Η συνέντευξη του Ιταλού νεοφασίστα αντάρτη Mario Tutti στο Patria

 

1. Θα ήθελα να ξέρω τι σας ώθησε να υιοθετήσετε τη φασιστική ιδεολογία;

Κατά κανόνα, φασιστής κανείς γεννιέται, δεν γίνεται. Και τούτο, διότι ο Φασισμός δεν είναι απλώς μία ιδεολογία ή, έστω, μια θεωρία αλλά κάτι πολύ παραπάνω: μία συγκεκριμένη θεώρηση του κόσμου και ένα στυλ ζωής. Λίγο να προσέξει κανείς, πράγματι, στους κόλπους του Φασισμού και μεταξύ των ίδιων των φασιστών εντοπίζει τις περισσότερο διαφορετικές απόψεις όσον αφορά πρώτα-πρώτα την οικονομία: Άλλοι θεωρούν απαραβίαστη την ιδιοκτησία, ενώ άλλοι φτάνουν να υποστηρίζουν τη μορφή κομμουνισμού που επικρατούσε στην Αρχαία Σπάρτη. Άλλοι πάλι διακηρύσσουν την ανάγκη της τεχνολογίας και, γενικότερα, του εκσυγχρονισμού, ενώ άλλοι λατρεύουν τον αγροτικό βίο και την παράδοση. Το ίδιο παρατηρείται και ως προς το κρυμμένο μέσα στην αχλύ του μύθου παρελθόν μας: Υπάρχουν φασιστές που θεωρούν ιδεώδη την κοινωνία των Αρχαίων Γερμανών και άλλοι που έχουν ακριβώς την ίδια άποψη για την Αρχαία Ρώμη. Ακόμα μεγαλύτερη διάσταση ιδεών παρατηρείται στις θρησκευτικές μας επιλογές, που αρχίζουν από τον παραδοσιακό Ρωμαιοκαθολικισμό ή και την ειδωλολατρία των Βορείων Λαών, του Ελληνορωμαϊκού κόσμου και των Ινδών και φτάνουν στο Ισλάμ και ακόμη πιο πέρα, στον «πεθαμένο θεό» του Νίτσε. Όσον αφορά, τώρα, τις πολιτικές μας επιλογές, η κατάσταση είναι πασίγνωστη: Άλλοι από εμάς έχουν ως σημείο αναφοράς το Κράτος, άλλοι τον Λαό, άλλοι τη Φυλή, άλλοι είναι εθνικιστές, άλλοι διεθνιστές και ούτω καθ’εξής.

Και όμως… μεταξύ μας «αναγνωριζόμαστε». Και αυτή η αμοιβαία μας αναγνώριση πηγάζει από την κοινή σε όλους επιθυμία μας να μπούμε στο παιγνίδι, χωρίς να πολυενδιαφερόμαστε για τον λογικό χαρακτήρα μιας τέτοιας επιλογής και τις πιθανότητες ευόδωσής της. Αναγνωριζόμαστε ακόμη από τη λυτρωτική στάση που υιοθετούμε ως προς την ήττα, τον θάνατο και –γιατί όχι;- τον ίδιο μας τον εαυτό. Και ειδικά σε αυτό πρέπει να προστεθεί η πίστη στον εαυτό μας, στους συντρόφους μας και στην ορθότητα των επιλογών μας – όσο και αν τελικώς μας κοστίζει η πίστη αυτή…
Να σου μιλήσω ειδικώς για εμένα; Ε, λοιπόν, εγώ ήμουν φασιστής από πάντα, ακόμα και όταν ζούσα στην Empoli της Τοσκάνης, μιας από τις πιο «κόκκινες» περιοχές της Ιταλίας μας…

Και εάν μου επιτρέψεις να κάνω παραπομπή σε δικό μου κείμενο, θα επαναλάβω ό,τι έγραψα για μία θεατρική παράσταση που είχα οργανώσει, πριν περισσότερο από είκοσι χρόνια, μέσα στις φοβερές φυλακές της Voghera: Απόδοση στα ελληνικά: Balcanicus

