Νίκος Καζαντζάκης: Στον Ίωνα Δραγούμη

Μες στη σγουρή σου φλόγα τυλιγμένος,
στην πιο αψηλή κορφή στο Καθαρτήρι,
στέκεις ορθός και συντηρείς το Γένος.
Το άναντρο εσύ της λησμονιάς ποτήρι
δεν καταδέχτηκες να πιης, αντάρα
να μη πλακώση το μυαλό, χατήρι
να μη σου κάμη ο θεός κι’ αλησμονιάρα
μη σκορπιστή στα μαύρα κυπαρίσσια
του αντρούς η πιο τρανή αρετή, η Λαχτάρα.
Περήφανη ψυχή παληκαρίσια,
απόξω απ’ της Παράδεισος τη θύρα,
τη γκρίζα κεφαλή κρατώντας ίσια,
ζητιάνος συ δε γίνεσαι στη μοίρα.
Δε θες να μπης και στη γλυκειά ζαλάδα
της βουρκιασμένης ευτυχίας την πύρα
που σ’ έκαιγε να σβήσης, την Ελλάδα!
Περίσια για Παράδεισο ’σαι αντάρτης
και λαχταράς της γης την αγριάδα.
Τα χελιδόνια γύρισαν κι’ ο Μάρτης
χλωρός σα μια καινούρια Λαύρα ανθίζει.
Δραγούμη, ανοίξαν οι ψυχές και θάρτης
τη γης ξανά να πιάσης μετερίζι.
Βγάλε το ματωμένο σου μαντήλι,
παιγνίδι’ ναι η ζωή και παιγνιδίζει
πα στα χοντρά φιλήδονά σου χείλη.
Γιομόσαν τα κορμιά ψυχή κι’ αντράλα
κι’ άντρες λεβέντες γίναν οι γραικύλοι.
Ω λύκαινα παληκαριά, το γάλα
της λευτεριάς τον βύζαξες και τώρα
μονιάς, σε γάβρο στεναγμό καβάλα,
λιγνός Ακρίτας τρογυρνάει τη χώρα,
τα σύνορα μετράει, μετράει το νου μας,
τον κίνδυνο νογάει κι’ ορμάει με φόρα,
μπλάβη αστραπή στην άκρα του γκρεμού μας!

Ν. Καζαντζάκης, 2 Οκτ. 1940