Ποιήματα από την συλλογή «Σατυρικά γυμνάσματα» του Κωστή Παλαμά

784de-6a00d8341c90b153ef017616d27ff9970c-pi

Επιλογές ποιημάτων από την συλλογή «Σατυρικά γυμνάσματα» του Κωστή Παλαμά

Ιδεολόγοι και νιτερεσολόγοι,
κι όσους μεθάνε της ζωής οι χάρες,
κι εσείς με του ασκητή το κομπολόγι,

κι εσείς, τραγουδιστές με τις κιθάρες,
κι εσείς που τη ζωή κατάρα κλαίτε,
κι εσείς με των παθών τις λιγωμάρες,

κι εσείς που σε νερά γαλήνης πλέτε,
των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες,
κι όσοι στο γυρισμό των ίδιων καίτε

λιβάνι, κι όσοι καταφρονητάδες
των όχλων, κι εσείς οι άθεοι κι όσοι θρήσκοι,
κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες,

κι όλοι, υπεράνθρωποι, άνθρωποι, ανθρωπίσκοι!

***

Οι μεγάλες πατρίδες δε μετριένται
με τον πήχη και με το διαβήτη·
μεγάλες είναι, και δοξολογιένται,

κι ανίσως είν’ η Αθήνα, η Σπάρτη, η Κρήτη.
Λαοί μας φούχτας, μιας σπιθαμής τόποι,
και τη μεγαλοσύνη τους κηρύττει

ντουνιάς, παντού, και Αμερική κι Ευρώπη.
Τρανεύουν τα μικρά, και τα μεγάλα
στενεύουνε και παν. Ακούστε ανθρώποι!

Εκείνη που του κόσμου για δασκάλα
ποζάρει, η καπετάνισσα κι η Ελλάδα,
ο αφρός, το θάμα, του πουλιού το γάλα.

του Μωχαμέτη τρέμει την αρμάδα.

***

Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος,
ένα θεό εγώ ξέρω· την Αγάπη.
Αγάπη, από το χρέος σου είμ’ ωραίος.

Εσύ με κάνεις δούλο, εσύ σατράπη,
φτερά τα κάνεις τα σκοινιά τού γάμου·
πότε με δέρνεις, βέργα ενός αράπη,

πότε ανθείς, περιβόλι ολόγυρά μου.
Εσύ με τα βαθιά τα καταφρόνια
με γιομίζεις· πλαταίνεις την καρδιά μου,

σα θάλασσας αγέρας τα πλεμόνια.
Έρωτα εσύ, μονάρχη και γενάρχη !
Εσύ τυφλή και η Μοίρα, εσύ και η Πρόνοια.

Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει.

***

Τα κεφάλια του Γένους και του Κράτους.
Ο βουλευτής κι ο δάσκαλος. Τα πιάσαν
όλα τα πόστα! Νους, καρδιά, δικά τους.

Δέσαν το νου· την καρδιά τη ντροπιάσαν.
Νά το ρουσφέτι νά κι η ελληνικούρα,
τ’ άρματά τους. Με κείνα μας χαλάσαν.

Η σκέψη, νούλα. Η Τέχνη, πατσαβούρα.
Ο ψευτοαττικιστής κι ο ψηφοφόρος.
Τ’ άγιο κόνισμα, μια καλικατούρα.

Στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος
κάθε λογής τζουτζέδων και πιερρότων,
κι εγώ φυτρώνω ανάξιος ριμαδόρος

μαύρων θυμών και πορφυρών ερώτων.

***

Και για μούντζα ο λαός και για λιβάνι.
Ο λαός είναι τίποτε και είν’ όλα,
είναι του εκδικητή το γιαταγάνι

κι είν’ η μαϊμού η ξεδιάντροπη, η μαργιόλα,
και η ρίζα και η κορφή, ο στερνός κι ο πρώτος,
κι εγώ κι εσύ, κι ο ανθός κι η καρμανιόλα,

κι ο αρχαίος Αθηναίος κι ο Οτεντότος.
Στο τραγούδι του αηδόνι αναστενάζει,
στο θυμό του της αστραπής ο κρότος.