Mα πώς άρχισαν όλα; Οι εικόνες συσσωρεύονται και τελικώς εξαφανίζονται μέσα στις χοάνες της μνήμης: Πρώτα ήταν οι ερωτήσεις στις οποίες η κοινωνία δεν απαντούσε, μετά τα ερείπια που προξενούσαν οι βομβαρδισμοί των Αγγλοαμερικανών και των συμμάχων τους… Ένα παιδάκι που έκλαιγε, καθώς βρισκόταν τραυματισμένο και ακρωτηριασμένο από τα καταστροφικά μηχανήματα των «απελευθερωτών» μας… Και τέλος η βίωση της οργής την οποία προκαλούσε μια ήττα, στην οποία εγώ δεν είχα συμμετάσχει και της οποίας την ευθύνη σαφώς δεν έφερα… Έτσι, καθώς μεγάλωνα, μεγάλωνε μαζί με μένα και η συνείδηση του εαυτού μου και στο τέλος ανακάλυψα ότι είμαι φασιστής έτσι… πολύ απλά, ακριβώς όπως ανακάλυπτα τη ζωή, τον κόσμο, τα πάθη μας. Και πόση θλίψη μου προκαλούσε αυτό το Κράτος που με χτύπαγε, με κλωτσούσε και με έδιωχνε μόνο και μόνο για τις ιδέες που είχα!

Από τότε περάσανε περίπου πενήντα χρόνια. Ήτανε χρόνια δύσκολα μα και γεμάτα ενθουσιασμό, μία πορεία ανηφορική, συνεχώς τραχύτερη, στο τέρμα της οποίας δεν με ωθούσε τίποτα άλλο πέρα από την ίδια μου τη θέληση… και τη φλόγα που είχα μέσα μου, για να καταστρέψω τα δόγματα και να σπάσω τις αλυσίδες που μας έχουν επιβάλει οι αστοί…. Χρόνια σημαδεμένα από φλογερά πάθη και αφελείς ελπίδες, που συνθέτουν αφενός παρελθόν γεμάτο αστραφτερά παραδείγματα και, αφετέρου, παρόν όλο αυταπάρνηση και συνακόλουθες τραγικές απογοητεύσεις… Πόνος χωρίς τέλος… και το επιστέγασμα; Ο βαθύς στεναγμός μας για την Ελευθερία, την Αλήθεια και την πικρή στη γεύση Αγάπη μας για την Πατρίδα μας και τον Λαό της..

Και μετά ήρθε ο ένοπλος αγώνας, που αρχικά τον έζησα σαν παιγνίδι, μα γρήγορα φανερώθηκε ότι δεν ήταν παιγνίδι… Θέλησα να φορτωθώ, εγώ μόνος μου, το αμείλικτο πεπρωμένο όλων μας… Έπειτα ήτανε η προδοσία και οι σφαίρες που έφαγα στο στήθος και τον λαιμό…η σκιά της μαύρης νοσοκόμας που με άγγιξε εδώ και εκεί και προσπάθησε να με δροσίσει… … Και τώρα νά’μαι εδώ, μόνος μου, να μιλάω σε σένα. Πόσο γίνονται όλα πιο καθαρά, όταν τα κυττάει κανείς μέσα από τα σκοτάδια της φυλακής, μετά από χρόνια και χρόνια απομόνωσης… Τώρα πια ακόμη και η συνείδηση του εαυτού μου άρχισε να ξεθωριάζει… αλλά αυτό, βέβαια, δεν με βοηθάει στο να βρω τον μίτο που ταιριάζει στη διήγησή μου.

Ξέρεις, ποτέ μου δεν συμβιβάστηκα με τους κανόνες και τις υποχρεώσεις της φυλακής: Πάντοτε σε απομόνωση, πάντα δύστροπος, συνεχώς αγέρωχος… αυτό είναι το τίμημα που κλήθηκα να πληρώσω για την αντίστασή μου στη διαφθορά, στην αθλιότητα, στους καταναγκασμούς και τις κρυφές αλλά τόσο μεγάλες βιαιότητες που συνεπάγεται η κάθειρξη… Εδώ, όπου οι υποψίες και οι εκβιασμοί διαπερνούν τα πάντα και εισχωρούν παντού, αδυσώπητη ορθώνεται η ανάγκη του να μην αφήνεις να βγαίνει προς τα έξω κανένα σημάδι ενδεικτικό της εσωτερικής σου κατάστασης: Οι σκέψεις και τα συναισθήματα πρέπει να παραμένουν κλεισμένες στα εσώτερα της ψυχής και να αποφεύγει κανείς ακόμη και το γέλιο, επειδή ακριβώς αυτό το τελευταίο είναι που συχνά αφυπνίζει την αλήθεια…

