Γεώργιος Σουρής: Στην Ευρώπη

european_union

Ἀπόστασε τὸ χέρι μου ἀπὸ τὸ νὰ μουντζώνω
καὶ σάλιο δὲν μοῦ ἔμεινε ἀπὸ τὸ φτύσε φτύσε,
ἀλλ’ ἕως τώρα τίποτε μ’ αὐτὰ δὲν κατορθώνω,
καὶ σύ, Εὐρώπη, μᾶς γελᾷς καὶ πάντα ἴδια εἶσαι.
Καὶ ἀπορῶ, μὰ τὸ σταυρό, πῶς ὡς αὐτὴ τὴν ὥρα
καὶ ἄλλα δὲν μᾶς ἔστειλες ἐδῶ θωρακοφόρα.

Προθύμως σᾶς ἐκαμαμεν ἐκεῖνο ποὺ ζητεῖτε,
καὶ ἂν δὲν μᾶς πιστεύετε, κοπιάσετε νὰ δῆτε
ποία εἰρήνη κατ’ αὐτὰς στὸ κράτος βασιλεύει
καὶ πῶς καθένας ἥσυχα γλεντᾷ καὶ χουζουρεύει.
Ἦλθε τὸ ἀντεστάτους κβὸ μὲ τόσας ἀναπαύσεις
καὶ ἄρχισαν νὰ γίνωνται διορισμοὶ καὶ παύσεις.

Λοιπὸν τί ἄλλο ἀπὸ μᾶς, Εὐρώπη, ἀπαιτεῖς,
κι’ ἀκόμη ἀπὸ τὸ λαιμὸ πιασμένους μᾶς κρατεῖς;
Θέλεις λοιπὸν νὰ ζήσωμε χωρὶς πολιτικὴν
καὶ ὡς στρατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν χωροφυλακήν,
κι’ οὐδὲ ὁ ρήτωρ Κωνσταντῆς ν’ ἀκούεται παρλάρων
διὰ τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο τῶν Βουλγάρων;

Ἐσύ, βρὲ καγκελλάριε τῶν σαχλο-Γερμανῶν,
σὺ ἐναντίον μας κινεῖς καὶ γῆν καὶ οὐρανόν,
ἐσύ, διαόλου ἀλεποῦ, ποὺ ψόφος δὲν σὲ πιάνει,
ἐσύ, κρατεῖς κατάκλειστο τὸ κάθε μας λιμάνι,
καὶ ὅλα τὰ καράβια σου εἰς τὰ νερά μας στέλλεις,
διότι ἔτσι ἀγαπᾷς, διότι ἔτσι θέλεις.

Ἐσύ, βρὲ καγκελλάριε, ἐσύ, βρὲ Μαμελοῦκε,
ἐσύ, πανευγενέστατε τῆς Δύσεως τραμποῦκε,
παίζεις καὶ πάλι πρόστυχο καὶ βρωμερὸ παιχνίδι,
καὶ τοῦ κυρίου Γλάδστωνος τοῦ πάει ραπιτίδι,
κι’ αἰσθάνεται τὸ βάρος σου ὁ σβέρκος κάθε ράχης…
ἀλλ’ ἔτσι Δίκης ὀφθαλμός, ποὺ κακὸ ψόφο νἄχῃς.

Μάιος 1886