Νίτσε: Αγώνας από χρέος προς τους προγόνους με στόχο τον Υπεράνθρωπο

11956_425707084191918_1691076223_n

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η πλειοψηφία σήμερα δεν επιθυμεί να αλλάξει συνήθειες. Είναι αδύνατο να δεχθούν τις ιδέες μας και να τις ασπαστούν οι αστοί. Γιατί οι αστοί είναι υλιστές και συνήθως ασυναίσθητα μαρξιστές. Και να ο Νίτσε που είπε την αλήθεια: «Είν’ άσχημο να ζεις στις πόλεις: ένα πλήθος ηδονόφιλοι ζουν εκεί πέρα». Ποιος από μας αγωνίζεται για τους αστούς; Μήπως αγωνιζόμαστε σήμερα για έναν λαό που δεν θέλει να σωθεί, που δεν θέλει να παλέψει, που δεν επιθυμεί να διατηρηθεί στη ζωή; Για τέτοιους ανθρώπους αγωνιζόμαστε; Όχι. Αγωνιζόμαστε για αυτούς που πέρασαν και έδωσαν ζωή στο έθνος και την φυλή μας και από τους οποίους αντλούμε περηφάνια, πρότυπα αλλά και ντροπή για την σημερινή πτώση μας αντικρίζοντας τον εκφυλισμένο λαό μας που σε τίποτα δεν θυμίζει το μεγαλείο των προγόνων μας.. Αξίζει να αγωνιστείς για όσους πέρασαν από την ζωή του έθνους μας και αγωνίστηκαν για να κρατηθεί στη ζωή. Αγωνίστηκαν γιατί είχαν έντονο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Σήμερα εμείς οι λίγοι, οι μοναχικοί, διατηρούμε το ένστικτο αυτό. Η εθνική πίστη και το χρέος προς τους προγόνους μας ωθεί στον αγώνα για την Νίκη! Επιλέγω τρία αποσπάσματα από τον Νίτσε, από τα πολύ σημαντικά βιβλία «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (τα δύο πρώτα) και «Η γενεαλογία της ηθικής».

Για μια αριστοκρατία:

«Εσείς οι μοναχικοί του σήμερα, εσείς που αποχωρήσατε από την κοινωνία, εσείς θα πρέπει να γίνετε μια μέρα ένας λαός: από σας που έχετε διαλέξει τον εαυτό σας, ένας διαλεχτός λαός θα ξεπροβάλλει – κι από αυτό τον διαλεχτό λαό θα γεννηθεί ο Υπεράνθρωπος! Αληθινά σας λέω, η γη θα γίνει μια μέρα ένας τόπος γιατριάς! Και τώρα κιόλας μια νέα μυρωδιά μας τριγυρνάει, μια μυρωδιά που φέρνει υγεία και μια καινούρια ελπίδα!».

Για τον Αγώνα των Ιδεών:

«Πρέπει να ζητάτε τον εχθρό σας, και πρέπει να αρχίσετε τον πόλεμό σας και τον πόλεμο για τις ιδέες σας! Κι αν νικηθεί η ιδέα σας, η τιμιότητά σας πρέπει να καλεί ακόμα το θρίαμβο! Ν’ αγαπάτε την ειρήνη σα μέσον για καινούργιους πολέμους. Και τη σύντομη ειρήνη πιο πολύ από τη μακρόχρονη. Δε σας συμβουλεύω να εργάζεστε, μα να πολεμάτε. Δε σας συμβουλεύω την ειρήνη, μα τη νίκη. Η δουλειά σας να ’ναι ένας αγώνας κ’ η ειρήνη σας να ’ναι μια νίκη! Μα τη μεγαλύτερη σκέψη σας πρέπει να μ’ αφήσετε να σας την προστάξω – και είναι τούτη εδώ: ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Ζείτε, λοιπόν, τη ζωή της υποταγής και του πολέμου! Τι σημασία έχει η μακρά ζωή! Ποιος πολεμιστής θέλει να τον λυπηθούν! Δε σας λυπούμαι, σας αγαπώ από καρδιάς, εν πολέμω αδερφοί μου! Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα».

 

373px-nike_on_a_statue_of_zeus_hermitage_-_d092d0b8d0bad182d0bed180d0b8d18f_d0b2_d180d183d0bad0b0d185_d183_d0aed0bfd0b8d182d0b5d180d0b0

Για τον Αγώνα από χρέος προς τους προγόνους:

«Η σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του πιστωτή και του χρεώστη, την οποία συζητήσαμε ήδη επί μακρόν, εισήχθηκε, για μια ακόμη φορά, με τρόπο ασυνήθιστο και σοβαρό από ιστορική άποψη, στην ερμηνεία μιας σχέσης που ίσως να είναι σε μας, τους μοντέρνους ανθρώπους, η πιο ακατανόητη: πρόκειται για τη σχέση των συγκαιρινών ανθρώπων με τους προγόνους τους. Μέσα στην αρχική κοινότητα της φυλής — μιλάμε για τους πρώτους καιρούς — η ζώσα γενιά αναγνωρίζει κάθε φορά απέναντι στην προγενέστερη και ιδίως στην πιο παλιά γενιά, εκείνη που ίδρυσε τη φυλή, μια νομική υποχρέωση (και καθόλου μια απλή συναισθηματική υποχρέωση, της οποίας την ύπαρξη θα μπορούσαμε μάλιστα να αμφισβητήσουμε για τη μεγαλύτερη περίοδο του ανθρώπινου γένους).

