Αχιλλέας Παράσχος: Η πατρίς

20728173_1308399122619479_7423172983608824362_n

Α’
Ὁ Κίμων ἤτανε μικρὸ παιδάκι· δὲν μποροῦσε
ρῶ νὰ προφέρῃ καθαρὰ τὸ στόμα τὸ μικρό του·
μὰ ἡ ματιά του ἀνήσυχη ἀκτῖνα ἐσκορποῦσε,
κ’ εἶχε στὸ βῆμά του φτερὸ καὶ φῶς στὸ μέτωπό του.
Μιὰ μέρα ποὺ ὁ δάσκαλος μὲ ζέσι κ’ εὐγλωττεία
εἰς τὰ παιδιά Ἑλληνικὴ παρέδιδ’ Ἱστορία,
καὶ τῆς πατρίδος τὄνομα συχνὰ ἀντιλαλοῦσε,
ὁ Κίμως συλλογίζετο σἂν κἄτι νὰ ζητοῦσε.
Τὸν δάσκαλό του ἐζύγωσε μὲ τόλμη καὶ δειλία·
ἤθελε κἄτι νὰ τοῦ εἰπῇ κ’ ἐντρέπετο καὶ πάλι,
μὰ εἶδ’ ἐκεῖνος τοῦ μικροῦ παιδιοῦ τὴν ἀπορία
κ’ ἐρώτησι στὰ χείλη του ἐδιάβασε μεγάλη…
– «Τί εἶναι, Κίμων; φαίνεσαι ὡσὰν νὰ θέλῃς κἄτι»
ἐκεῖνο ἐχαμήλωσε, ἐσήκωσε τὸ μάτι
καὶ εἶπε κατακόκκινο· – «Ναί· ὅμως… – Πές, μικρέ μου·
τί θέλεις; μὴν ἐντρέπεσαι· ἐγὼ σὲ περιμένω.
– Νά! Ἕνα λόγο ποὺ ποτέ δὲν ἔνοιωσα, ποτέ μου·
ποὺ τόνε νοιόνω σὰν τὸν λές, καὶ δὲν καταλαβαίνω…
Μὲ μάτια τ’ ἀπεκρίθηκε στὴ γῆ κατεβασμένα·
– «Ποιόν λόγο; – Κεῖνον, Δάσκαλε, ποὺ πότε πικραμένα,
πότε χαρούμενα τὸν λές· ποὺ πάντα ἔχει μέσα
Κανάρη καὶ Θεμιστοκλῆ, Θρασύβουλο καὶ Φλέσσα·
κεῖνον ποὺ λὲς Πατρίδα.
Τί, Δάσκαλε, εἶναι Πατρίς; ποτέ μου δὲν τὴν εἶδα!

