Φίλιππο Τομάζο Μαρινέττι: Το μανιφέστο του φουτουρισμού

7196049-l

Με τον τρόπο του ο Μαρινέττι έζησε τη ζωή του σαν ένας αγνός ιδεαλιστής: ανάμεσα σε μονομαχίες, δίκες, γρονθοκοπήματα, σκάνδαλα, και πάντα στα χέρια με την αστυνομία. Και μέσα στον κοινό στόχο που ήταν η ανανέωση του πνεύματος, μπορούσαν να συνεργαστούν με απόλυτη αρμονία τα πιο διαφορετικά ταμπεραμέντα. Σ’ αυτή τη χιονοστιβάδα εικόνων και θεωριών που συνέθεταν τον Φουτουρισμό, ανευρίσκονταν όλα τα σπέρματα αυτού που αργότερα θα ήταν ο χαρακτήρας του αιώνα μας. […] (Άλντο Παλατσέσκι, «Ο Μαρινέττι και ο Φουτουρισμός», από την έκδοση «Tα μανιφέστα του φουτουρισμού» από τις εκδόσεις Αιγόκερως)

Δημιουργός του ιδρυτικού μανιφέστο του φουτουρισμού το 1909, ο Ιταλός ποιητής Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι αποτέλεσε τη βασική μορφή του φουτουριστικού κινήματος. Βασική του αρχή είναι πως πρέπει να αφήσουμε το ρομαντισμό, τις παλιές μορφές και σχήματα, την παράδοση, την ηθική και την αρχαιολογία, τα μουσεία κλπ., και να υμνήσουμε τη δύναμη, την ταχύτητα, τον πόλεμο –που θεωρείται υγεία του κόσμου-, την πολυτέλεια, τις μηχανές.

Γεννημένος στις 22 Δεκεμβρίου 1876 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι, έλαβε την εκπαίδευσή του σε Αίγυπτο, Γαλλία, Ιταλία και Ελβετία. Η λογοτεχνική του καριέρα ξεκίνησε από ένα ιταλογαλλικό περιοδικό στο Μιλάνο. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στη Γαλλία, παρότι επισκεπτόταν συχνά την Ιταλία και έγραφε και στις δύο γλώσσες.

Η ληξιαρχική πράξη γέννησης του Φουτουρισμού, ενός καλλιτεχνικού κινήματος, που εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ιταλία και ταυτίστηκε πολιτικά με τον Φασισμό.

Δημιουργός του, ο Ιταλός ποιητής και εκδότης Φίλιπο Τομάσο Μαρινέτι (1876-1944), ο οποίος πρωτοδημοσίευσε το «Μανιφέστο του Φουτουρισμού» στην εφημερίδα Γκατζέτα Ντελ’ Εμίλια της Μπολόνια στις 5 Φεβρουαρίου 1909. Το ίδιο κείμενο αναδημοσιεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1909 στη μεγάλη γαλλική εφημερίδα Λε Φιγκαρό, οπότε έγινε παγκοσμίως γνωστό.

58404392_01_d-1024x625_f-0_c-512x312

Ο «Φουτουρισμός» («Μελλοντισμός», όπως μεταφράστηκε ο όρος εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα) ανήγαγε σε φετίχ το μέλλον (futuro=μέλλον στα ιταλικά) και ύμνησε την τεχνολογική εξέλιξη, αποτελώντας το προανάκρουσμα για τις κατοπινές μορφές της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, όπως ο ντανταϊσμός και ο σουρεαλισμός.Θεωρείται και το σημαντικότερο έργο του ποιητή, πηγή έμπνευσης και για άλλους Ιταλούς καλλιτέχνες της  εποχής, όπως ο Κάρλο Καρά, ο Ουμπέρτο Μποτσιόνι και ο Τζιάκομο Μπάλα.

Στα τελευταία έργα του Μαρινέτι επαναλαμβάνονται τα θέματα που εισήγαγε το 1909 με το μανιφέστο του. Το 1910, εκδίδει ένα χαοτικό μυθιστόρημα, υπό τον τίτλο Mafarka le Futuriste, όπου αντικατοπτρίζεται και αναπτύσσεται διεξοδικώς η θεωρία του. Στην συλλογή ποιημάτων Guerra sola igiene del mundo (1915) ο Μαρινέτι χαιρέτησε το ξέσπασμα του Α’ παγκοσμίου πολέμου και ενθάρρυνε την συμμετοχή της Ιταλίας.

