίξει τα πουλιά!
Κι απ΄ τα ψηλά τα Σταυρωτά ως όπου είν΄ απλωμένος
ο θείος γιαλός που μέσα του κοιτιούνται οι ουρανοί,
βοσκός , ξωμάχος ή ψαράς, στα νύχια ανασκωμένος,
τη βροντερή Σου επρόσμενε ν΄ αφουγκραστεί φωνή…
Και να, Αι-Πέτρος, Δράγανο, Νυδρί, Καρυά, Σφακιώτες,
όθε καλύβι και χωριό, μετόχι και κελλί,
όλοι πιστοί του Λόγου Σου κινήσανε στρατιώτες,
για να χαρούν της όψης Σου την νέαν ανατολή.
Τι, κάποια μέρα στύλωσες στη μέση τους το Νόμο,
κ΄είπες: «Λευκάδα, ολάκερη στα στήθια μου χτυπάς.
Δείλια δε θα ΄χεις μέσα Σου, δε θα ΄χεις έγνοια ή τρόμο….
Με την καρδιά που Σου ΄θρεψα θα μάθεις ν΄αγαπάς!»
Και να που ακόμα μια φορά, σφιχτά συμμαζεμένη,
όλ΄ η Λευκάδα γύρα Σου σα μια καρδιά χτυπά….
Κ΄ είν΄η καρδιά Σου η δυνατή ξαναζωντανεμένη,
που μες σε μύριες χύνεται μαζί και δε σκορπά!
Απ΄τις καρδιές που πλημμυράς, Ποιητή, με την καρδιά Σου,
για μια στιγμή στα στήθια μου να κλούσα ένα παλμό,
θε να ΄λεα π΄ άξια στάθηκα την ώρ΄ αυτή μπροστά Σου
κι άξια της άγιας δόξας Σου πως είπα τον ψαλμό!
Μα μες στο νου μου χύνεται αλάλητη ευτυχία…
Σφοδρή χορεύει της καρδιάς η κόκκινη πηγή.
Η ίδια μου σκέψη είναι δροσιά, και μέθη, κ΄ευωχία,
ως αναπνέω κατάβαθα τη μητρική μου γη!
Μον΄ κοίταξέ με στην ψυχή και ιδές πως έχω δράμει,
ο στίχος γράφει πιότερο γοργός απ΄τη μιλιά-
μα μέσα μου της δόξας Σου γιορτάστηκαν οι γάμοι,
κι ακέρια την εχώρεσε του νου μου η αγκαλιά!
Κ ΄Εσύ που ΄ναι φιλόξενη η σκιά Σου, σαν του ελάτου
τη σκιά, κι όμοια τριγύρα μας απλώνεται πιστή,
μεγάλο Πνέμα, δέξου με στον ίσκιο Σου αποκάτου,
να ξανασάνει η σκέψη μου και να ξεκουραστεί….
Μα, πριν σκωθώ απ΄ τον ίσκιο Σου, άσε να σκύψω, ακόμα
για μια φορά, το μέτωπο μπροστά Σου ευλαβικά,
κ΄ ευλαβικά σιμώνοντας προς το βουβό Σου στόμα
να ξεσκεπάσω γύρω μου τα θεία του μυστικά.
Τι όσο κοιτώ τα χείλη Σου, θαρρώ κ΄έχουν σαλέψει,
κι ολόισα προς το πνέμα μου τα λόγια ενώ μιλάν,
μέσα μου χύνεται μ΄ ορμή σαν ποταμός η Σκέψη,
κ΄ έτσ΄ οι μεγάλες Σου εντολές στις φλέβες μου κυλάν:
«Τη θεία φωνή, π΄ ο ίσκιος μου ν΄ακούσεις τώρα στρέγει,
μη την κρατήσεις μέσα σου δειλά και σιωπηλά,
μα σήκωσέ τη σήμαντρο τα ουράνια που να φλέγει,
η δύναμή της κύματα τεράστια να κυλά,
ν΄αντρειευτούν στον ήχο της κορμιά σακατεμένα,
να ρέψ΄ η έγνοια μέσα τους που φώλιασε η πικρή,
στήθια πλατιά να σηκωθούν σε γόνατα κομμένα,
ν΄ αναστηθούν στον τάφο τους ολόσωμοι οι νεκροί,
του αιθέρα από το βόγκο της ν΄ανοίξουν οι λαγόνες,
η Δόξα, που τυλίχτηκε στα σκότη, να φανεί,
κι αγγόνια και τρισέγγονα να βγουν σε νέους αγώνες,
τι νέοι καιροί ανατείλανε και νέοι είν΄οι ουρανοί!»
Τέτοια τα λόγια Σου, Ποιητή, μιλούν μες στην ψυχή μου.
Κι όπως ακούω στα βάθη της την άξια Σου εντολή,
διπλή αναβρύζει σήμερα σ΄ Εσένα η προσευχή μου:
«Όταν θα φέξει ολάκερη της Γης η ανατολή,
που Εσύ θωρείς από ψηλά, στον ουρανό, προφήτης,
ρίξε το βλέμμα Σου κ΄ εδώ, στη γη τη μητρική,
που Σε κρατάει ακοίμητη για πάντα στην κορφή της,
κι από τα σπλάχνα της αυγής, π΄ αστράφτει μυστική,
δωσ΄ της τ΄αστέρι το πρωινό, Ποιητή, κ΄εμένα δω΄μου,
όσον ακόμα μου χτυπά πάνω στη γη η καρδιά,
άγιος να τρέχει ο ίδρωτας από το μέτωπό μου,
κι απ΄ όλο μου το πρόσωπο, του αγώνα η ευωδιά!»

Screenshot_324 - Αντίγραφο - Αντίγραφο.png

Ο Κωστής Παλαμάς με τον Άγγελο Σικελιανό στον τάφο

του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στη Λευκάδα

1280px-Προτομη_Σικελιανου_Σαλαμινα_.jpg

Προτομή Άγγελου Σικελιανού στη Σαλαμίνα

Χάρης Λόχας