Η Σίτσα Καραϊσκάκη και η συνάντησή της με τον Ιωάννη Μεταξά

Εξωφυλλο καραισκακη σιτσα

Άρθρο της Σίτσας Καραϊσκάκη από το βιβλίο των εκδόσεων «Νέα Γενεά»  με τίτλο «Άρθρα για τη Νεολαία της 4ης Αυγούστου»

Νέο κορίτσι, Αγαπητή μου Φαλαγγίτισσα,

Σήμερα δεν θα ασχοληθούμε με τα λόγια του Αρχηγού μας όπως κάθε βδομάδα, δεν θα αναλύσουμε τις σκέψεις του για να μάθουμε από την πείρα και τη γνώσι του. Σήμερα θα καταπιαστώ να σας δώσω μια ιδέα για το πρόσωπό του, θα προσπαθήσω να σας ζωγραφίσω τον άνθρωπο, θα τολμήσω – γιατί αλήθεια είναι μεγάλο τόλμημα- να σας περιγράψω τον Αρχηγό μας, έτσι όπως τον είδα. Και από την καρδιά μου θέλω ένα: Να σας μεταδώσω το μεγάλο ενθουσιασμό, που ένοιωσα από τη μεγάλη του καλωσύνη, την απέραντη στοργή του, την απερίγραπτη απλότητα και γενικά από τη μεγάλη του προσωπικότητα. Καμμιά φωτογραφία του, καμμιά περιγραφή δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα. Πόσο σφαλερή εικόνα μας δίνουν αυτά τα δύο προκειμένου περί εξαιρετικού ανθρώπου! Ό,τι είχα διαβάσει, ό,τι είχα ακούσει αναφορικά με το πρόσωπό του, δεν ήτανε ούτε η σκιά της φωτεινής του υπάρξεως. Μα ας αρχίσουμε τη διήγησί μας καλύτερα με τη σειρά. Γιατί υπάρχει φόβος να εξαντλήσω το χώρο μου με τον πρόλογο κι έτσι θα μείνουν τα πινέλλα μου βαριά από τα χρώματα τα λαμπερά του ενθουσιασμού μου και η ψυχή μου φορτωμένη οπτασίες. Κι εγώ, όπως σας είπα, είμαι αποφασισμένη σήμερα να σας πάρω μαζί μου στην εξαιρετική μου αυτή εντύπωση, στην γιορτάσιμή μου αυτή χαρά!