Το 1918 ιδρύει το Φουτουριστικό Πολιτικό Κόμμα (Partito Politica Futurista) και ο ίδιος αποτελεί έναν από τους πρώτους υποστηρικτές του φασιστικού ιταλικού κόμματος που θεωρεί ως μία φυσική συνέχεια του φουτουρισμού. Παρότι οι θέσεις του Μαρινέτι θεωρείται ότι βοήθησαν σημαντικά την έξαρση του ιταλικού πατριωτισμού, ο ίδιος έχασε τους περισσότερους υποστηρικτές του τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα.

Το τελευταίο αποδίδεται στο γεγονός ότι ο φουτουρισμός έπαψε να υφίσταται ως οργανωμένο κίνημα τη δεκαετία του 1920, εξαιτίας του χαμού πολλών εκφραστών του στη διάρκεια των πολέμων, με τον Μαρινέτι να έχει απομείνει ο μοναδικός υποστηρικτής.

Ο «πατέρας» του φουτουρισμού έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, στις 2 Δεκεμβρίου 1944 στην Ιταλία.

Στο πλευρό του Μουσολίνι
Με τον Τζιοβάνι Τζεντίλε, διακεκριμένο στέλεχος του ιταλικού φασιστικού κόμματος και διόλου ασήμαντο διανοούμενο, μέντορας του οποίου υπήρξε ο Μπενεντέτο Κρότσε, το 1925 ο Μαρινέτι συνέγραψε το Μανιφέστο των φασιστών διανοουμένων, που εκτός από τους ίδιους το υπέγραψαν κάποιοι από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Ιταλίας. Ανάμεσά τους και οι: Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι και Λουίτζι Πιραντέλο.

Το μανιφέστο προκάλεσε την οργή του Μπενεντέτο Κρότσε, ο οποίος σε απάντηση συνέταξε το δικό του Μανιφέστο των αντιφασιστών διανοουμένων, το οποίο υπέγραψαν άλλοι συγγραφείς επίσης πρώτης γραμμής, όπως ο Μοντάλε, ο Ντε Σάνκτις (που οι θεωρίες του επηρέασαν τον δικό μας λησμονημένο δυστυχώς κριτικό Πέτρο Σπανδωνίδη), ο Λουίτζι Εϊνάουντι και ο Γκαετάνο Μόσκα.

Ο Τζεντίλε συνελήφθη από ιταλούς αντάρτες και εκτελέστηκε στις 15 Απριλίου 1944. Είχε μείνει πιστός στο φασιστικό καθεστώς και στον Μουσολίνι ως το πικρό τέλος. Ο Μαρινέτι πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.

Πηγή: Το Βήμα

102_0

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Ξαγρυπνήσαμε όλη τη νύχτα, οι φίλοι μου κι εγώ, κάτω από πολυελαίους με θόλους από διακοσμητικό μπρούντζο, θόλους με αστέρια στολισμένους σαν τα πνεύματά μας, φέγγοντας σαν αυτά με τη φυλακισμένη ακτινοβολία ηλεκτρικών καρδιών. Για ώρες είχαμε ποδοπατήσει την αταβιστική μας πλήξη σε πλούσια ανατολίτικα χαλιά, φιλονικώντας μέχρι τα τελευταία όρια της λογικής και μαυρίζοντας πολλές δεσμίδες χαρτιού με τις ξέφρενες κακογραφίες μας.

Μια πελώρια υπερηφάνεια μας αναπτέρωνε, διότι αισθανόμασταν μόνοι εκείνη την ώρα, μόνοι, ξύπνιοι και πατώντας στα δικά μας πόδια, ως υπερήφανοι φάροι ή φρουροί πρώτης γραμμής ενάντια σε ένα στρατό από εχθρικούς αστέρες που κοιτούσαν κατωθέν τους εμάς από τα ουράνια στρατόπεδά τους. Μόνοι με θερμαστές να ταΐζουν τις διαβολεμένες πυρκαγιές σπουδαίων πλοίων, μόνοι με μαύρα φαντάσματα που ψαχουλεύουν στις φλογερές κοιλιές ατμομηχανών που εκτοξεύτηκαν στο παλαβό τους διάβα, μόνοι με μεθύστακες που τυλίγονται σαν λαβωμένα πουλιά κατά μήκος των τοίχων της πόλης.

