Ένα γράμμα του Ντ’ Αννούντσιο στον Μουσολίνι

Η θλιβερή χρονιά του 1921 έκλεισε με την τραγική διάλυση του δράματος του Φιούμε. Ύστερα από τη Συνθήκη του Ραπάλλο, με την οποία το Φιούμε καταδικάστηκε να γίνει ένα ξέχωρο σώμα, η ιταλική αντίσταση στο Φιούμε έγινε πιο αποφασιστική από ποτέ. Ο Ντ’Αννούντσιο διακήρυξε ότι, με οποιοδήποτε κόστος, δεν θα εγκατέλειπε την πόλη για την οποία υπέφερε τόσο καιρό και επώδυνα ώστε να παραμείνει ζωντανή και ανέγγιχτη η ιταλική ψυχή της. Και εγώ ζούσα αυτό το δράμα, μέρα με τη μέρα. Ο Ντ’Αννούντσιο κι εγώ ήμασταν στενά συνδεδεμένοι από τις πρώτες μέρες της εκστρατείας. Για πάνω από ένα χρόνο είχα συνηθίσει να λαμβάνω τα αδερφικά γράμματά του. Μου έφερναν την παθιασμένη ανάσα του Φιούμε. Από την πρώτη κιόλας στιγμή της κατοχής της πόλης του ολοκαυτώματος ο ποιητής μου είχε αποκαλύψει την αμετακίνητη θέλησή του να πολεμήσει. Μπορούν να βρεθούν σημαντικά στοιχεία σε ένα γράμμα που μου είχε στείλει ο Ντ’Αννούντσιο στις 14 Σεπτεμβρίου του 1919, όπου μου μετέδιδε, για την εφημερίδα μου, ένα απ’ τα πιο αντρίκεια μηνύματά του. Έγραφε:

Αγαπητέ Μουσσολίνι: Σου γράφω βιαστικά μερικές αράδες. Δούλευα για ώρες. Πονάει το χέρι μου και τα μάτια μου. Στέλνω τον γιο μου, τον Γκαμπριελλίνο, ένα γενναίο σύντροφο, να σου φέρει αυτό το χειρόγραφο. Έχε το νου σου για όποια απαιτούμενη διόρθωση και σ’ ευχαριστώ. Αυτή είναι μόνο η πρώτη πράξη ενός αγώνα που θα φτάσω ως το τέλος του με τον δικό μου τρόπο. Σε περίπτωση που η λογοκρισία θα τολμήσει να παρέμβει, δημοσίευσε σε παρακαλώ την επιστολή μαζί με τα λευκά κενά που θα δείχνουν από πού αφαιρέθηκαν λέξεις. Τότε θα δούμε αυτό που είναι να δούμε. Θα σου ξαναγράψω. Θα έρθω. Θαυμάζω την αφοσίωσή σου και τη δύναμη των καλοζυγισμένων χτυπημάτων σου. Σου σφίγγω το χέρι.

Υμέτερος,

ΓΚΑΜΠΡΙΕΛΕ ΝΤ’ΑΝΝΟΥΝΤΣΙΟ.

Από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο η κατάσταση στο Φιούμε γινόταν όλο και δυσκολότερη. Αντιμέτωπος με την αμετακίνητη στάση του Ντ’Αννούντσιο, ο Τζολίττι – για να παραμείνει πιστός στις συμφωνίες που υπέγραψε ο Κόμης Σφόρτσα στο Ραπάλλο – αποφάσισε να αποκλείσει την πόλη. Τα αποτελέσματα του αποκλεισμού ήταν αμφίβολα· γι’ αυτό η κυβέρνηση αποφάσισε να θέσει υπό την κατοχή της την πόλη με μια στρατιωτική αποστολή. Επέλεξαν τα Χριστούγεννα, επειδή μεσολαβούσαν δύο γιορτές κατά τη διάρκεια των οποίων δεν κυκλοφορούσαν εφημερίδες. Εξαπολύθηκαν Ιταλοί στρατιώτες εναντίον μιας ιταλικής πόλης, εναντίον μιας χούφτας τολμηρών λεγεωνάριων, Ιταλών με ένθερμη ψυχή, οι μαχητές των αδερφών του Ντ’Αννούντσιο. Χύθηκε αίμα στους δρόμους. Υπήρξαν ακόμα και νεκροί. Όλη η Ιταλία διαποτίστηκε από βαθιά αγανάκτηση. Έκτοτε ένα αίσθημα μεταμέλειας και συμφιλίωσης πήρε το πάνω χέρι. Βρέθηκε μια φόρμουλα. Ο Ντ’Αννούντσιο παρέδωσε την εξουσία σε μια επιτροπή πολιτών και έφυγε απ’ το Φιούμε. Το είχε κρατήσει για δεκαέξι μήνες με ακατάβλητη αφοσίωση. Τώρα έπρεπε να εμπιστευτεί τη μοίρα του στους καλύτερους πολίτες του και στα γεγονότα που ωρίμαζαν αδυσώπητα. Εκείνη την εποχή έγραψα ένα μήνυμα που βρήκε απήχηση σε όλες τις ιταλικές καρδιές: «Κάτω από όλες αυτές τις φλυαρίες και τους τιποτένιους διαλόγους, βρίσκεται ένα τέλειο δράμα· απαίσιο, αν θέλετε, αλλά τέλειο.