Ήτανε λοιπόν την περασμένη Παρασκευή, που μια επίσημη εντολή από μέρους της καλής μου Διοικήτριας κ. Μαντζούφα με ωδήγησε στο Υπουργείο των Εξωτερικών, το πρωί στις οχτώ και μισή. Γιατί – και πρέπει αυτό να το ξέρετε – ο Αρχηγός μας βρίσκεται, σαν ακούραστος στρατιώτης και υπεύθυνος εργάτης στη θέσι του από πολύ πρωί. Αν όλοι μας τον παίρναμε και στις λεπτομέρειες της ζωής μας ως παράδειγμα, θα γινόμαστε μια ζηλευτή γενιά, ένας περίδοξος και πάλιν λαός. Γιατί οι λεπτομέρειες κάνουν το σύνολο. Είναι οι μικρές πινελλιές στο μεγάλο ταμπλώ. Στερνά από πολλές και διάφορες διατυπώσεις, βρέθηκα καθισμένη σε μια πολυθρόνα στον προθάλαμο του Αρχηγού σφίγγοντας το νέο μου βιβλίο, που ήθελα να του προσφέρω. Αυτό ήτανε φυσικά η αφορμή, ενώ η αληθινή αιτία της προσπάθειάς μου να παρουσιασθώ ήτανε η απεριόριστη επιθυμία να τον δώ από κοντά, να τον ακούσω να μιλή, και να μιλή αποκλειστικά σε μένα. Αυτή την ευτυχία επεδίωξα, γιατί ήθελα να κάνω και σας όλες αγαπητές μου, μικρές και μεγάλες, κοινωνούς στη χαρά αυτή, μετόχους στην εξαιρετική αυτή γιορτή. Διάφορα πρόσωπα επίσημα – τόνοιωθα από τα χαρακτηριστικά των – μπαινόβγαιναν μέσα στις μεγάλες ζεστές και καλοστολισμένες σάλες. Οι υπουργοί – ήταν και η μέρα του υπουργικού συμβουλίου- συζητούσαν και μιλούσαν χωρίς άλλο για τη μελλοντική συνεδρίασι. Το τηλέφωνο χτυπούσε αδιάκοπα και ο υπασπιστής απαντούσε υπομονητικά και καλόβολα. Κάπου – κάπου περνούσε τη διπλή καρυδένια βαρειά πόρτα κάποιος φορτωμένος με χαρτιά και φακέλλους, που κλείνανε ίσως μια σπουδαία πτυχή των τυχών του Έθνους μας. Σε κείνη τη διπλή δρύινη πόρτα είχανε καρφωθεί τα μάτια μου και η ψυχή μου. Όλα τ’ άλλα που σας ανέφερα φτερούγιζαν γύρω μου σαν ίσκιοι θαμποί και φευγαλέοι. Το μυαλό μου δούλευε εντατικά, φορμάροντας τις λέξεις και τις φράσεις, που θάλεγα σαν βρισκόμουνα μπροστά Του. Όλο γύριζαν μέσα στο κεφάλι μου κι έκαναν να βουίζουν τα’ αυτιά μου. Κανένα σχήμα λόγου δεν μου φαίνονταν αντάξιο για μια τέτοια περίστασι, κι αυτό μου γεννούσε κάποια νευρικότητα. Γιατί, αγαπητά μου κορίτσια, δεν είναι λίγο πράγμα να βρεθής μπροστά στον Αρχηγό ενός Κράτους και να θελήσεις να του πής πολλά και διάφορα, που νοιώθει η ψυχή σου, μέσα σε μερικά μόνον λεπτά. Και Δημοσθένης νάσαι θα τα μπερδέψεις.

Screenshot_224.png

Έτσι ένοιωθα λοιπόν κι εγώ τα ιστορικά κοχλάδια, που ο αρχαίος μας ρήτορας έχωνε στο στόμα του κατεβαίνοντας στ’ ακρογιάλι, προσπαθώντας να νικήση τη βοή του κύματος και να φθάση στη ρητορική εκείνη δεινότητα, που μας παρέδωσε γι’ αυτόν η Ιστορία. Όταν ήλθε η σειρά μου κι άκουσα τόνομά μου, άρπαξα το βιβλίο μου σαν σανίδι σωτηρίας και πέρασα τη διπλή εκείνη δρύινη πόρτα που τόσα καρδιοχτύπια μου γεννούσε σε κάθε της άνοιγμα. Μια πλατειά, πελώρια αίθουσα, παχιά χαλιά, βαθειές πολυθρόνες, αναπαυτικοί καναπέδες, σπουδαίες εικόνες, λαμπεροί πολυέλαιοι. Όλα αυτά όμως εξαφανίστηκαν όταν στάθηκα μπροστά σ’ Εκείνον. Και δεν εξαφανίστηκαν μόνο όλα τα γύρω μου, παρά κι εκείνα που είχα σμιλέψει μέρες τώρα μέσα στο μυαλό μου και που νύχτες μου αφαιρούσαν τον ύπνο. Όλα σαν από μαγεία είχανε χαθή και μόνο δύο καλόκαρδα γεμάτα πραότητα γαλανά μάτια, σαν ελβετικές λιμνούλες, με απασχολούσαν και δίνανε ολοένα θάρρος, ως που βρήκα τέλεια τον εαυτό μου. Ξέρετε όμως ότι οι ελβετικές γαλάζιες λίμνες, που τόσο ήσυχες είναι συνήθως, μπορούν κάποτε να φουρτουνιάσουν; Φαντάζομαι πως τα γαλανά μάτια του Αρχηγού μας, που φυλάγουνε τον ενθουσιασμό της νεότητας και την πραότητα της ωριμότητος, θα μπορούσαν και ν’ αγριέψουν, όταν λάχη ανάγκη κι όταν πρόκειται για την ευτυχία της Ελλάδος μας. Έτσι είναι ένας γνήσιος Αρχηγός. Έτσι ήτανε κι ο Χριστός μας με της πραότητος το ευαγγέλιο για τους καλούς και με της αυστηρότητος το φραγγέλιο για τους ιερόσυλους. Μου είπε ο Αρχηγός ανάμεσα στα άλλα τα καλά και τα μεγάλα: – Σας ευχαριστώ για όσα γράφετε στη «Νεολαία».