Ξαφνικά πηδήξαμε, ακούγοντας τον ισχυρό θόρυβο των τεράστιων διώροφων τραμ που βούιζαν απ’ έξω, πλημμυρισμένα με πολύχρωμα φώτα, όπως χωριά σε διακοπές που ξαφνικά χτυπήθηκαν και εκτοπίστηκαν απ’ τις πλημμύρες του Πάδου και σύρθηκαν μέσα από καταρράκτες και ποτάμια στη θάλασσα.

Κατόπιν η σιγή βάθυνε. Αλλά, καθώς ακούγαμε το παλιό κανάλι να γογγύζει με τις ασθενικές προσευχές του και να κάνει τα κόκκαλα των αρρωστιάρικων παλατιών να τρίζουν πάνω από τις υγρές πράσινες γενειάδες τους, ακούσαμε ξαφνικά κάτω από τα παράθυρα την πεινασμένη βοή των αυτοκινήτων.

«Εμπρός πάμε!» είπα. «Φίλοι, μακριά! Εμπρός πάμε! Η Μυθολογία και το Ιδεώδες του Μυστικισμού ηττήθηκαν επιτέλους. Είμαστε έτοιμοι να δούμε τη γέννηση του Κενταύρου και αμέσως μετά την πρώτη πτήση των Αγγέλων!… Πρέπει να ταρακουνηθούμε στις πύλες της ζωής, να δοκιμάσουμε τις βίδες και τους μεντεσέδες. Εμπρός πάμε! Κοιτάξτε εκεί, πάνω στη γη, το πρώτο χάραμα! Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να αντιταχθεί στο μεγαλείο του κόκκινου ξίφους του ήλιου, που χτυπά για πρώτη φορά τη χιλιετή μας κατήφεια!»

Ανεβήκαμε στα τρία θηρία που ξεφυσούσαν, για να ακουμπήσουμε ερωτικά χέρια στα φλογερά στήθη τους. Απλώθηκα στο αμάξι μου όπως ένα πτώμα στο μνημείο του, αλλά ξαναζωντάνεψα μονομιάς κάτω από τον περιστρεφόμενο τροχό, μια λεπίδα γκιλοτίνας που απειλούσε το στομάχι μου.

Η μαινόμενη σκούπα της τρέλας μας πέταξε έξω από τους εαυτούς μας και μας οδήγησε διαμέσου δρόμων τόσο ακατέργαστων και βαθιών όσο οι κοίτες των χειμάρρων. Εδώ κι εκεί, το άρρωστο φως της λάμπας μέσα απ’ το γυαλί του παραθύρου μας δίδαξε να δυσπιστούμε για την εξαπάτηση των μαθηματικών των σκοτωμένων ματιών μας.

Παραπονέθηκα, «Το άρωμα, το άρωμα και μόνο είναι αρκετό για τα θηρία μας».

Και σα νεαρά λιοντάρια τρέξαμε ξωπίσω του Θανάτου, το σκοτεινό τομάρι του στιγματίστηκε με ωχρούς σταυρούς καθώς δραπέτευσε από το μεγάλο ουρανό που ζούσε και καρδιοχυπούσε στο βιολετί.

Αλλά δεν είχαμε ιδανική Κυρία να υψώσει τη θεϊκή μορφή της στα σύννεφα, ούτε καμιά βίαιη Βασίλισσα στην οποία να προσφέρουμε τα κορμιά μας, στριφτά σα Βυζαντινά δαχτυλίδια! Δεν υπήρχε τίποτα να μας κάνει να ευχόμαστε για θάνατο, εκτός από την ευχή να ελευθερωθούμε επιτέλους απ’ το φορτίο του θάρρους μας!

