Γεώργιος Βιζυηνός: Πρωτομαγιά

Και όμως – ήτον άλλοτε καιρός, εκεί, παρά τας όχθας του Βοσπόρου, η επί της πευκοφύτου της Χάλκης παραλίας – εκεί τίς προσεδόκησεν ανυπομονώτερον τας πρώτας τού Μαΐου; Τίς εώρτασεν αυτάς φαιδρότερον; Τίς απήλαυσεν αυτάς ποιητικώτερον;

Και στηριχθείς εις την ρίζαν τού πλατάνου έδωκα ελευθερίαν εις το ρεύμα τών αναμνήσεών μου, και ήρχισα να βλέπω τας τόσον παλαιάς και όμως τόσον νεαράς εκείνας εικόνας τών άλλοτε Μαΐων παρελαύνουσας προ τής φαντασίας μου.

Και έβλεπον λοιπόν ενώπιόν μου, υπό το μαγικόν τής πρωίας λυκόφως, δροσόεντα τα κοράσια τού Βοσπόρου και τών Πριγκιποννήσων, πού μεν προς εύρεσιν άνθεων, πού δε προς συνάντησιν εραστών, εις ευώδεις συνωστιζόμενα Παραδείσους. – Και ήκουον θελγόμενος τα μελισταγή των άσματα, τους αργυροήχους γέλωτας, τους δηκτικούς και κάποτε επικινδύνους αστεϊσμούς των. – Κ’ επεδοκίμαζον το ατημέλητον τής περιβολής και εθαύμαζον την καλλονήν τού προσώπου και το επαφρόδιτον τού παραστήματος. – Και έτρεχον θαρραλέως προς αυτάς, και πού μεν εδώρουν εν άνθος και εν δίστιχον εις άγνωστον κόρην, πού δε υπέκλεπτον παρά γνωστής εν φίλημα, εξ απροσεξίας, εννοείται. – Και όμως θα έλεγέ τις, ότι αι τερπναί αύται εικόνες παρήλαυνον τώρα πλέον προ τής φαντασίας μου, όπως παρήρχοντο εκεί πλησίον μου προ τού αναισθήτου βράχου τα δροσερά, τα παιγνιώδη και λάλα εκείνα ύδατα τού ρυακίου. Διότι εν εμοί είχεν υπερισχύσει πάλιν ο πεζός, ο μόνον προς το χρήσιμον αποβλέπων άνθρωπος και ηρώτα αυστηρώς και μεγαλοφώνως: Αλλά προς ποίον σκοπόν λοιπόν η σπατάλη αύτη τού χρόνου και τού χρήματος; Τί σημαίνει λοιπόν η εορτή τού Μαΐου; Μήπως μάς εκόπηκε και η αφεντιά του άγιος; και από πότε; και από πού και ώς πού;

5a33254a08c60854bd2b0ba0506c96fa

Και λοιπόν, εν τω μέσω τού ρωμαντικωτάτου εκείνου ρεμβασμού αναγκασθείς ούτως απροόπτως ν’ απαντήσω κακήν κακώς εις τας ερωτήσεις ταύτας, ήρχισα να σκέπτωμαι, ως ο έσχατος τών δασκάλων της Θράσκης, σκέψεις, τας οποίας παραθέτω ενταύθα μόνον και μόνον χάριν τής περιεργείας τών αναγνωστών μου.

Τόσον η Πρωτομαϊά όσο και άλλα τινά εαρινά μας έθιμα, όπως είναι το βάψιμον τών ωών τού Πάσχα, η εν άσμασιν υπό τών παίδων άφιξις τής χελιδόνος, τού πελαργού, τού κούκκου κτλ., είναι αναμφιβόλως παλαιότατα λείψανα φυσιολατρείας τών πρώτων ανθρώπων, οίτινες, απροστάτευτοι ακόμη κατά τής δυσκρασίας τού χειμώνος και μόνον από τών προϊόντων τής γης αποζώντες, αλλά και διά ψυχολογικούς λόγους συμπαθούντες τοις φαινομένοις τής έξω φύσεως, ηθύμουν μεν και εθλίβοντο επί τη εμφανίσει τού χειμώνος, έχαιρον δε και ηγάλλοντο επί τη επανόδω τού έαρος, μετ’ ευφροσύνης υποδεχόμενοι τους πρώτους αυτού αγγέλους, τας χελιδόνας και τα άνθη.