Ούτε και στη φυλακή όμως μπορεί κανείς να απαρνηθεί εκείνο για χάρη του οποίου θυσίασε τα πάντα… Όσο ακριβά και αν πληρώνει κανείς την προσήλωσή του στις ιδέες του, δεν γίνεται να γυρίσει την πλάτη στις εμπειρίες της ζωής του και τις επιλογές, στην πραγμάτωση των οποίων τόσο πάθος αφιερώθηκε. Πώς, πράγματι, μπορεί να πετάξει πέρα κανείς το δικαίωμα που εμείς καταφέραμε να αρπάξουμε από τα χέρια των θεών – να είμαστε εμείς και μόνο εμείς αυτοί που σφυρηλατούμε τη δική μας μοίρα!
Πολλοί το δικαίωμα αυτό το πλήρωσαν με τη ζωή τους, αλλά εγώ το πληρώνω με την ελευθερία μου. Πολλοί απέτυχαν και, όσο για μένα, καμία ψευδαίσθηση δεν έχω όσον αφορά τις δικές μου πιθανότητες επιτυχίας… Πάνω και πέρα από εμάς όμως, υπάρχει η αγωνιστική συνέχεια που πρέπει να διασφαλισθεί ή, για να το πω σαφέστερα, ένας ακόμη κρίκος που πρέπει να προστεθεί στην Αλυσίδα της Αυτοθυσίας… Και θα σας πω και κάτι άλλο, αλλά μη πάτε να μου ζητήσετε εξηγήσεις και διευκρινίσεις, επειδή ποτέ δεν θα μπορέσω να δώσω απάντηση σε αυτό ειδικά το ερώτημα: Η πράξη μου της αυτοθυσίας είναι ό,τι καλλίτερο εγώ από πάντοτε ονειρευόμουν για τον ίδιο μου τον εαυτό!

2. Τι πιστεύετε για την Ελλάδα και, κυρίως, για τον πόλεμο που ξέσπασε το 1940 μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας;

Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος συνιστά μία από τις τραγικές περιπτώσεις αυτού που ορθώς χαρακτηρίστηκε ως «εμφύλιος ευρωπαϊκός πόλεμος», τον οποίο πόλεμο χωρίς καμία αμφιβολία υπέθαλψε η Αγγλία – παντοτινός αντίπαλος της δικής μας Ευρώπης.

Αυτός ο εμφύλιος πόλεμος συνεχίζεται και σήμερα με τα λιγότερο οδυνηρά αλλά πολύ περισσότερο καταστροφικά όπλα της οικονομίας. Έτσι, το αγγλοσαξωνικό λόμπυ, για να είναι βέβαιο όσον αφορά την έκβαση των επιχειρήσεων του πολέμου αυτού, επιβάλλει παντού τους δικούς του έμπιστους ανθρώπους. Αυτό ακριβώς έγινε και στην Ελλάδα: Αφού πρώτα εμπόδισαν τον Ελληνικό Λαό να εκφραστεί ελεύθερα μέσω δημοψηφίσματος, του επέβαλαν του τον Λουκά Παπαδήμο, πρώην αντιπρόεδρο της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας. To ίδιο γίνεται και στην Ιταλία με την κυβέρνηση του Monti, δεδομένου ότι ο εν λόγω Monti είναι μέλος της διευθυντικής επιτροπής της Λέσχης Bilderberg.

Τα σχετικά με αυτήν την τελευταία, πιστεύω πως τα ξέρεις: Είναι μία οργάνωση σαφέστατα μυστηριώδης, τα μέλη της οποίας από το 1954 συνέρχονται και συνεδριάζουν με πολύ μεγάλη μυστικότητα – αλλά με τον εμφανή πια σκοπό να καθορίσουν και να υπαγορεύσουν τις κατευθυντήριες γραμμές της παγκοσμιοποίησης και να εγκαθιδρύσουν τη «Νέα Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων». Βασικά στελέχη αυτής της «Νέας Τάξης» είναι οι τραπεζίτες, διάφοροι θεσμικοί ιθύνοντες καθώς και πρόσωπα που διευθύνουν πολυεθνικές οργανώσεις και ανάλογου χαρακτήρα οργανισμούς, όπως τα μέλη των οικογενειών Rothschild και Rockefeller, ο GyörgySoros, που αντλεί κέρδη από τη νομιμοποίηση και το εμπόριο των ναρκωτικών, ο BillClinton, ο Jean-ClaudeTrichet, πρώην διοικητής της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, ο βασιλιάς της Ισπανίας JuanCarlos, ο πρίγκιπας της Ουαλλίας Κάρολος, ο HenryKissinger, ο MarioDraghi, ο βασιλιάς των Βέλγων Φίλιππος, ο RomanoProdi, ο FrancoBernabè του «Ιταλικού Γραφείου για την ανοικοδόμηση των Βαλκανίων», που βεβαίως υπάγεται στην Επιτροπή Trilateral, η οποία Trilateral αποτελεί παρακλάδι της Λέσχης Bilderberg…