Και συνεχίσαμε να αγωνιζόμαστε, εξαπολύοντας μαντρόσκυλα ενάντια σε σκαλωσιές, στραβώνοντας τα κάτω από τα φλεγόμενα ελαστικά μας όπως κολάρα κάτω από σίδερο. Ο θάνατος, πολιτογραφημένος, με συναντούσε σε κάθε γύρο, με χάρη κρατώντας πόδι ζώου ή μια στο τόσο με το να στρογγυλοκάθεται, κάνοντας μου τα βελούδινα χαϊδεμένα μάτια από κάθε λακκούβα με νερό.

«Ας βγούμε απ’ αυτό το απαίσιο κέλυφος σοφίας και ας ρίξουμε τους εαυτούς μας σαν περήφανα-ώριμα φρούτα στο ευρύ, παραμορφωμένο στόμα του ανέμου! Ας δώσουμε τους εαυτούς μας τελείως στο άγνωστο, όχι στην απόγνωση παρά μόνο για να τροφοδοτηθούν οι βαθιές πηγές του Παραλόγου!»

Οι λέξεις είχαν μόλις βγει απ’ το στόμα μου όταν στριφογύρισα το αυτοκίνητό μου με τη φρενίτιδα ενός σκύλου που προσπαθεί να δαγκώσει την ουρά του, κι εκεί, ξαφνικά, υπήρχαν δύο ποδηλάτες που έρχονταν κατά πάνω μου, κουνώντας τους καρπούς τους, που ταλαντεύονταν σαν δυο εξίσου πειστικά αλλά ωστόσο αντιφατικά επιχειρήματα. Το χαζό τους δίλημμα μπλόκαρε το δρόμο μου- Να πάρει! Ωχ!… Σταμάτησα στο τσακ και προς αηδία μου έπεσα σ’ ένα χαντάκι με τις ρόδες μου στον αέρα…

Ένα μητρικό χαντάκι, σχεδόν γεμάτο με λασπώδες νερό! Δίκαιε αγωγέ εργοστασίου! Ρούφηξα τη θρεπτική σου λάσπη· και θυμήθηκα το ευλογημένο μαύρο κτήνος της Σουδανής νοσοκόμας μου… ‘Οταν ανήλθα -ξεσκισμένος, ρυπαρός και βρομερός- κάτω από το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητό μου, ένιωσα το λευκό-ζεστό σίδερο της χαράς απολαυστικά να διαπερνά την καρδιά μου!

Ένα πλήθος ψαράδων με χειραγωγούς και αρθριτικούς νατουραλιστές είχαν ήδη εξαπλωθεί γύρω από το θαύμα. Με υπομονετική, στοργική φροντίδα αυτοί οι άνθρωποι εξοπλίστηκαν μ’ ένα ψηλό γερανό και σιδερένιους γάντζους για να ψαρέψουν το αυτοκίνητό μου, σαν ένα μεγάλο καρχαρία στην παραλία. Αυτό ανασύρθηκε από το χαντάκι, αργά, αφήνοντας στον πάτο, σαν λέπια, το βαρύ του πλαίσιο της λογικής και την απαλή ταπετσαρία της άνεσης.

Νόμιζαν πως ήταν νεκρός, ο όμορφος καρχαρίας μου, αλλά ένα χάδι από μένα ήταν αρκετό για να τον αναστήσει· και να’ τος λοιπόν, ζωντανός και πάλι, να τρέχει πάνω στα ισχυρά του πτερύγια!

Κι έτσι, έρχονται αντιμέτωποι οι σπιλωμένοι με τους καλούς ρύπους εργοστασίων –τα γύψινα με τα μεταλλικά απόβλητα, με άσκοπο ιδρώτα, με ουράνια αιθάλη- εμείς μωλωπισμένοι, τα χέρια μας σε αναρτήρες, αλλά ατρόμητοι, δηλώσαμε τις υψηλές μας προθέσεις σε κάθε τι ζωντανό στη γη:

1. Σκοπός μας είναι να τραγουδήσουμε τον έρωτα του κινδύνου, το φρόνημα της ενέργειας και της αφοβίας.

2. Το θάρρος, η τόλμη και η εξέγερση θα είναι τα ουσιώδη στοιχεία της ποίησης.

3. Μέχρι σήμερα η λογοτεχνία έχει εκθειάσει την ακινησία της σκέψης, την έκσταση και τον ύπνο. Σκοπός είναι να εξάρουμε την επιθετική δράση, την πυρετώδη αϋπνία, τον διασκελισμό του δρομέα, το θανάσιμο άλμα, την γροθιά και τον κόλαφο.