Σαν τρώει τα σπλάχνα του λαού μαράζι,
κανείς πλαστουργός ήρωας, κανείς θεός.
Η δόξα, όπου αρχόντοι και βαστάζοι

με μια σφραγίδα σφραγισμένοι: Λαός.

***

Πρόγονους πάρε, απόγονους, δαιμόνους,
όλα της Ιστορίας τα συναξάρια,
όλους του Ελληνισμού τους φανφαρόνους,

όλα της Ρωμιοσύνης τα καμάρια,
του Λόγου τις κορφές, τους παραλήδες,
τους σοφούς, των πολέμων τα λιοντάρια,

Όμηρους, Αρχιμήδες, Αχιλλήδες,
καθώς περνούν ανάκατα στη στράτα,
Καποδίστρηδες, Διάκους, Κοραήδες.

Όλα φκιάστα γκιουβέτσι και σαλάτα,
νά και το ρετσινάτο στην ταβέρνα,
και τα βιολιά, και ρίξου τους και φά’ τα.

Κέρνα, ρούφα, ξεφάντωνε, και ξέρνα.

***

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανέναν δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια

κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·
πες τη ντροπή τού τάδε και τού δείνα·
τα λόγια πότε αέρας, πότε σφάζουν.

Όλα, πρόσωπα, τζάκια, τούτα, εκείνα,
τα δεφτέρια μας άνοιξε ολονών
και το στόμα σου διάπλατο, κι αρχίνα

και ψάλλε τα νεκρών και ζωντανών,
νοικοκυραίων και κατεργαραίων,
και των αρχόντων, και των πιο τρανών.

Στάσου προφήτης, ρίξου των Εβραίων!

***

Φασουλήδες, μακριά, κι εσείς, παλιάτσοι!
Στην αστόχαστη πλέμπα μην πλερώνεις,
Σατιριστή, του σκλάβου το χαράτσι.

Σίδερο ο στίχος για να τον πυρώνεις.
Σημάδεψε και τρύπησε και δείρε,
τα νύχια σου, αϊτού νύχια· σκούξε, γκιόνης.

Και πόμπεψε και μες στη λάσπη σύρε
της αμαρτίας την πόρνη· και γοργά
και τ’ όρνιο σαΐτεψέ το· αυτό μας πήρε

το νου, τη γνώμη, την παλικαριά.
Αλιά σας, ψεύτες, άμυαλοι, κιοτήδες!
Σατιριστή κι εκδικητή, καρδιά!

Μήτε οι παλιάτσοι, μήτε οι φασουλήδες.

***

Οι κηφήνες, οι βάτραχοι κι οι ακρίδες.
Τρανοί, πολιτικοί, γραμματισμένοι,
στις αφρόντιστες μέσα εφημερίδες,

ένα πλήθος ανίδεοι και στριμμένοι,
καθένας τους ανάξια τ’ όνομά σου
σημάδι μιας τυφλής χτυπιάς το στένει.

Κι εσένα πάντα το περπάτημά σου
προς το καμπαναριό, να τ’ ανεβείς·
κι ανεβαίνεις· τα πλάτια ολόγυρά σου,

στα πόδια σου ένας κόσμος αρνητής.
Του κόσμου, κι αν το θείο δε βρέχεις μάννα,
σημαίνεις –πιο τρανός ζωντανευτής–

μια καινούργια θρησκεία με νέα καμπάνα.

***

Πολεμάς να στυλώσεις, κυβερνήτη,
με τα καράβια και με τα φουσάτα
της Πολιτείας το σαλεμένο σπίτι.

Του κάκου ιδρώνεις, έμπα σ’ άλλη στράτα,
το νου μας πρώτα στύλωσε και χτίσε,
και πρώτ’ απ’ όλα αλφαβητάρι κράτα.

Δάσκαλος γίνε, αλήθεια αν ήρωας είσαι.
Σε μια Βαβέλ δεμένους μάς κρατάνε
κακά στοιχειά· το μάγεμα τους λύσε.

και στα χείλια οι καρδιές μας πάλε ας πάνε.
Σύμμετρα υψώσου, πύργε της ζωής!
Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι θα ’ναι.

Στον ήλιο τόπο θέλουμε κι εμείς.

Επιλογές:

Αίας Δάλιος