Πόλεμος ένδοξος, ειρήνης αισχράς, αιρετώτερος

Η – ομολογουμένως μακραίωνη και πλούσια – ιστορία της Ελλάδος έχει να επιδείξει πάμπολλα πολεμικά γεγονότα και κατορθώματα, πλήθος ηρώων, σπουδαίες μάχες, ανείπωτες θυσίες. Πράγματα για τα οποία εμείς σήμερα μπορούμε να καυχιόμαστε από την ασφάλεια της “ειρηνικής” εποχής μας, ιδιοποιούμενοι λίγη από τη δόξα των προγόνων μας, χωρίς ωστόσο να έχουμε κατακτήσει οι ίδιοι κάτι απ’ αυτήν. Το παράδοξο όμως των ημερών μας δεν είναι τόσο η δικαιολογημένη υπερηφάνεια για τους προπάτορές μας, όσο η αδικαιολόγητη προσπάθεια να δικαιολογήσουμε την προφανή ανεπάρκειά μας, όταν έρχεται η ώρα της αναμέτρησης με το παρελθόν. Κι έχουμε από τη μια εκείνους που με υπεράνθρωπη ανδρεία κι αυταπάρνηση εξυψώθηκαν από κοινοί θνητοί σε ημίθεους, κι από την άλλη εμάς, έναν λαό αποστερημένο από τιμή, απογυμνωμένο από κάθε θέληση για ζωή κι ελευθερία. Ένα έθνος γενναίων, που η επανάπαυση μετέτρεψε σ’ ένα συνονθύλευμα ραγιάδων που βαφτίζουν τη δειλία τους “σωφροσύνη”.

Η κοινή πεποίθηση σήμερα είναι ν’ αποφευχθεί ο πόλεμος πάση θυσία. Ακόμη κι αν αυτό μας κοστίσει κομμάτια της γης, της ιστορίας, της ταυτότητάς μας. Την αξιοπρέπειά μας και την ύπαρξή μας την ίδια δηλαδή. Προτιμά η μάζα να μηρυκάζει το “οι Έλληνες είναι ειρηνικός λαός”, παρά να κοιτάξει κατάματα την ιστορία, που από κάθε της εποχή αναδύεται ένας λαός πολεμικός, έτοιμος να υπερασπιστεί βωμούς κι εστίες. Προτιμά ν’ αναρωτιέται τάχα θιγμένη “γιατί να θυσιάσω τα παιδιά μου γι’ αυτό το κράτος που δεν το αξίζει;”. Προτιμά να αναλίσκεται σε νουθετήσεις και συμβουλές περί “σύνεσης” και “ψυχραιμίας”, όταν ο εχθρός τραβάει τόσο σκοινί, ώστε ο πόλεμος ν’ αποτελεί πια τη μόνη επιλογή. Σε όλα αυτά όμως έχει απαντήσει ήδη η ένδοξη ιστορία μας, αυτή η ιστορία που πολλοί απ’ αυτούς τους μαζανθρώπους αναμασούν, όταν τους συμφέρει, για να ψηλώσουν κανέναν πόντο, αλλά καμία προσπάθεια δεν κάνουν για να την επαναλάβουν…

Από τους ομηρικούς Αχαιούς, που εξεστράτευσαν στην Τροία και διεξήγαγαν έναν δεκαετή πόλεμο, μέχρι τους πολεμοχαρείς Δωριείς και τις ιστορικές κατακτήσεις τους, από τους συχνούς πολέμους αναμεταξύ των πόλεων-κρατών μέχρι τις συγκρούσεις τους με τους βαρβάρους, από τους Βυζαντινούς χρόνους που είναι σπαρμένοι με πολυαίμακτες μάχες μέχρι την εθνεγερσία του 1821 και τη νεώτερη ιστορία, οι Έλληνες ουδέποτε υπήρξαν “ειρηνικοί” κι ουδέποτε άφησαν κάποια πρόκληση αναπάντητη. Στους εισβολείς πάντοτε απαντούσαμε με πόλεμο κι όχι με διπλωματία. “Μολών λαβέ” ο Λεωνίδας στον Πέρση, “Λοιπόν, έχουμε πόλεμο” ο Μεταξάς στον Ιταλό.