Screenshot_85

Ελάτε μαζί μου, αγαπημένα μου κορίτσια, Φαλαγγίτισσες και μη, να γιορτάσουμε σήμερα τη μεγάλη αυτή γιορτή της χαρά μας. Γιατί αυτό το «ευχαριστώ» του Αρχηγού μας δεν είναι μόνο για μένα. Είναι για όλες μας, ως τα πέρατα της ελληνικής χώρας, στις πολιτείες και στον κάμπο, στ’ ακρογιάλια και στα βουνά. Γιατί το ξέρετε κι εσείς ότι μόνο το δικό μου χέρι είναι, που ζωγραφίζει μέσα στις σελίδες μας αυτές κάθε εβδομάδα μαζί με τη δική μου και τη δική σας ψυχή. Νοιώθω εγώ τι αισθάνεσθε για κείνον, τον καλόν Πατέρα και Αρχηγόν, κι αυτό μονάχα γράφω κι αυτό μονάχα ζωγραφίζω κάθε βδομάδα. Γι’ αυτό ας χαρούμε όλες μας για το μεγάλο αυτό δώρο, που μας κάνει για το «ευχαριστώ» Του. Κι ένα ακόμα θα σας αναφέρω, ένα πολύ σπουδαίο! Δίνοντάς του το βιβλίο μου του είπα: «Είθε να μ’ αξιώσει ο Κύριος να γράψω μια φορά και τη δική σας ζωή…» Τα γεμάτα καλωσύνη μάτια μου γελούσαν ενώ μ’ απαντούσε: «Μα για να γράψης την Ιστορία μου πρέπει να πεθάνω πρώτα, παιδί μου».

Έτσι είπε ο Αρχηγός μας σ’ εκείνα μου τα λόγια. Όμως αλλοιώς είναι στην αλήθεια το ζήτημα. Για κυττάξτε, αγαπητά μου κορίτσια. Πολλές φορές δεν χρειάζεται ο θάνατος για να περάσει ένα πρόσωπο στα βασίλεια της Αθανασίας. Μια εξαιρετικά μεγάλη πράξι είναι αρκετή για να γεμίση τόμους και τόμους και να δημιουργήση ιστορία. Κι αυτή την πράξι την έχει ο Αρχηγός ο δικός μας επιτελέσει. Έχει ενώσει τους Έλληνας από το βοριά ως το νοτιά, κι από Ανατολή σε Δύσι, ακόμα ωδήγησε κοντά μας και την ψυχή εκείνων, που βουνά και θάλασσες τους απομακρύνουν από μας. Επέτυχε να λαμπικάρη τις ψυχές του πανελληνίου μέσα στο χυτήριο της λαϊκής αγάπης και να χαρίση σ’ αυτές εθνική συνείδηση. Δεν είναι αυτό κάτι πολύ μεγάλο; Αν σήμερα όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, βαδίζουμε με το ίδιο βήμα, σκεπτώμαστε με το ίδιο πνεύμα και ζούμε με τον ίδιο ρυθμό, το χρωστούμε μόνο στη δυνατή του χειρονομία που με την μεταστροφή της 4ης Αυγούστου μας χάρισε την ενότητα και την κατανόησι του Αδελφού μας Έλληνα πολίτη. Και κάτι άλλο όμως θα του αντιτείνουμε στα λόγια του αυτά, κι ας μας συγχωρήση ο καλός μας Πατέρας. Αγαπητέ μας Αρχηγέ, Συ δεν θα φύγεις ποτέ από την ψυχή μας. Τ’ όνομά Σου δεν θα σβήση ποτέ από την πλάκα της ύπαρξής μας. Η μορφή σου δεν θα σκιαστή ποτέ από την λησμονιά. Οι γενεές γενεών θα σ’ έχουν αιώνια μέσα τους, γιατί τις ανάστησες με την πνοή Σου. Εσύ μη μιλάς για θάνατο. Εσύ, Αρχηγέ μας, δεν θα πεθάνης ποτέ.