Σε όλο αυτό το σύστημα σπουδαίο ρόλο παίζει και η GoldmanSachs, η πιο μεγάλη «επιχειρηματική» τράπεζα σε ολόκληρο τον κόσμο, η οποία έχει κάνει τεράστιες επενδύσεις πάνω στο ελληνικό χρέος και η οποία, λίγες μόνο ημέρες προηγουμένως, υποκίνησε το μέγα κύμα κερδοσκοπίας, που επέφερε τη ραγδαία άνοδο των spread εδώ, στην Ιταλία, πρώτα και έπειτα στη Γερμανία, καθορίζοντας με αυτά τα κόλπα το ποιος έμελλε να αναλάβει το πρωθυπουργικό αξίωμα. Και αυτά τα κάνει μια τράπεζα που, στις 10 Απριλίου 2010, κρίθηκε ένοχος απάτης…

3. Μπορείτε να μας δώσετε μια εικόνα όσων έγιναν κατά τη δεκαετία του 1970 και, ειδικότερα, των πριν από τη σύλληψή σας γεγονότων;

Μέχρι το 1968, ο Φασισμός, έστω και αν τυπικώς παρέμενε αποκλεισμένος από την ιταλική πολιτική ζωή, δεν αποτελούσε αντικείμενο διωγμού συστηματικού. Εγώ ο ίδιος μάλιστα, ως φοιτητής της Αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, είχα παρουσιάσει, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα, εργασία μου με θέμα το εθνικοσοσιαλιστικό συνέδριο της Νυρεμβέργης και τον συνακόλουθο φαντασμαγορικό αρχιτεκτονικό διάκοσμο. Γενικότερα μάλιστα υπήρχε χώρος καλλιτεχνικός και πολιτιστικός, όπου ο Φασισμός μπορούσε να εξελιχθεί σε αντικείμενο ενδιαφέροντος και, κυρίως, να ερευνηθεί αντικειμενικώς. (Χαρακτηριστικά έργα εν προκειμένω είναι η μνημειώδης βιογραφία του Μουσολίνι, που έγραψε ο DeFelice και βεβαίως η ταινία Tiroalpiccione του Montaldo.) Μετά τα γεγονότα του 1968 όμως, που εγώ δεν τα έζησα, γιατί τότε ακριβώς υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία, ο Φασισμός έγινε είδος «καταδικασμένης ανάμνησης», η ανέλκυση της οποίας στον καθημερινό μας βίο ήδη απαγορευότανε με οποιοδήποτε μέσο. Έτσι προέκυψε το φρικαλέο σύνθημα «το να σκοτώνεις φασιστές δεν συνιστά αδίκημα», το οποίο ευρύτατα διαδόθηκε μέσω του τύπου, με αποτέλεσμα να ριζώσει στους κύκλους των διανοουμένων και –το σπουδαιότερο!- των δικαστών. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής υπήρξε η δολοφονία πολλών ενεργοποιημένων φασιστών. Και είναι περιττό να τονίσω ότι οι ένοχοι αυτών των εγκλημάτων ποτέ τους δεν καταδιώχτηκαν – και, εάν καταδιώχτηκαν, καταδικάστηκαν σε ποινές γελοίες ή, ακόμα, φυγαδεύτηκαν, όπως έγινε στην περίπτωση του Μίκη Μάντακα.
Τότε ακριβώς, εγώ και άλλοι σύντροφοι, βλέποντας πως έτσι κι αλλιώς μας κυνηγούσαν όχι μόνο οι κομμουνιστές μα και το ίδιο το Κράτος, με αποτέλεσμα να μη μας έχει μείνει πια κανένα περιθώριο δραστηριότητας ή και έκφρασης, πήραμε την απόφαση να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας και θελήσαμε να δείξουμε ότι η θανάτωση ενός φασιστή, έστω και εάν νομικώς δεν αποτελούσε έγκλημα, μπορούσε όμως να εξελιχθεί σε γεγονός που εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τον δράστη του …Και έτσι, μέσα σε αυτές τις συνθήκες κινδύνου και περιθωριοποίησης, μπόρεσε να αποκρυσταλλωθεί η συνείδηση του τι σημαίνει να είσαι φασιστής και, ακόμα περισσότερο, να αναδυθεί η περηφάνεια του να είσαι φασιστής. Και τα συναισθήματα αυτά επέφεραν την άνθηση πολλών και σημαντικών πολιτιστικών εκδηλώσεων (ως παράδειγμα σας αναφέρω τη σάτυρα Lavocedellafogna[=Η φωνή του βόθρου]), αλλά και τον σχηματισμό των πρώτων ομάδων αγώνα κατά του συστήματος.