Όταν η ειδωλολατρεία, προσωποποιήσασα τας ιδιότητας τής Φύσεως, επροσκύνησεν αυτάς, ως θεούς συγκεκριμένους, τότε τας αρχικάς εκείνας περί το έαρ εορτάς διενεμήθησαν μεταξύ των η Ίσις, ο Διόνυσος, η Δήμητρα, ο Απόλλων, η Χλωρίς (Flora) και εί τις άλλος θεός ενομίσθη έφορος τής φυσικής παραγωγής ή αίτιος τής τών φυτών βλαστήσεως.

ce92ce99ce96cea5ce97ce9dce9fcea3

Και λοιπόν, αντί τής αρχικής και ορμεμφύτου εκείνης ευφροσύνης τών ανθρώπων επί τη θέα τής αναγεννωμένης ζωής εν τη φύσει, εώρταζον οι ημέτεροι πρόγονοι, κατά καθήκον πλέον, εορτάς, οίαι ήσαν περίπου τα Ανθεσφόρια, τα Ηροσάνθεια, τα Χλόεια, τα Θαλήσια, και τέλος τα Διονύσια εκείνα, περί την εξύμνησιν τών οποίων ήρισαν οι μεγαλύτεροι λυρικοί τής Ελλάδος και περί τής εαρινής τών οποίων λαμπρότητος ψάλλει ο υψιπετής Πίνδαρος ότι:

Φοίνικος έρνος οπότ’ οχθέντος Ωράν θαλάμου
Εύοδμον επαΐωσιν έαρ φυτά νεκτάρεα.
Τότε βάλλεται, τότ’ επ’ αμβρόταν χέρσον εραταί
ίων φόβαι ρόδα τε κόμαισι μίγνυται,
αχεί τ’ ομφαί μέλεων συν αυλοίς,
αχεί τε Σεμέλαν ελικάμπυκα χοροί.

Αλλά και αι άλλαι τής αρχαίας Ελλάδος εαριναί πανηγύρεις δεν υπελείποντο ταύτης ούτε κατά την λαμπρότητα ούτε κατά την φυσικήν αυτών φαιδρότητα. Διότι, ενώ αφ’ ενός η θρησκευτική ευλάβεια συνεκέντρου τους εορτάζοντας εν μεγαλοπρεπεί σεμνότητι, αφ’ ετέρου η άκακος αφέλεια τών ηθών, το ελευθέριον τής αγωγής τών πάλαι Ελλήνων εκόσμει διά τοσαύτης ευκαμψίας και χάριτος την προς αλλήλους συμπεριφοράν τών εορταζόντων, ώστε ουδείς ησθάνετο την επιβλητικότητα τής θρησκείας, ουδείς την όρεξιν να επανέλθη οπίσω εις την παλαιάν εκείνην φυσιολατρείαν.

Είναι αληθές ότι η ανέκαθεν χαρακτηρίσασα τας εορτάς ταύτας ελευθερία και ιλαρότηας μετέπεισε τον μικρόν κατά μικρόν εις ακολασίαν. Και εκ μεν τών ευτραπέλων χαριεντισμών, όσους η εσωτερική τής καρδίας χαρά προσκαλεί ανεπαισθήτως, προήλθον μετ’ ολίγον αισχρολογίαι και σκώμματα οία τα εξ αμάξης υπό την προσωπίδα τής θρησκείας εκτοξευόμενα· εκ δε τών εις τους ευανθείς κόλπους λειμώνων παννυχίδων του Ιάκχου, εις τας οποίας ουδ’ αυτός ο Αριστοφάνης δεν επέτρεπε να συμμετάσχει τις,

«όστις άπειρος τοιώνδε λόγων, ή γνώμη μη καθαρεύει
ή γενναίων όργια Μουσών μήτ’ είδε μήτ’ εχόρευσεν»,

εγεννήθη προϊόντος τού χρόνου η εορτή τής Χλωρίδος (Flora), ήτις, mater florum ludis celebranda jocosis, επέτρεπεν εις τους λατρεύοντας αυτήν κατά τας παραμονάς τού Μαΐου πάσαν ηθικήν απρέπειαν, πάσαν ακολασίαν περί τους έρωτας.

