Σίτσα Καραϊσκάκη – Θάνατος και Ζωή

27 Απριλίου 1940

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΖΩΗ

«Εκείνο όμως που θέλω είναι να πιστεύουν εις την δύναμιν του Θεού και να υποτάσσωνται εις αυτήν. Θέλω να ζήσουν σαν Έλληνες Χριστιανοί». Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ

Νέο κορίτσι,

Αγαπητή μου Φαλαγγίτισσα,

Την εβδομάδα των Παθών ακούμε και ζούμε το αιώνιο δράμα μιας μεγαλειώδικης προσφοράς του Θεού που έγινε άνθρωπος, για να μπορέση να σώση σαν άνθρωπος την ανθρωπότητα από την καταστροφή. Ως άνθρωπος έπρεπε να πάθη όχι μονάχα για να στραγγίση ως τον πυθμένα το πικρό ποτήρι κάθε γήινου πόνου, αλλά και για να μας κάνη να νοιώσουμε το μέγεθος της θυσίας αυτής, που προήρχετο από άνθρωπο με σάρκα και οστά κι ένοιωσε ως τα έγκατα της ανθρώπινής του υπάρξεως τα βάσανα και τα μαρτύρια. Η μέρα του Σταυρωμού, η Μεγάλη Παρασκευή, μπορεί να ονομασθή η πιο χριστιανική γιορτή, η γιορτή της μεγάλης θυσίας. Περιέχει, σαν συμβολικό αγιοπότηρο, όλη τη δύναμι της πίστεως, που απλώθηκε ως τα πέρατα της Οικουμένης κι έκανε τις ψυχές να γονατίσουν μπροστά στο μεγαλείο του Θεού, που έγινε άνθρωπος μόνο και μόνο για να στερεώση μέσα μας την πίστι της αγάπης του για μας. Είναι μια μέρα μοναδική στην ιστορία της ανθρωπότητος, γιατί μοναδικό είναι και το μυστήριο του τραγικού εκείνου θανάτου στο Γολγοθά, που έχυσε το πυκνό σκοτάδι για να καταλάμψη η λαμπερή στιγμή της θριαμβευτικής νίκης του φωτός της ζωής. Έτσι ίσως τάχτηκε επίσης συμβολικά όταν ξυπνά και η Φύσι προς νέα ζωή από τον χειμερινό της λήθαργο. Δεν υπάρχει πουθενά καμμιά αναλογία μυθική γι’ αυτή τη μέρα και όποιος εμβαθύνη και νοιώση τη σημασία της θα βρη, ότι χωρίς τη σοβαρή αυτή γιορτή ο Χριστιανισμός δεν θα ήτανε τέτοιος, που είναι σήμερα. Είναι το ανώτατο σημείο, το ζενίθ του χριστιανικού συμβολισμού με το μεγάλο θάνατο, που κρύβει όμως μέσα του και ζητεί να αποκαλύψη το σπέρμα της ζωής. Η βασική διάθεσι της μέρας αυτής δεν είναι μόνο η σοβαρότητα του συμβολισμού της, αλλά και η ετοιμότητα των ψυχών για την ευχαριστία και ευγνωμοσύνη. Όπως π. χ. και η προσφορά του στρατιώτη για την πατρίδα, πλάι στον πόνο του χαμού του, προκαλεί τη βαθειά και αγιασμένη ευγνωμοσύνη όλων εμάς των άλλων. Βέβαια είναι αδύνατο να θέσουμε στη ίδια μοίρα τη θυσία του Ιησού με τη θυσία των ανθρώπων, γιατί τότε θα εξαφανίζονταν το ασυνήθιστο και το μοναδικό του θανάτου εκείνου, που εκλόνισε από τότε τον κόσμον και έδειξε νέους δρόμους στην ανθρώπινη ψυχή. Εκατομμύρια εκατομμυρίων ανθρώπων θυσιάστηκαν ως τώρα για συνανθρώπους και τράβηξαν ως ο άνθρωπος Ιησούς συνειδητά το δρόμο προς τον θάνατο. Εκείνος όμως, ο με σάρκα και οστά άνθρωπος, ήτανε συγχρόνως και ο αληθινός Θεός και με την προσφορά του εαυτού του ως «αμνού επί σφαγήν» για τη σωτηρία των ανθρώπων έκανε την ώρα του θανάτου του μια μοναδική και συγκλονιστική ώρα, μια ώρα που «σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην», μια ώρα που άλλαξε τα πάντα στην ανθρώπινη ιστορία. Στο θάνατο αυτό του ανθρώπου Ιησού απεκαλύφθη ο Θεός –στο παράδοξον των θεϊκών βουλών και αποφάσεων, που δεν μπορούμε εμείς με τη γήινη λογική μας να εξερευνήσουμε και κατανοήσουμε – μ’ ένα πρωτόφαντο και πρωτάκουστο τρόπο, όπως ποτέ πριν και ποτέ κατόπιν. Ο άνθρωπος που πεθαίνει για τον άνθρωπο, ο στρατιώτης, που προσφέρει τη ζωή του για την ελευθερία της πατρίδος του, η γυναίκα που παλαίει με το θάνατο, όταν φέρνη στον κόσμο μια νέα ζωή, γενικά ο άνθρωπος που έχει μέσα του τη θεϊκή διάθεση της αυτοθυσίας, προσφέρεται για να ζήσουν άλλοι άνθρωποι. Η θυσία του έχει πάντα τα όρια της γενεάς του ή της επόμενης γενεάς.

