Βασίλειος Δοργανάς: Για μια θετική κριτική του ελληνικού εθνικισμού

18302460_1707008386264669_1995600942_n

Του Βασιλείου Δοργανά

Ατενίζοντας κανείς σήμερα την Ελλάδα της «κρίσης», δεν θα συναντήσει παρά ερείπια, κι ενδεχομένως δε θα ξεχωρίσει παρά μόνο τα περισσότερο εμφανή και πολύ λιγότερο εκείνα της πνευματικής και ηθικής υπόστασης της ελληνικής εθνότητας. Η ίδια η λέξη «κρίση» στα χείλη όλων, από τους καταρτισμένους και τους επαΐοντες μέχρι τον άνθρωπο του δρόμου, σημαίνει κυρίως την απώλεια μιας άλλοτε δεδομένης υλικής ευμάρειας, ελάχιστοι όμως αντιλαμβάνονται ότι ο πραγματικός κίνδυνος για την ελληνικότητα δεν είναι η οικονομική της εξασθένιση αλλά μια τεράστια κι αδυσώπητα συντριπτική διαδικασία αλλοίωσης, μια επιθανάτια αγωνία που θέτει την ταυτότητά μας μπροστά στο δίλημμα της αναγέννησης ή του θανάτου.
Ένα από τα πολλά επακόλουθα αυτής της κρίσης υπήρξε και η επανεμφάνιση του λεγομένου εθνικιστικού κινήματος του οποίου βασική αποστολή θα ήταν να προτάξει μια ταυτοτική και επαναστατική αντίθεση στην παρακμή. Για όσους δεν έχουν εμποτιστεί από την υλιστική και δημοκρατική λογική της ποσοτικής συσσώρευσης ως μόνης αποτελεσματικής εναλλακτικής και αναζητούν μια καθάρια αντίληψη και μια ολική εξεγερσιακή κατεύθυνση, η εθνικοεπαναστατική πρωτοπορία φιλοδοξεί να αποτελέσει πόλο έλξης και αποκρυστάλλωσης σκέψεων και ενεργειών με στόχο τη δράση.
Οι εθνικοεπαναστάτες αγωνιστές, πολιτικοί στρατιώτες του αύριο, θεωρούν ατιμωτικό το να αποκρύπτουν τις ιδέες τους κι ακόμη περισσότερο το να υψώνουν κηλιδωμένες, ξεφτισμένες ή δανεικές σημαίες. Οτιδήποτε πέρα από τα δικά τους σύμβολα θα ήταν ξένο πρόταγμα και η χρησιμοποίηση του υπαγωγή σε αλλότριο ήθος! Η δική μας σημαία, ο πυρήνας τους δικού μας προτάγματος είναι η Τρίτη θέση!

Για όσους έχουν προσπαθήσει να αντλήσουν ουσιαστικά συμπεράσματα από την ιστορία του εθνικισμού και να προβούν σε μια κριτική εκτίμηση της παρουσίας του τα τελευταία χρόνια, είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο ότι ο ελληνικός εθνικισμός είναι ανολοκλήρωτος, ένα γενναίο κι ευγενικό εγχείρημα που αναζητεί ακόμα τους όρους έκφρασης και τους ιστορικούς δρόμους πραγμάτωσής του. Αντλεί τις ρίζες του στην εγερσιακή ελληνική αναγέννηση του τέλους του μεσαίωνα και την εθνική επανάσταση του 1821 – 29, λαμβάνει μια πρώτη μορφή κατά τους αλυτρωτικούς αγώνες του 19ου αιώνος, δέχεται την αισθητική και ιδεολογική συμβολή μιας λαμπρής γενιάς στοχαστών των αρχών του 20ου αιώνος, με πιο εμβληματική την αρρενωπή όσο και άτυπη φυσιογνωμία του Ίωνος Δραγούμη, δοκιμάζεται σκληρά στην πάλη με τον βενιζελισμό, μοιάζει να επικρατεί, έστω και κάτω από μια ατελή μορφή υπό τον Ι. Μεταξά, όμως στη συνέχεια επέρχεται η ιδεολογική και ηθική του έκλειψη πίσω από την δεξιά και κατά συνέπεια ο πολιτικός του θάνατος, παρά την ύπαρξη οργανώσεων και κινημάτων, ενίοτε αριθμητικά υπολογίσιμων ή εκλογικά ευημερούντων. Στην πραγματικότητα το εθνικιστικό κίνημα είχε πάψει να υπάρχει προ πολλού ώστε να μετατραπεί σε δορυφόρο της, δήθεν συντηρητικής αλλά σε διαρκή τροχιά φιλελεύθερης μετάλλαξης, δεξιάς και σε αρνητικό και κατά συνέπεια ευτελές, αντεστραμμένο είδωλο της αριστεράς.

Δεν είναι διόλου τυχαίο άλλωστε ότι οι αντίπαλοι του εθνικισμού προσπάθησαν πάντα να τον ταυτίσουν με την άκρα δεξιά και να τον εμφανίσουν ως μια παρακρατική δύναμη χωρίς καμία ιδιαίτερη υπόσταση. Δυστυχώς, αν και δεν είχαν ολωσδιόλου δίκιο, η στάση τον περισσοτέρων ομάδων που τοποθετούνταν στο στρατόπεδο του εθνικισμού έκαναν το παν για να τους δικαιώσουν. Κι αυτό διότι το υποτιθέμενο εθνικιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν θέλησε και δεν κατάφερε ποτέ να κρατήσει την πολιτική, ιδεολογική και ηθική του ανεξαρτησία, κάτι που υπήρξε ωστόσο το βασικό χαρακτηριστικό της ελληνόφωνης αριστεράς και αποτέλεσε και τον βασικό παράγοντα για την ηθική και πολιτική της επικράτηση. Η θέση της εθνικιστικής αυτονομίας που υποστηρίζεται από έναν αυξανόμενο αριθμό νέων αγωνιστών δεν μπορεί να νοηθεί πρώτα απ’όλα παρά μόνο ως απαίτηση μιας πλήρους πολιτικής ανεξαρτησίας από το σύστημα και τις δεξιόστροφες, κυρίως, πολιτικές του εκφράσεις καθώς και μιας αδιάλλακτης αντίταξης σ’αυτό κι όχι ως επιδίωξη περαιτέρω διασπάσεων και κατακερματισμών.
Η έλλειψη ιδεολογικών και αισθητικών θεμελίων συνετέλεσε και στην ανάδυση, στο εσωτερικό του εθνικισμού, δύο εμφανώς αντιτιθεμένων αλλά ουσιαστικώς ομογαλάκτων τάσεων εκ των οποίων η μία έγκειται στη διατήρηση της αηδιαστικής ιδεολογικής μικρονοϊκότητας της ελληνικής αντίδρασης, ενώ η άλλη προωθεί τον πιο στείρο και κάλπικο μιμητισμό. Και οι δυο όμως απορρέουν από την αντικειμενική αποτυχία του εθνικιστικού κινήματος να αυτοσυγκροτηθεί και να παίξει έναν ηγεμονικό ρόλο στο εσωτερικό του λαού.
Η σημερινή κρίση της ελληνικής εθνότητας ανάγεται κυρίως σε κρίση εθνικής ηγετικής πρωτοπορίας και το υπαρξιακό αδιέξοδο του ελληνικού εθνικισμού δεν μπορεί να ξεπερασθεί παρά μόνο μέσα από την επαναστατικοποίησή του.