Νέα έκδοση: «Σίτσα Καραϊσκάκη Μεταστροφή του Γκαίτε από το γοτθικό προς το αρχαίο ελληνικό πνεύμα»

Screenshot_1

«Οι ψυχικές αυτές στενές σχέσεις του Γκαίτε με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και η προσήλωση στις φιλοσοφικές τους θεωρίες είναι δίκαιο να μας πληρούν περηφάνεια και αγαλλίαση. Νοιώθουμε πως ψηλώνουμε και μεις κοντά του ανευρίσκοντας μέσα στο λαμπρό προγονικό μας παρελθόν τον ίδιον τον εαυτό μας.
Γελούσε για τις θεωρίες του Φαλμεράγιερ και ενθουσιαζότανε σαν έπαιρνε ένα γράμμα του Μπάυρον από την μαχόμενη Ελλάδα την απόγονη εκείνης της χώρας που του έλαμψε με τον ήλιο του πνεύματος της. Και ήθελε κι αυτός να ήτανε νέος για να πολεμήσει ο ίδιος για την ελευθερία της. Κι απαντούσε στον Μπάυρον με τέτοιους στίχους:

Ο νους φτερό, όμως μολύβι το κορμί.
Αχ, πλάι σου νάμουν με της νιότης την ορμή.

Κι όταν επεσκέφτηκα το σπίτι του στη Βαϊμάρη είδα με μεγάλη συγκίνηση πάνω στον μικρό μαυροπίνακα που κρέμονταν πλάγια στο απλό του κλινάρι ανάμεσα σε άλλα γραμμένες τις λέξεις »Griechenland auferstanden» δηλ. »Η Ελλάδα αναστήθηκε». ‘Ητανε ανάμεσα στα θέματα που είχε στο νού του να καταπιαστεί.»

«Στα πρώτα του έργα τα πρόσωπα πρόσωπα του ήσαν αχνά, απαλά και κάπως αβέβαια, ενώ κατόπιν απέκτησαν οριστικότητα και στερεότητα. Προτήτερα μας περιέγραφε στο τοπίο τη διάθεση και την ατμόσφαιρα, κατόπιν μας δίνει, αυτό καθ’ εαυτό, το τοπίο με όλες του τις λεπτομέρειες χωρίς και να του αφαιρεί τη διάθεση και την ατμόσφαιρα. Ότι στη νιότη του μας έδωσε ζωγραφισμένο με αχνό μολύβι τώρα στην ωριμότητα του μας το δίνει πλαστικό και ανάγλυφο σαν το άγαλμα της αρχαιότητος. Κι αυτό είναι το αποτέλεσμα του ταξιδιού του στην Ιταλία.

»Η κυριώτερη πρόθεση του ταξιδιού μου ήτανε τα φυσικά και ηθικά ελαττώματα να θεραπεύσω που με τυραννούσαν στη Γερμανία και να ησυχάσω την καφτή δίψα για την τέχνη», αυτά έγραφε ο Γκαίτε στις 25 Ιανουαρίου του 1788 στον ηγεμόνα του στη Βαϊμάρη. Και οι δυο του αυτοί σκοποί ξεπληρώθηκαν. Ο δεύτερος του μάλιστα σκοπός όχι μόνο την εκπλήρωση του βρήκε, αλλα τον ξεπέρασε κάνοντας τον ποιητή κυρίαρχο πάνω στα προβλήματα της τέχνης.
Και όσον αφορά τα φυσικά – ηθικά ελαττώματα, από τα οποία απαλλάχτηκε, όπως λέγει, είναι αλήθεια. Απόκτησε μιαν αξιοπαράτηρητη σιγουριά στο δρόμο της ζωής του, που φαίνεται γεμάτος κάποια μυστικά θέλγητρα, που πολλοί δεν μπορούν να εξηγήσουν. Γίνεται με τον παράξενο τρόπο ζωής, ο »Ολύμπιος», όπως τον ωνόμασε ο κατόπιν κόσμος.»

Screenshot_3.png

Από το οπισθόφυλλο:

Η Σίτσα Καραϊσκάκη ήταν ποιήτρια, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Είχε σπουδάσει στο Μόναχο όπου έλαβε και τον τίτλο της διδάκτορος. Είχε σπουδάσει Βυζαντινολογία, Γερμανική Φιλολογία και Ψυχολογία στη Βιέννη, τη Ζυρίχη και την Πράγα. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 υπήρξε η οργανώτρια του Τύπου και της Προπαγάνδας της ελληνικής αποστολής. Είχε βραβευτεί με την πλακέτα Γκαίτε στο Ιλμενάου της Βαϊμάρης. Αρθρογραφούσε στο περιοδικό «Η Νεολαία» της 4ης Αυγούστου και επί κατοχής συνεργάστηκε με τους Γερμανούς πραγματοποιώντας ραδιοφωνικές εκπομπές στο κατοχικό ραδιόφωνο προωθώντας τις ιδέες του εθνικοσοσιαλισμού. Κατηγορήθηκε ως δοσίλογος και ερήμην της καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Είχε διαφύγει στην Ανατολική Γερμανία με τον Γερμανό σύζυγό της Μπάχμαν, Το 1968 αμνηστεύθηκε κι επέστρεψε στην Μυτιλήνη. Από το 1972 και μετά ζούσε στο Παλαιό Φάληρο στην Αθήνα. Είχε γεννηθεί το 1897 στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας και πέθανε στις 30 Απριλίου του 1987. Το έργο της ως τις μέρες μας έμεινε άγνωστο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων. Το παρόν βιβλίο αποτελεί ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1974 και είναι μια μελέτη στο έργο του μεγάλου Γερμανού ποιητή.

Πηγή: Εκδόσεις «Νέα Γενεά»