 

Ο Θεός όμως Χριστός προσεφέρθη όχι για να ζήση μια ή δύο ή δέκα γενεές, προσεφέρθη για να ξεπεράσουν οι άνθρωποι το θάνατο, δηλαδή για να τους χαρίση την μετά θάνατον ζωήν. Προσεφέρθη για την αιώνια ζωή της ανθρωπότητος. Ο ετοιμοθάνατος, που είναι χριστιανός, μπορεί να πη στον εαυτό του κατά την ώρα του θανάτου του, ότι ο ίδιος ο Θεός παραδέχτηκε τον πόνο ενός βασανιστικού σωματικού θανάτου, για να του δώση το δικαίωμα τώρα να ελπίζη ευτυχισμένος ότι αυτός ο θάνατος του τον οδηγεί σε μιαν άλλη καλύτερη ζωή. Πεθαίνει όχι με τη θλίψι του αφανισμού, αλλά με την ελπίδα μιας νέας υπάρξεως. Είναι λίγο πράγμα η πίστι αυτή και η ελπίδα; Νέο κορίτσι, Προσπάθησε πάντα κάτω από τους τύπους της θρησκείας μας να νοιώσης τη βαθειά της έννοια, κάτω από τα σύμβολα να βρίσκης τις αλήθειες που είναι μεγάλες και τρανές. Έτσι θα νοιώθης συχνά την ευτυχία να σε πλημμυρίζη. Κάθε χρόνο ακούμε τις μεγάλες αυτές μέρες τα λόγια που μας φέρνουν στη θύμησι το αφάνταστο εκείνο δράμα. Όμως ας προσέξουμε καλά την τελευταία του σκηνή, που τελειώνει σε αλαλαγμό αγαλλιάσεως και ευφροσύνης με την ψυχική μας απολύτρωσι, την Ανάστασι. Είναι μεγάλη παρεξήγηση να νομίζουμε ότι ο Χριστιανισμός είναι μια θρησκεία αρνήσεως της ζωής. Κι ακόμα πιο μεγάλη πλάνη είναι να εννοούμε τη θυσία του Θεού για τον άνθρωπο απλώς ως αιτία να πονούμε και να λυπώμαστε. Η ημέρα αυτή της απολυτρώσεως είναι συγχρόνως για τον καθένα που αντλεί τη δύναμι του από τη χριστιανική ομολογία μέρα ευγνώμονης χαράς. Η ευτυχία της λαμπρότερης αυτής μέρας του Χριστιανισμού δεν είναι μόνο η χαρά για του Χριστού την Ανάστασι, η χαρά που γεμίζει την καρδιά όσων πιστεύουν στον Χριστόν ως υιόν του Θεού, αλλά είναι η χαρά για την τέλεια απολύτρωσι, για τη νίκη της ανθρώπινης ψυχής ενάντια στην αγωνία του θανάτου. Έτσι ο θάνατος του Χριστού κρύβει μέσα του για το Χριστιανό το σπέρμα μιας υψηλής και ελευθερώνουσας ευτυχίας, ακριβώς όπως και κάθε ανθρώπινη θυσία κρύβει μέσα της το σπέρμα της ευτυχίας εκείνων για τους οποίους έγινε η θυσία. Μιας ευτυχίας, που έχει ως βάσι την ευγνωμοσύνη. Κι από αυτό το μεγάλο συναίσθημα ας πληρωθή σήμερα η ψυχή μας η ελληνική χριστιανική, δυναμωμένη από την πίστι προς τον Θεόν, που ανήλθε ως άνθρωπος το Γολγοθά για να μας χαρίση της αιωνιότητος το φως.

Από το βιβλίο Άρθρα για τη «Νεολαία» της 4ης Αυγούστου από τις εκδόσεις «Νέα Γενεά»