Τί παράδοξον λοιπόν, εάν ο Χριστιανισμός εν τη εν λόγω αυτού ηθική αυστηρότητι κατεδίωξε μεταξύ άλλων και τας πανηγυριστικάς τής φύσεως εορτάς, φιλοτιμηθείς, προ πάντων, να υποβιβάση προ τής συνειδήσεως τών οπαδών του την αξίαν τού υλικού κόσμου και αποτρέψη τους οφθαλμούς αυτών από τής ζωής τής φύσεως, αποσύρων αυτούς εις τα κέντρα των ερήμων;

Αλλ’ όμως δεν είναι εύκολον να χωρίση τις το παιδίον από τής μητρός του. Η ψυχολογική εκείνη συμπάθεια μεταξύ τού εσωτερικού ανθρώπου και τών φάσεων τού εξωτερικού κόσμου δεν ήτο δυνατόν να προληφθή ούτε διά τής αυστηροτέρας ασκητικότητος, ούτε ν’ αντικατασταθή διά τής μετ’ αγγέλων συγκοινωνίας τών ερημιτών. Και αφού ο Χριστιανισμός δεν είχε με τί να ικανοποιήση τόσον αθώον, αλλά και τόσον ισχυρών τής ψυχής ημών πάθος, η συνεπής προς την εαυτής φύσιν ανθρωπότης επέστρεεν εις το προ τής ειδωλολατρείας καθεστώς, το οποίον ίσως ίσως ποτέ δεν είχεν εξαλειφθή από τής μνήμης της. Και ούτως ο κόσμος ήρχισε να εορτάζη τον Μάιον, πού μεν όπως τα παιδία τής Θράκης, πού δε και δραματικώτερον, παριστών την νίκην τού έαρος κατά τού χειμώνος και την εν θριάμβω είσοδον τού Μαΐου εις την χώραν υπό διάφορα σύμβολα.

Η Εκκλησία έκλεισε κατ’ αρχάς τον ένα, έπειτα και τον έτερον αυτής οφθαλμόν· έπειτα καθηγίασε το ανανεωθέν έθιμον, ευλογήσασα τον στέφανον τού ενιαυτού και επιτρέψασα τοις πιστοίς να προσφέρωσι τας απαρχάς τής Φύσεως τω Φυτουργώ τής Κτίσεως. Και τέλος, τέλος, οι καλόγηροι τού Βορρά λαμβάνουσι το μεγαλύτερον μέρος τών κλαδίων (σκλήθρας τής παρ’ αυτοίς καλούμενη Maie), όσα φέρει ερχόμενος επί τεθρίππου άρματος ο Μάιος εκ τών δασών, και στρωννύουσι διά φύλλων και ανθέων το έδαφος τής εκκλησίας κατά την πρώτην τού Μαΐου, όπως ποιούμεν ημείς κατά το Πάσχα και την Πεντηκοστήν έτι και σήμερον.

Και αποδεικνύεται λοιπόν συνεπής προς εαυτήν η ανθρωπότης, εις ό,τι αφορά τας εμφύτους ή θεοσδότους αυτής κλίσεις και αδυναμίας, και δεν αποτρέπεται απ’ αυτών ούτε υπό τού χρόνου ούτε υπό τής θρησκείας ούτε υπό τής διαφοράς τού πολιτισμού και τής μορφώσεως – εσυμπέρανε τελευτών ο εν εμοί δασκαλικός άνθρωπος. – Εν τούτοις, παρετήρησεν αυτός προς εαυτόν, η εορτή τού Μαΐου, ενώ εν τη Εκκλησία και παρά τοις παιδίοις τών επαρχιών ετήρησε την αρχικήν εκείνην αφέλειαν και αγνότητα τής φυσιολατρείας, παρά τας όχθας τού Βοσπόρου και – εάν δεν απατώμαι – περί τας κλεινάς Αθήνας περιέπεσε πάλιν εις ερωτικότερον ήθος και ανέλαβε τούτ’ αυτό ρωμαϊκόν χαρακτήρα. Μήπως υπάρχει συνέπειά τις υποκεκρυμμένη και εν ταύτη ακόμα τη ασυνεπεία; Και εξαφανισθείς εκ τής ιδίας αυτού φιλοσοφικής ευρετικότητος, ο εν εμοί διδάσκαλος ανεκάθησεν ως άνθρωπος ανακαλύψας τον τετραγωνισμόν τού κύκλου και σκεπτόμενος πώς να χρησιμοποιήση την εύρεσιν προς αιώνιον αυτού δόξαν και εύκλειαν. Αλλ’ αίφνης παράδοξος θόρυβος ετάραξε τους κύκλους τών ιδεών αυτού, ενθυμίσας με ότι κάθημαι εισέτι παρά τη πηγήν, έξωθεν τής πόλεως, εν τουρκική χώρα, η οποία δεν φημίζεται δά και τόσον πολύ διά την δημοσίαν ασφάλειάν της. Ηγέρθη λοιπόν αμέσως και εξήτασα τα περί εμέ, ομολογώ, μετ’ ου μικράς υποψίας.

Γεώργιος Βιζυηνός, Πρωτομαγιά