Ο όρκος των Αθηναίων εφήβων ξεκινούσε ως εξής: “Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ, οὐδ’ ἐγκαταλείψω τὸν παραστάτην ὅτῳ ἂν στοιχήσω· ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν. καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάσσω παραδώσω, πλείω δὲ καὶ ἀρείω ὅσης ἂν παραδέξωμαι.” Δηλαδή: “Δε θα ντροπιάσω τα όπλα τα ιερά, ούτε θα εγκαταλείψω το συμμαχητή μου, με οποιονδήποτε κι αν ταχθώ στη γραμμή. Θα αμυνθώ και για τα ιερά και τα όσια και μόνος και μαζί με πολλούς, και την πατρίδα δε θα παραδώσω μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη απ’ όση την παρέλαβα.” Ένας όρκος στον οποίο είναι διάχυτο το πολεμικό πνεύμα, για να μας εμπνέει μέχρι σήμερα.

Η Σπαρτιάτισσα μάνα έδινε την ασπίδα στο γιο της με την ευχή “Ή τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς“. Δεν έκλαιγε, δεν εξέφραζε τα συναισθήματά της, και κυρίως δε μοιρολογούσε. Δεν πονούσε; Δε φοβόταν; Σαφώς και ναι, αλλά στη Σπάρτη η δειλία δεν είχε θέση. Πάνω απ’ όλα ήταν το χρέος προς την Πατρίδα.

28907997_176076526522739_520706311_n.png

Άλλο τρανό παράδειγμα Σπαρτιάτισσας μάνας, αν και πολύ πιο πρόσφατο, ήταν η ηρωϊκή Ελένη Ιωαννίδου. Σε επιστολή της προς τον τότε Πρωθυπουργό, Αλέξανδρο Κορυζή, γράφει:

“Πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
Κύριον Ἀλέξανδρον Κορυζήν,

Ὁ υἱός μου, Εὐάγγελος Ἰ. Ἰωαννίδης, ἀπωλέσθη εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Κλεισούρας.
Παρήγγειλα εἰς τοὺς τέσσαρας ἤδη ὑπηρετοῦντας υἱούς μου: Χρῆστον, Κώσταν, Γεώργιον καὶ Νίκον Ἰ. Ἰωαννίδην, νὰ ἐκδικηθῶσιν τὸν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ των.Κρατῶ εἰς ἐφεδρείαν ἄλλους τέσσαρας: Πάνον, Ἀθανάσιον, Γρηγόριον καὶ Μενέλαον Ἰ. Ἰωαννίδη, κλάσεων 1917 καὶ νεωτέρων.
Παρακαλῶ κληθῶσιν ὀνομαστικῶς καὶ οὗτοι, εἰς πάσαν περίπτωσιν ἀνάγκης τῆς Πατρίδος ἢ τυχὸν ἀπωλείας ἑτέρου τέκνου μου πρὸς ἐκδίκησιν ἐχθροῦ.
Γνωρίσατε Βασιλέα μας ὅτι ὕστατον ἐπιφώνημα θέλει εἶναι: ΖΗΤΩ Η ΠΑΤΡΙΣ
Ἑλένη Ἰωάννου Ἰωαννίδου
Κυπαρισσία, 2 Φεβρουαρίου 1941”

Ανάλογη ήταν κι η λογική του Λάμπρου Τζαβέλα, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος από τον Αλή Πασά για να πείσει τους Σουλιώτες να παραδώσουν τα όπλα, ενώ ο γιος του παρέμεινε πίσω αιχμάλωτος. Ο Αλή Πασάς υποσχέθηκε στο Σουλιώτη οπλαρχηγό, αν τα κατάφερνε, να του δώσει πίσω το γιο του, πλούτη κι αξιώματα. Ο Τζαβέλας συμφώνησε. Όταν έφτασε όμως στο Σούλι, έστειλε στον Αλή την παρακάτω επιστολή:

“Αλή πασά, χαίρομαι όπου εγέλασα ένα δόλιο. Είμ’ εδώ, να διαφεντεύσω την Πατρίδα μου εναντίον εις ένα κλέπτην. Ο υιός μου θέλει αποθάνει, εγώ όμως απελπίστως θέλω τον εκδικήσω πριν ν’ αποθάνω. Κάποιοι Τούρκοι, καθώς εσύ, θέλουν ειπή ότι είμαι άσπλαχνος πατέρας, με το να θυσιάσω τον υιόν μου δια τον δικόν μου λυτρωμόν. Αποκρίνομαι, ότι εάν εσύ πάρης το Βουνόν (σ.σ. το Σούλι), θέλεις σκοτώσει τον υιόν μου με το επίλοιπον της φαμελίας μου και τους συμπατριώτας μου, τότε δεν θα ημπορέσω να εκδικήσω τον θάνατόν του, αμμή αν νικήσωμεν, θέλει έχω και άλλα παιδία, η γυναίκα μου είναι νέα, εάν ο υιός μου, νέος καθώς είναι, δεν μένη ευχαριστημένος ν’ αποθάνη δια την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να ζήση και να γνωρίζεται ως υιός μου. Προχώρησε λοιπόν άπιστε, είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ. Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου, Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλας…”

Ήταν άραγε πολεμοχαρείς όλοι αυτοί ή δεν είχαν μετρήσει σωστά το κόστος του πολέμου; Το αντίθετο. Το ζύγιασαν μ’ εκείνο της ειρήνης κι απεφάνθησαν. Κατά τον ρήτορα Δημοσθένη, “πόλεμος ένδοξος, ειρήνης αισχράς, αιρετώτερος” (ένας ένδοξος πόλεμος είναι προτιμώτερος από μια ντροπιαστική ειρήνη). Αυτή ήταν ανέκαθεν η φιλοσοφία του λαού μας κι αυτό συνιστά μια απόλυτη απάντηση σε όσους μας κατηγορούν ως πολεμοχαρείς και δεν κατανοούν πως ο πόλεμος δεν αποτελεί για ‘μας κάποιο φετίχ, αλλά μια φυσική αναγκαιότητα, μια αναπόφευκτη πραγματικότητα, την οποία δε θα φοβηθούμε ν’ αντιμετωπίσουμε. Γιατί για ‘μας χειρότερη μοίρα από το θάνατο είναι εκείνη της υποταγής. “Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή” είχε γράψει ο Ρήγας στον Θούριό του. “Ελευθερία ή Θάνατος” είναι οι εννέα συλλαβές που συμβολίζουν οι εννέα ρίγες στη σημαία μας. “Ύμνος εις την Ελευθερίαν” ονομάζεται ο εθνικός μας ύμνος. Κι η Ελευθερία δεν χαρίζεται. Διεκδικείται και κατακτιέται με αγώνες και αίμα. Υψηλό το κόστος, μα ύψιστο όλων τ’ απόκτημα.

Αυτές είναι οι επιταγές των προγόνων μας, η παρακαταθήκη που μας άφησαν, κι εμείς, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι, δεν επιλέγουμε τον πόλεμο γιατί μας αρέσει, αλλά γιατί τον προτιμούμε από τη ζωή του σκλάβου, μια ζωή δίχως νόημα, αξία και τιμή. Μια τέτοια ζωή δε φοβόμαστε να την χάσουμε, αλλά να την ζήσουμε. Κι αρνούμαστε να επιτρέψουμε αυτήν τη ζωή για τα παιδιά μας. Αρνούμαστε να δούμε τις γυναίκες και τις κόρες μας ατιμασμένες και τους γιους μας γιουσουφάκια του εκάστοτε “σουλτάνου”. Γιατί όποιος φοβάται περισσότερο το θάνατο από την ατίμωση, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ραγιάς.

Victoria