4. Επιβεβαιώνουμε ότι η μεγαλοπρέπεια του κόσμου έχει εμπλουτιστεί με μια νέα ωραιότητα: την ωραιότητα της ταχύτητας. Ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο του οποίου η εξάτμιση κοσμείται με μεγάλους σωλήνες, σαν ερπετά με εκρηκτική ανάσα – ένα βρυχώμενο αυτοκίνητο που καλπάζει μανιασμένο είναι ωραιότερο από τη Νίκη της Σαμοθράκης.

5. Θέλουμε να υμνήσουμε τον άντρα που κρατάει το τιμόνι, που εκσφενδονίζει το δόρυ του πνεύματος σε όλον τον πλανήτη, σ’ όλο το μήκος της τροχιάς του.

6. Ο ποιητής πρέπει να αφιερώσει τον εαυτό του με ζέση, μεγαλείο και γενναιοδωρία, να διογκώσει την ενθουσιώδη θέρμη των αρχέγονων στοιχείων.

7. Πέρα από τον αγώνα, δεν υπάρχει άλλη ομορφιά. Έργο χωρίς επιθετικό χαρακτήρα δεν μπορεί να είναι αριστούργημα. Η ποίηση πρέπει να συλληφθεί ως βίαιη επίθεση κατά αγνώστων δυνάμεων, ως τιθάσευση και υποταγή τους ενώπιον του ανθρώπου.

8. Βρισκόμαστε στο έσχατο ακρωτήρι των αιώνων! … Ποιος ο λόγος να κοιτάμε προς τα πίσω, όταν αυτό που θέλουμε είναι να σπάσουμε τις μυστηριώδεις πόρτες του Αδύνατου; Ο Χώρος και ο Χρόνος πέθαναν χθες. Ζούμε ήδη στο απόλυτο, διότι έχουμε δημιουργήσει την αιώνια, πανταχού παρούσα ταχύτητα.

9. Θα δοξολογήσουμε τον πόλεμο –τη μόνη υγιεινή του κόσμου–, τον μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό, την χειρονομία των αγγελιαφόρων της ελευθερίας που σπέρνουν τον όλεθρο, τις ωραίες ιδέες που γι’αυτές αξίζει κανείς να πεθάνει, και την περιφρόνηση για τη γυναίκα.

10. Θα καταστρέψουμε τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες, τις ακαδημίες όλων των ειδών, θα πολεμήσουμε την ηθικοκρατία, τον φεμινισμό, κάθε ευκαιριακή ή χρησιμοθηρική δειλία.

11. Θα υμνήσουμε τα μεγάλη πλήθη τα συνεπαρμένα από την εργασία, την ηδονή και τα έκτροπα. Θα τραγουδήσουμε τις πολύχρωμες, πολυφωνικές παλίρροιες της επανάστασης στις μοντέρνες πρωτεύουσες. Θα τραγουδήσουμε τον δονούμενο νυχτερινό πυρετό των οπλοστασίων και των ναυπηγείων που αστράφτουν βίαια κάτω από τα ηλεκτρικά φεγγάρια. Τους άπληστους σιδηροδρομικούς σταθμούς που καταβροχθίζουν τις σερπαντίνες του καπνού. Τα εργοστάσια που κρέμονται απ’ τα σύννεφα με τις στραβές γραμμές του καπνού τους. Τις γέφυρες που δρασκελούν τους ποταμούς σαν γίγαντες αθλητές, σπινθηρίζοντας στον ήλιο με τη λάμψη του μαχαιριού. Τα περιπετειώδη ατμόπλοια που οσφραίνονται τον ορίζοντα. Τις βαθύστερνες μηχανές που οι τροχοί τους ψαύουν τις ράγες σαν οπλές τεράστιων χαλύβδινων αλόγων που έχουν χαλινό από σωλήνα. Και την κομψή πτήση των αεροπλάνων που οι έλικες τους πλαταγίζουν στον άνεμο σαν σημαίες και μοιάζουν με αλαλαγμούς ενθουσιασμού ενός πλήθους.

Πηγή: milwntasgiatoxioni.wordpress.com

1-01

Επιμέλεια: Αίας Δάλιος