tumblr_inline_p88eznfokz1s2mxev_500

4. Ποια είναι η γνώμη σου για το M.S.I. (MovimentoSocialeItaliano = Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα) και τον ηγέτη του, τον GiorgioAlmirante;

Είναι ακριβώς αυτή η κατάσταση πολιορκίας την οποία, εκείνα ακριβώς τα χρόνια, βίωνε το M.S.I. που με έκανε να γίνω μέλος αυτού του κόμματος. Αυτό έγινε το 1970 στην Πίζα, όπου τότε εργαζόμουν – και μάλιστα την ημέρα κατά την οποία τα εκεί γραφεία του M.S.I. ήταν βιαίως περικυκλωμένα από τα συντρόφια του Κομμουνιστικού κόμματος. Οφείλω όμως να διευκρινίσω ότι ο ενθουσιασμός και η αυταπάρνηση πολλών νέων αλλά και ηλικιωμένων μαχητών του Φασισμού καταντούσαν τελικώς αντικείμενο εκμετάλλευσης από μέρους των ιθυνόντων αυτού του κόμματος, οι οποίοι ενδιαφέρονταν αποκλειστικώς για την πολιτική τους καρριέρα και απεγνωσμένα, προσπαθούσαν να αποσπάσουν και να μασήσουνε κάποιο ψίχουλο εξουσίας. Έτσι, οι ιθύνοντες αυτοί έριχναν βαρύγδουπα «συνθήματα αγώνα», θυμόντουσαν στη χάση και στη φέξη τη Φασιστική Επανάσταση, οργάνωναν τελετές για τους δικούς μας νεαρούς συντρόφους που είχανε σκοτωθεί, έχοντας μάλιστα την αναίδεια να ποζάρουν και οι ίδιοι σαν «θύματα», αλλά κατέληγαν να καρφώνουν εκουσίως στην αστυνομία ακριβώς τους δικούς μας μαχητές – στο όνομα, εξυπακούεται, μιας «δεξιάς» νόμιμης, που ήταν υπέρ της τάξης και, φυσικά, δρούσε σε όφελος του Ν.Α.Τ.Ο…

Και μια και με ρωτάτε για τον Almirante, σας απαντώ: Αυτός πήγαινε καμαρωτός και στυλάτος στις κηδείες των θυμάτων του δικού μας αγώνα και μετά… με πολύ θράσος και χωρίς καμία απολύτως ντροπή ζητούσε να επιβληθεί η ποινή του θανάτου στους «τρομοκράτες». Μπορεί κανείς να ξεχάσει αυτό που είχε πει: «δις εις θάνατον ο Tuti και ο Concutelli, ακριβώς επειδή είναι φασιστές»;

Με την ευκαιρία, να σου πω τώρα και ένα ανέκδοτο. Καθώς τελείωνε η δεκαετία του 1970 και εγώ παρέμενα εγκάθειρκτος στο Nuoro μαζί με περίπου άλλους δέκα ομοϊδεάτες συντρόφους μου, ο Almirante ζήτησε και πάλι, σε μια πολύ θεαματική κοινοβουλευτική του αγόρευση, τη θανάτωσή μας. Ε, λοιπόν, κι εμείς του στείλαμε από τη φυλακή στο κοινοβούλιο μια κάρτα, όπου του γράφαμε: «Βρωμύλε, κάθαρμα, συ που πάντα έβρισκες δικαιολογίες για τον ρόλο σου στην καταδίκη των εχθρών της RepubblicaSocialeItaliana [Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας των ετών 1943-1945, ευρύτερα γνωστής ως Δημοκρατίας του Σαλό], ενώ ακριβώς ο ρόλος σου αυτός αποτελούσε καθήκον σου, έχεις τώρα το θράσος να ζητάς και τον δικό μας θάνατο. Σύντομα θα δεις τι θα γίνει με σένα.» Υπογραφή: Οι Μαύροι Ιππότες (και από κάτω όλα τα ονόματά μας). Λοιπόν, σε πληροφορώ ότι ένα περίπου μήνα μετά, στη διάρκεια μιας προεκλογικής τηλεοπτικής του εμφάνισης, ο Almirante το έπαιξε πολύ μετριοπαθής και καθωσπρέπει και σε σχετική ερώτηση του παρουσιαστή έδωσε την εξής χαριτωμένη απάντηση. Έδειξε την κάρτα που του είχαμε στείλει και κραδαίνοντάς την κραύγασε: «Ο Tuti και η συμμορία του έχουν εκδώσει τη δική μου θανατική καταδίκη!»