Από τη μία είναι η ψυχρή Λογική της Εξουσίας αποφασισμένη ως το κόκκαλο, από την άλλη η ζεστή Λογική του Ιδεώδους έτοιμη να κάνει μια απεγνωσμένη, υπέρτατη θυσία. Εμείς, που καλούμαστε να επιλέξουμε, η ανήσυχη και πρώιμη μειοψηφία, επιλέξαμε με ψυχραιμία τη Λογική του Ιδεώδους.» Μερικές μέρες αργότερα, στις 4 Ιανουαρίου του 1921, τίμησα τους νεκρούς της Λεγεώνας του Ρόντσι με ένα από τα πιο φλογερά άρθρα που έγραψα ποτέ. Έκλεινε με τα παρακάτω λόγια:

«Είναι οι τελευταίοι που έπεσαν στον Μεγάλο Πόλεμο, και όχι μάταια! Η ιταλική τρίχρωμη σημαία τους χαιρετά, η ιταλική γη τους σκεπάζει. Οι τάφοι τους είναι ένας βωμός. Εκεί όλες οι παρατάξεις και οι διαιρέσεις εξολοθρεύονται. Οι νεκροί του Καρνάρο μαρτυρούν ότι το Φιούμε και η Ιταλία είναι ένα, ίδια σάρκα, ίδια ψυχή. Το θαμπό μελάνι των διπλωματών δεν θα ακυρώσει ποτέ αυτό που σφραγίστηκε για πάντα με αίμα. Χαίρε λεγεώνα του Ρόντσι, χαίρε στον Ντούτσε – στον ηγέτη, Ντ’Αννούντσιο – στους ζωντανούς του που επιστρέφουν και στους νεκρούς του που δεν θα γυρίσουν ποτέ. Παρέμειναν να φρουρούν τα χιονισμένα βουνά – Νεβόσσο!»

Η σιδηρά ανάγκη της βίας είχε ήδη επιβεβαιωθεί. Αυτό το νιώσαμε όλοι μας. Είχε έρθει τώρα η στιγμή να περάσουμε σε δράση με ξεκάθαρη αίσθηση του συγκεκριμένου θέματος. Ο σχηματισμός των ομάδων και των μάχιμων μονάδων που είχα συντάξει από διαίσθηση είχε ολοκληρωθεί. Τους είχα δώσει, με ακριβείς οδηγίες, συγκεκριμένα καθήκοντα μέσα σε καθαρά όρια. Άρχισαν το έργο της πειθαρχίας και των αντιποίνων.

35305

Η δική μας βία έπρεπε να είναι παρορμητική. Είχε εκπαιδευτεί να είναι πιστή, όπως ήταν οι λεγεώνες του Γαριβάλδη, και πάνω απ’ όλα ιπποτική. Η Κεντρική Επιτροπή των Fasci di Combattimento συντόνιζε, κάτω από τις οδηγίες μου, ολόκληρο το έργο των τοπικών στελεχών και των ομάδων δράσης, όχι μόνο στις επαρχίες αλλά ακόμα και μέσα στις πόλεις. Γενναία και αντρειωμένα στοιχεία από τα πανεπιστήμια συντάχθηκαν μαζί μας. Οι ιταλικές σχολές έχουν εμπλουτιστεί με τα ένδοξα ονόματα των φοιτητών που παράτησαν τις αίθουσές τους για την πολιτική ζωή και τον Φασισμό. Αυτά τα ενθουσιώδη παιδιά άφησαν, χωρίς να το μετανιώσουν και χωρίς δισταγμό, μια χαρούμενη ύπαρξη για να αντιμετωπίσουν θανάσιμους κινδύνους κατά τη διάρκεια αντιποίνων ενάντια στους προδότες της χώρας μας.

Αργότερα, διέταξα να απονεμηθούν πτυχία ad honorem σε αυτούς τους ήρωες  της γενναίας νιότης· είχαν δώσει το αίμα τους χωρίς δισταγμό για να σωθεί το έθνος τους. Ανάμεσά τους ήταν οι άριστοι της ιταλικής νεολαίας, που με πειθαρχημένη μεθοδική δράση, γεμάτοι ορμή, σαν να ήταν ηθοποιοί, βρήκαν και εξολόθρευσαν τις σοσιαλο-κομμουνιστικές αράχνες που μέσα στον ιστό της ανοησίας και της άγνοιας εξόντωναν τα ζωτικά κύτταρα του ιταλικού λαού. Όποτε ξεπηδούσε κάποια παρενόχληση, ομηρία, υπόθεση εκβιασμού, αταξία, αντίποινα – θα συγκεντρώνονταν οι Φασιστικές ομάδες δράσης. Το μαύρο χιτώνιο – σύμβολο σθένους – ήταν η πολεμική στολή μας.

Benito Mussolini, Η αυτοβιογραφία μου, εκδόσεις «Νέα Γενεά», Νοέμβριος 2017

mussolini eksofullo