Εδώ κυριαρχεί η πεποίθηση ότι το γένος υπάρχει μόνο χάρη στις θυσίες και τις υπηρεσίες των προγόνων —και ότι πρέπει να τους ξοφλήσει κανείς γι’ αυτές τις θυσίες και υπηρεσίες: αναγνωρίζει έτσι ένα χρέος, το οποίο μεγαλώνει σταθερά, επειδή οι πρόγονοι αυτοί, οι οποίοι εξακολουθούν να υπάρχουν ως ισχυρά πνεύματα, δεν παύουν να παρέχουν στη φυλή, με τη δύναμή τους, καινούρια πλεονεκτήματα και προκαταβολές. Αναίτια μήπως; Δεν υπάρχει όμως κανένα «αναίτια» σ’ εκείνες τις ακατέργαστες και «φτωχές σε ψυχή» εποχές. Τι μπορεί να τους δώσει κανείς σε ανταπόδοση; Θυσίες (αρχικά για τροφή, υπό την πιο χονδροειδή έννοια), γιορτές, λατρευτικά τραγούδια, εκδηλώσεις τιμής, προπαντός υπακοή — διότι όλα τα έθιμα είναι, ως έργο των προγόνων, και θεσπίσματα και διαταγές τους: τους δίνει κανείς ποτέ αρκετά; Η υποψία αυτή υπάρχει πάντα και μεγαλώνει: από καιρό σε καιρό επιβάλλει δια της βίας μια συνολική εξόφληση, κάποια τεράστια αποπληρωμή στον «πιστωτή» (για παράδειγμα, την περίφημη θυσία του πρωτότοκου, αίμα, ανθρώπινο αίμα σε κάθε περίπτωση). Ο φόβος για τον πρόγονο και τη δύναμή του, η επίγνωση του χρέους προς αυτόν, μεγαλώνει κατ’ ανάγκην, σύμφωνα μ’ αυτήν την ειδική λογική, στον βαθμό που μεγαλώνει και η δύναμη της ίδιας της φυλής, στον βαθμό που η φυλή γίνεται όλο και πιο νικηφόρα, ανεξάρτητη, τιμημένη και πρόξενος φόβου. Ποτέ το αντίθετο! Κάθε βήμα προς την υποπλασία της φυλής, κάθε ολέθριο ατύχημα, κάθε σημάδι εκφυλισμού, επερχόμενης διάλυσης μειώνει πάντα το φόβο που εμπνέει το πνεύμα του ιδρυτή της φυλής και δίνει μια ολοένα και πιο εξασθενημένη εικόνα της εξυπνάδας/σύνεσης, της προνοητικότητας και του παρόντος της δύναμής του.

Ας φανταστούμε τώρα αυτό το είδος χονδροειδούς λογικής ωθημένο στα άκρα του: οι πρόγονοι των ισχυρών φυλών πρέπει τελικά να αποκτούν τεράστιες διαστάσεις, χάρη στη φαντασία του αυξανόμενου φόβου, και να χάνονται μέσα στο σκοτάδι του θεϊκά απόκοσμου και μη δυνάμενου να παρασταθεί: ο πρόγονος παίρνει τελικά κατ’ ανάγκην τη μορφή ενός θεού. Ίσως να είναι αυτή η προέλευση των θεών, μια προέλευση, συνεπώς, από τον φόβο!.. Κι όποιος θα αισθανόταν την ανάγκη να προσθέσει «αλλά και από την ευσέβεια!», δύσκολα θα μπορούσε να υποστηρίξει τη θέση του για εκείνη την περίοδο της ανθρώπινης φυλής που ήταν η πιο μακρόχρονη, την προϊστορική περίοδο. Θα είχε περισσότερο δίκιο όμως όσον αφορά στην ενδιάμεση περίοδο, κατά την οποία διαμορφώνονται οι ευγενείς φυλές — οι φυλές αυτές επέστρεψαν πράγματι με τόκο στους δημιουργούς τους, στους προπάτορές τους (ήρωες, θεούς) όλες τις ιδιότητες που είχαν γίνει στο μεταξύ φανερές σ’ αυτές, δηλαδή τις ευγενείς ιδιότητες».

Σχόλιο κι επιμέλεια:

Αλέξανδρος Καρράς

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s