Β’
Γελάσαν ὅλα τὰ παιδιά εἰς τὴν ἐρώτησί του
καὶ μόνο δὲν ἐγέλασε ὁ Δάσκαλος μαζῆ του·
ἐχάϊδευε τόν Κίμωνα τὸ πατρικό του μάτι·
γύρισε στἄλλα τὰ παιδιά, τὰ κύτταξ’ ἕνα, ἕνα,
καὶ εἶπε μ’ εὔθυμη φωνὴ εἰς ὅλα σὲ κομμάτι·
– «Παιδιά, τί εἶναι ἡ πατρίς; γιὰ πέστε το κ’ ἐμένα!»
Ξαφνίσθηκαν· ἀνοίγανε κ’ ἐκλείνανε τὸ στόμα,
γιὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσουνε, μ’ ἀγῶνα καὶ μ’ ἐλπίδα·
τοῦ κάκου… Πλὴν ἕνα παιδὶ μ’ ἡλιοκαμμένο χρῶμα,
πετάχθη κ’ εἶπε· – «Τὸ βαρύ σπαθί τοῦ Λεωνίδα»
Κ’ εἶπε γελῶντας στὸ παιδὸ ὁ Δάσκαλος – «Μανιάτη!
Ὅλο τὸ ἔθνος τὤκαμες σπαθὶ τοῦ Λεωνίδα…»
Κ’ ἐστράφη σ’ ἕνα χερουβεὶμ μ’ ἀκτινοβόλο μάτι·
– «Πὲς σύ, Ἀθηνῃοτόπουλο, ποιὰ εἶναι ἡ Πατρίδα;»
κ’ ἔδειξ’ ἐκεῖνο σοβαρά, μ’ ἀργὴ χειρονομία,
τὸν Παρθενῶνα· ἔπειτα καὶ τὴν Ἀκαδημία.
Ὁ δάσκαλος ἐκύτταξε τὸ σοβαρό του σχῆμα,
πλὴν ἄλλο, ἔκραξε, παιδί· – «Πατρὶς εἶναι τὸ μνῆμα
π’ ὁ Κωνσταντῖνος κοίτεται. – «Γιατ’ εἶσ’ ἀπὸ τὴν Πόλη
τὸ λὲς αὐτό… Πλὴν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι τάφος ὅλη!
Ἔχει βουνά, γῆ, οὐρανὸ καὶ κύματα μεγάλα,
τοῦ Πύρρου αἷμα κι’ ἄγρια λημέρια Μπουκουβάλα.»
– «Τὸ Σοῦλι εἶναι ἡ Ἑλλάς, τὸ Σοῦλι τοῦ Τσαβέλλα!»
Τῆς Κιάφας εἶπ’ ἕνα παιδὶ ζωσμένο φουστανέλλα.
– «Κι’ ὁ Ὅλυμπος εἶνε Τουρκιά; ἡ μάνα τ’ Ἀχιλλέα
καὶ Νικοτσάρα;…» ἔκραξε παιδάκι ἀπὸ τὴ Φθία
καὶ Κρητικὸ ἀπεκρίθηκε ἀητόπουλο· – «Τ’ ἀρχαῖα ἀφῆστε
μεγαλεῖα·
Ἑλλάδα ὅλοι σήμερα τὴν Κρήτη μόνο κράζουν,
κι’ ὅλοι στὸν Ψηλορείτη της γυρνοῦν τὸν χιονισμένο!»
– «Πλὴν τοῦ Ὁμήρου πειὸ πολὺ οἱ στίχοι της δοξάζουν,
εἶπε τῆς Χίου γιασεμί, λουλοῦδι μυρωμένο.
Κι’ ὅλα ἐφώναζαν μαζῆ… Ποῦ, Φαλμεράϊερ, εἶσαι,
ἐσὺ ποὺ τὴ μεγάλη μας καταγωγὴ ἀρνεῖσαι!
Ἂν τὰ παιδάκια ἔβλεπες ἐκεῖνα στιγμὴ μία,
τὸ πεῖσμά τους, τὴν ἔξαψι καὶ τὴ φιλονεικία,
Σλαύους ἐμᾶς δὲν θἄλεγαν τὰ φθονερά σου χείλη,
ὅταν σὲ βότκα Ρωσσικὴ βουτοῦσες τὸ κονδύλι…
Θἄβλεπες Ἑλληνόπουλα εἰς τὰ μικρὰ παιδιά μας·
κἂν θὰ μᾶς ἀνεγνώριζες ἀπ’ τὸ ἐλάττωμά μας…
Ὁ Δάσκαλος τοὺς ἄφηνε νὰ λένε· δὲν μιλοῦσε,
καὶ μοναχὰ καμμιὰ φορὰ κρυφὰ χαμογελοῦσε·
καὶ τἄβλεπε καλὰ-καλά – «Ὅμως φωνὴ καμμία,
εἶπε, παιδιὰ δὲν ἄκουσα γιὰ τὴ Μακεδονία…»
– «Γιατί, τοῦ εἶπε, μὲ φωνὴ βαρειά, παιδὶ της ἕνα, –
ὁ Ἄθως ἔχει τὴν κορφὴ στὰ σύννεφα ὑψωμένα,
χωρὶς νὰ λέγει ἀψηλὸ πὼς εἶναι τὸ κορμί του·
χίλιαις φοραὶς καλλίτερα τὸ κράζ’ ἡ κορυφή του.
Τὴ γῆ ἐπῆρε ἡ Ἑλλάς, καὶ δὶχως πολὺ πόνο,
μὲ τ’ Ἀλεξάνδρου τὸ σπαθὶ τὸ κοσμοφάγο μόνο!»
– «Μὰ πέθανε… σὰν ξύπνησε, δὲν ἀναστήθη μόνη·
τὴν σήκωσε φωτιά Ψαρρῶν κ’ Ὑδραίϊκο τιμόνι·»
ἀντάμα εἶπαν δυὸ παιδιὰ μὲ μιὰ φωνὴ μεγάλη·
ὅμως προτήτερ’ ἀπ’ αὐτὰ κραυγή ἀκούσθη ἄλλη·
– «Τὴ Μάνα τὴν ἐξύπνησαν Σπετσιώτια τρομπόνια·
εἴμαστε ἐμεῖς στὴ θάλασσα τὰ πρῶτα χελιδόνια…»
– Σὰν νὰ σὲ κρύβουν Βαρβαριᾶς καὶ Καννιβάλων λόγγοι
κἀνεὶς γιὰ σένα δὲν μιλᾶ, καϋμένο Μεσολόγγι!…»
Εἶπε, Μεσολογγίτικο βλαστάρι, θυμωμένα.
– «Παιδιά, τοὺς εἶπ’ ὁ δάσκαλος, γι’ ἀκοῦστε με κ’ ἐμένα·
ρώτησα μόνο ἡ Πατρὶς τί εἶναι πέρα-πέρα,
καὶ ὄχι πειό κομμάτι της ἀπ’ τ’ ἄλλο περισσεύει·
φιλόπρωτοι! δὲν κόβεται, μιὰ εἶναι ἡ ἡμέρα,
μιά ἡ πατρὶς ποὺ εἶναι ἡ καρδιὰ μερόνυχτα λατρεύει!…»
Ὅμως ἐκεῖνα ἐφώναζαν· δὲν ἄκουγε κανένα·
τὸ αἷμα τὸ Ἑλληνικὸ νὰ βράζῃ ἀρχινοῦσε…
Κάπου καὶ κάπου ἔφευγαν καὶ λόγια θυμωμένα,
καὶ μοναχὰ ἕνα παιδὶ ἐκεῖ δὲν ὡμιλοῦσε.
Εἶχε τὰ μάτια γαλανὰ καὶ πρόσωπο σὰν κρίνο.
– Πές μας τοῦ εἶπ’ ὁ δάσκαλος – κ’ ἐσὺ γιὰ τὴ γλυκειά μας
Πατρίδα τὴν ἰδέα σου;…» Ἐστράφηκεν ἐκεῖνο
καὶ ἀπεκρίθη μ’ ἀργυρῆ φωνή· – «Ἡ Ἐκκλησιά μας!»

achilles_paraschos_greek_poet_athens_2009