5. Την Associazione Nazionale degli Studenti greci in Italia (= Εθνική Ένωση των Ελλήνων Φοιτητών στην Ιταλία), μέλος της οποίας ήταν ο Μίκης Μάντακας, την ξέρατε; Είχατε ποτέ επαφές με Έλληνες εθνικιστές φοιτητές στην Ιταλία;

Στην Πίζα, όπου είχα δραστηριοποιηθεί ως μέλος του Μ.S.I., υπήρχε ένας ισχυρός πυρήνας Ελλήνων φοιτητών, που όμως ήταν κομμένοι στα δύο: Εκείνοι που υποστήριζαν το καθεστώς των συνταγματαρχών και όσοι ήταν αντίθετοι σε αυτό. Τους πρώτους τους βλέπαμε στα ίδια κέντρα στα οποία συχνάζαμε και εμείς και, φυσικά, στα γραφεία του M.S.I. Μια φορά μάλιστα είχα συμπλακεί με μια ομαδούλα συντρόφων του Κ.Κ. και έστειλα δύο από αυτούς στο νοσοκομείο. Ο ένας όμως ήταν Έλληνας και τα συντρόφια του, δεδομένου ότι είχαν αρχίσει να με φοβούνται, κυκλοφόρησαν τη φωτογραφία μου στο πανεπιστήμιο με τη διευκρίνιση πως ήμουνα «πράκτορας των Ελλήνων συνταγματαρχών», προσθέτοντας μάλιστα τη χαριτωμένη επισήμανση πως έπρεπε να με προσέχουν ιδιαίτερα, επειδή «κυκλοφορούσα οπλισμένος»…
Βρέθηκα με λίγους από αυτούς τους Έλληνες εθνικιστές φοιτητές στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1971, προκειμένου να πάρω μέρος σε εκδηλώσεις υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Πάντως, με τους συνταγματάρχες της περιόδου 1967-1974 ποτέ μου δεν είχα οποιαδήποτε σχέση…

6. Εάν δεν κάνω λάθος, αφότου το OrdineNuovo (= Νέα Τάξη) άρχισε να υφίσταται τον διωγμό της αστυνομίας, σεις ενταχθήκατε στο F.N.R. (FronteNazionaleRivoluzionario = Εθνικό Επαναστατικό Μέτωπο). Ποια είναι η γνώμη σας για αυτές τις δύο οργανώσεις;

Για το OrdineNuovo δεν μπορώ να μιλήσω, επειδή δεν υπήρξα ποτέ μέλος του. Όσον αφορά όμως το F.N.R., πρέπει να ξέρεις ότι αυτό δεν ήταν απλώς μία οργάνωση (που έτσι κι αλλιώς την αποτελούσαμε καμιά δεκαριά μόνο μαχητές στην Τοσκάνη), αλλά ένα «πρόσχημα», ἐνα «εφεύρημα», που έδινε αξία στην απόφασή μας για αγώνα, που είχαμε ήδη πάρει. Έτσι, ετοιμάσαμε ένα πρόγραμμα μεικτού, πολιτικού μα και στρατιωτικού χαρακτήρα, μνεία του οποίου κάναμε εδώ κι εκεί, αλλά η πραγματικότητα σαφὠς δεν είχε σχέση με το πρόγραμμα. Σε χτυπητή αντίθεση, πράγματι, με τους κομμουνιστές, που είχαν έτοιμο πρόγραμμα επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας, εγώ αυταπάτες δεν είχα: Δεν υπήρχε περίπτωση εμείς, οι φασιστές, να μπορέσουμε να νικήσουμε εκείνα τα πικρά χρόνια. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να προσφέρουμε την απόδειξη ότι ο Αγώνας μας δεν είχε τελειώσει κατά το 1945…Και ξέρεις, εάν τότε, όπως έγινε και με τον Φάουστ, μου είχε παρουσιαστεί ο Μεφιστοφελής, εγώ, για να του δώσω την ψυχή μου, δεν θα ζητούσα ως αντάλλαγμα την ωραία Ελένη ή πλούτη ή, έστω, την εξουσία. Το μόνο που θα ζητούσα θα ήτανε να τουφεκιστώ και εγώ, μπροστά στην εκκλησία της SantaMariaNovella, στη Φλωρεντία, μαζί με τους άλλους ελεύθερους σκοπευτές που τότε υπερασπίστηκαν την πρωτεύουσα της Τοσκάνης. (Το τι ακριβώς έγινε εκεί έχει περιγραφεί αριστοτεχνικά από τον Malaparte στο βιβλίο του LaPelle.)

