Ν. Καζαντζάκης: «Μα εσύ είσαι η Στρατηγίνα της ράτσας μου, η οδηγήτρα του Γένους των Ελλήνων»

20881879_696186367257258_196296905788652911_n

Μα εσύ είσαι η Στρατηγίνα της ράτσας μου, η οδηγήτρα του Γένους των Ελλήνων, η Παντάνασσα ψυχή της Ρωμιοσύνης! Πότε με τον ακριβό καμουχά της Αθηνιώτισσας, η ευγενική κι από μεγάλο σόι, πότε παλληκαρού στα τέμπλα της Ρούμελης, σα να ‘σφιξεν η σάρκα σου στα χιόνια της Λιάκουρας, πάνου απ’ το Δαδί, πότε γλυκειά νησιώτισσα, ασπροθαλασσίτισσα, μ’ ένα στεφάνι ανθούς στα καλοχτενισμένα σε ίση χωρίστρα μαλλιά, και πότε αρχόντισσα Κορφιάτισσα με τι χρυσή κορώνα και τα πράσινα μεταξωτά. Πότε πάλι μια νύχτα στ’ όνειρο μου Μακεδονίτισσα με την αψηλή περκεφαλαία από μαύρη προβειά, με τα χρουσά γιορντάνια στ’ όρθιο στήθος, ηλιοκαμένη, ξυπόλυτη, όλο κουρέλια λοήσιμα και πίσου, σε κούνια από σκοινιά και πλατανόφυλλα, κουβαλούσες, ανηφορίζοντας ένα έρημο βουνό, το Γιο σου!

Ω Δέκατη Μούσα, Παναγία Αναφωνήτρα, έσυρες κραυγή κιντύνου σα βίγλα ακριτική που αγνάντεψε μακριάθε να μερμηγκιάζουν οι απαράδες και να πατούν το ιερό φως της Ελλάδας, κι ορθώθης, Στρατηγίνα, παίζοντας αλαφρά το απελατίκι και βρόντησαν τα γερακοκούδουνα και τ’ αργυρά τσαλατίκι και βρόντησαν τα γερακοκούδουνα και τ’ αργυρά τσαπράζα σου κ’ έλαμψε το ανέγγιχτο στήθος, σαν Πανσέληνο, και τινάχτηκαν όλοι οι νέοι που μεστώσανε για τι δίδυμη ηδονή, του θεού και της γυναίκας, κι ορμούν ξοπίσου σου, Αμαζόνα, γιατί μεσ’ στην καρδιά μου σαλεύεις σα χριστιανή Νίκη που δε φοβάται το αίμα κι ακολουθάει κλαγγάζοντας, με μεγάλες δρασκελιές, το στρατευόμενο απάνου στη Γης Θεό!

Μύρο, μιλώντας και κοιτάζοντας την Πορταΐτισσα , ένιωθα την καρδιά μου ν’ αλαφρώνει, γιατί με την προσπάθεια που έκανα να βρω και να βρω και να πω τη συγκίνηση μου για το εξαίσιο κόνισμα, φώτιζα τον αγώνα μου και για πρώτη βολά ξεχώριζε κ’ έπαιρνε πρόσωπα το μέσα μου χάος. Θεός, γυναίκα και πόλεμος – να η φοβερή που μ’ έφλεγε τριάδα. Πότε, την ώρα που μιλούσα, την ένιωθα σαν πλούσια μονάδα, σύνθεση απλότατη και μυστική, πότε ξέχωρο το κάθε πρόσωπο, λαμπρό, ανελεήμονο, που μισούσε τ’ άλλα κ’ ήθελε να με πάρει αλάκερο.

Νίκος Καζαντζάκης, Συμπόσιον

Πηγή: Κόκκινος Ουρανός