tutti

7. Η αστυνομία γιατί σας κυνήγησε; Πώς και πότε σας πιάσανε;

Το φθινόπωρο του 1974, πήραμε την απόφαση να περάσουμε στην επίθεση, επιχειρώντας πρώτα μερικές θεαματικές απόπειρες και ανεβαίνοντας μετά στο βουνό, για να ξεκινήσουμε αντάρτικο. Ήδη όμως υπήρχανε μεταξύ μας χαφιέδες και έτσι άρχισαν οι συλλήψεις συντρόφων μου.

Όταν όμως η αστυνομία ήρθε να πιάσει κι εμένα, εγώ αντιστάθηκα πυροβολώντας. Χτύπησαλοιπόνμερικούςαστυνομικούςκαικατόρθωσαναξεφύγω. Έμεινα για λίγο στη Νότια Αμερική και μετά γύρισα στην Ιταλία, αποφασισμένος να συνεχίσω τον αγώνα. Για να το κάνω αυτό, έστησα τη βάση μου σε γαλλικό έδαφος αλλά κοντά στα σύνορα με την Ιταλία. Καιπάλιόμωςμαςπροδώσανε. Ένας «σύντροφός μου», πράγματι, είπε στην αστυνομία το μέρος όπου ζούσα και έτσι, ένα απόγευμα, γυρίζοντας σπίτι με το αμάξι μου, απόσπασμα Ιταλών αστυνομικών, που είχε κρυφά εισβάλει στη Γαλλία, με πυροβόλησε και με τραυμάτισε στον λαιμό και στο στήθος. Κατά πάσα πιθανότητα, θα με είχαν αποτελειώσει εκεί, μέσα στο αμάξι μου, εάν δίπλα μου δεν ήτανε μια κοπέλλα με γαλλική υπηκοότητα. Η πράξη βέβαια των Ιταλών αστυνομικών, που με χτύπησαν σε γαλλικό έδαφος, επέφερε την καταδίκη τους από γαλλικό δικαστήριο. Εγώ όμως είχα πια πιαστεί και, αφού πέρασαν μερικοί μήνες, ώστε να κλείσουνε τα τραύματά μου, εκδόθηκα από τις γαλλικές αρχές στις ιταλικές. (Τότε, βέβαια, Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας ήτανε ο GiscardD’Estaing. Λίγο αργότερα τον διαδέχτηκε ο Mitterand, που πιθανώς να είχε χειριστεί διαφορετικά την περίπτωσή μου.) Ένα χρόνο πάντως μετά τη σύλληψή μου, οι αστυνομικοί που με είχανε πυροβολήσει καθώς και ο προδότης δεόντως δικάστηκαν και καταδικάστηκαν από τους δικούς μας.

mario-tuti-3

8. Τι ποινή σας επέβαλαν και πώς την αντιμετωπίσατε ψυχολογικώς;

Για την ένοπλη αντίσταση και την απόδρασή μου μού ρίξανε καταδίκη σε ειρκτή καθώς και είκοσι χρόνια ακόμη για «απόπειρες ανθρωποκτονίας» και «ανασύσταση του Φασιστικού Κόμματος». Να ξέρετε όμως πως ούτε η σύλληψη ούτε η κάθειρξή μου έκαμψαν την απόφασή μου για Αγώνα. Το μόνο για το οποίο κατηγορώ τον εαυτό μου είναι ότι δεν είχα υποψιαστεί εγκαίρως το τι πήγαινε να γίνει… Όσον αφορά όμως όλα τα άλλα, ήταν απλώς σαν να άλλαζα κατάσταση, επίπεδο δράσης… Και μέσα στη φυλακή, πράγματι, συνέχισα τον Αγώνα μου – και αυτό όχι μόνο με πράξεις πολεμικού χαρακτήρα, όπως η θανάτωση ενός καθάρματος, που εγώ έκανα μαζί με τον Concutelli, και η εξέγερση στο PortoAzzuro, εξαιτίας των οποίων έφαγα και άλλη καταδίκη σε ειρκτή καθώς και δέκα πέντε χρόνια φυλάκισης ακόμα, αλλά και κινήσεις θεωρητικού χαρακτήρα, όπως η έκδοση του περιοδικό Quex, από το οποίο σαφώς εμπνεύστηκαν αγωνιστικά κινήματα όπως οι N.A.R. (NucleiArmatiRivoluzionari=Ένοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες) και η TerzaPosizione (=Τρίτη Θέση).

9. Τώρα, που έχει πια περάσει χρόνος μετά από όλα αυτά, ποια είναι η γνώμη σας σχετικώς με τον ένοπλο αγώνα και τον πολιτικό/κοινοβουλευτικό αγώνα;

Κατά την περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έως εκείνες αυτής του 1980, η επιλογή του ένοπλου αγώνα αποτελούσε επιταγή υπαρξιακού χαρακτήρα. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος, για να δοθεί μαρτυρία της ύπαρξής μας – χωρίς, παράλληλα, να επιδιώκεται η μέσω επανάστασης κατάκτηση της κρατικής μηχανής. Να γιατί πολλοί φασιστές, στους οποίους συγκαταλέγομαι, υπήρξαμε σαφώς αντίθετοι σε κάθε είδους «στρατιωτικό πραξικόπημα», εφόσον τέτοιο πραξικόπημα δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση επιτυχώς να πραγματοποιηθεί, εάν δεν κινούνταν στη σκιά των Ηνωμένων Πολιτειών και των συντηρητικών κύκλων. Από την άλλη πλευρά όμως, όπως ήδη σας εξήγησα, ήμασταν αποκλεισμένοι από οποιονδήποτε χώρο νόμιμης δραστηριότητας, εφόσον οι πάντες, σχολείο, δικαστές, αστυνομία, τύπος ρίχνονταν σε εμάς, τους φασιστές, επειδή ήμασταν οι πιο εύκολοι, οι περισσότερο πρόχειροι αποδιοπομπαίοι τράγοι, στους οποίους εύκολα μπορούσαν να φορτώσουν τις δικές τους και αθλιότητες αλλά και απογοητεύσεις. Και όπως επίσης σου είπα, το M.S.I. έπαιζε χωρίς δισταγμό ένα πολύ βρώμικο παιγνίδι, καθώς διέπραττε συνειδητή προδοσία των φασιστικών αισθημάτων της βάσης του, προκειμένου επιτυχώς να ζητιανέψει την ένταξή του στο συνταγματικό, «νόμιμο» πολιτικό σύστημα, έτσι ώστε να ανοίξουνε και για τη δική του ηγεσία οι παχυλές χρηματικές πρόσοδοι που απαρεγκλίτως συνοδεύουν την τέτοιου είδους «ένταξη».

11. Ποια είναι η γνώμη σας για την τωρινή οικονομική κρίση που πλήττει την Ελλάδα, την Ιταλία και ολόκληρη την Ευρώπη;

Είναι ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπος της ήττας του 1945: Τότε χάθηκε για εμάς όχι μόνο η εθνική μας κυριαρχία αλλά, ακόμα, και η αξιοπρέπειά μας. Μάθαμε να ζούμε ως υπηρέτες των παντοτινών αφεντικών, δηλαδή αυτών που κινούν τα νήματα της πλουτοϊουδαιομασωνικής συνωμοσίας. Λέξεις όπως Trilateral, Bilderberg, GoldmannSachs, Soros κ.λπ., που τώρα τα μαθαίνει ο κόσμος, δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά τα ίδια πρόσωπα και οι ίδιες οργανώσεις που δραστηριοποιήθηκαν ήδη κατά τα μέσα του 20ούαιώνα.

12. Έχετε να μας πείτε κάτι ακόμη;

Σε σας, τους νέους, εναπόκειται πια το έργο της εκ νέου κατάκτησης του μέλλοντος. Σεις τώρα θα μπείτε στον πόλεμο ενάντια στους βρυκόλακες του παρελθόντος. Και μη ξεχνάτε ποτέ: Λίγο πριν από την αυγή είναι το πιο βαθύ σκοτάδι. Και αυτό να μη το θεωρήσετε απλή προσδοκία, ελπίδα: Αποτελεί υπόσχεση της δικής μας γενιάς προς σας – και μάλιστα δεσμευτική!

πηγή: ZENTROPA