«Φτύσε αλήτη! Φτύσε το φασίστα σου!»

Στις 3 Ιουλίου του 1964 ο Ρένος Αποστολίδης μαζί με ένα πλήθος διαδηλωτών το οποίο παρακίνησε ο ίδιος εισέβαλε στη Βουλή. Συνελήφθη και δικάστηκε για την πράξη του αυτή. Στο βιβλίο «Κατηγορώ» περιγράφει ένα περιστατικό με κάποιον ηλίθιο που τον αποκαλούσε φασίστα ενώ αυτός βρισκόταν στην κλούβα της αστυνομίας. Το σκηνικό είναι επίκαιρο και μας βοηθάει να αντιληφθούμε την προπαγάνδα που από το 1964 έως σήμερα παραμένει η ίδια: φασίστας είναι όποιος αμφισβητεί την δημοκρατία. Μόνο φασίστας όμως. Δεν θα αποκαλέσει ποτέ η συστημική προπαγάνδα κάποιον αντιδημοκράτη ως κομμουνιστή ή αναρχικό ή βασιλικό. Θα τον αποκαλεί πάντα φασίστα! Ο Ρένος Αποστολίδης δεν υπήρξε όμως ποτέ φασίστας, ούτε κομμουνιστής ή αναρχικός. Ήταν όμως ένας άνθρωπος που σιχαινόταν την ψηφοθηρία, τους κομματικούς μηχανισμούς, την οχλοκρατία, την χειραγώγηση των μαζών από την σαβούρα των θεαμάτων και των κομματικών συμφερόντων. Ας δούμε λοιπόν αυτό το εκπληκτικό απόσπασμα από την εισαγωγή του «Κατηγορώ»:

Μας πήγαιναν με τα αυτοκίνητα και τ’ ασυρματοφόρα. Σύριζαν οι σειρήνες κι ωρμούσαν! Τι φανάρια και τροχαίες διατάξεις για τους γκάγκστερς; Διάσκιζαν την πόλη δaiμονισμένα, για το «Δικαστήριο»!..

Κι όταν το μεσημέρι μας έπαιρναν, αλήτες παρατάξεων περίμεναν για τις τυπικές «αποδοκιμασίες» – που χρειάζονταν η προπαγάνδα, οι «συνειδήσεις» κ’ οι κάσσες των εφημερίδων.

Στημένοι στην Πανεπιστημίου – τάχα «εμποδιζόμενοι» από τη ρέστη Αστυνομία – περίμεναν στο λιοπύρι.

Κ’ ένας, μια μέρα, καθώς μπλοκαρίστηκαν τ’ αυτοκίνητα μπρος στο Ιντεάλ, παρά τα φώτα τα περιστρεφόμενα και τις σειρήνες τους, τον είδα που ξεκίνησε για μένα, έρχονταν γραμμή για το δικό μου το παράθυρο – για το δικό μου πρόσωπο μάζευε σάλιο στ’ αφρισμένο στόμα του! « – Φασίστα! Τραμπούκο!» μου ‘χε φωνάξει…

«Φασίστα! Τραμπούκο!», γιατί θέλησα με την Εισβολή, μ’ όποιους βρήκα πρόχειρους μπρος μου, να τον ειδοποιήσω, κι αυτόν, πως θα τον ξαναλυσοδέσουν εκείνοι που ανέβασε, ρίχνοντας τους όμοιους, και γύρισε απ’ τ’ άλλο πλευρό, ο υπνωμένος, και ξαναπαραδόθηκε!…-

κι όπως ξεχάστηκε (μισό δευτερόλεφτο, να δη, δεξιά του, τζάμι που ‘σπασε άλλος) είχε ζυγώσει – κι άπλωσα το χέρι και τον άδραξα, ενώ τ’ αυτοκίνητο πάλι ξεκίναγε.

Φτύσε αλήτη, φτύσε το φασίστα σου! Του ‘πα και σέρνοντας το πρόσωπο καταπάνω μου (χτύπαγε στις λαμαρίνες, πάλευε!), με τα δάχτυλα χειρότερα απ’ άρπαγες στο λαιμό του, και τ’ αυτοκίνητο κιόλας μαρσάριζε, τον έσουρνε!

Όπου είδα τα μάτια του σαν αρνιού να διαστέλλωνται, να γεμίζουν τρόμο, πανικό, δειλία – ικεσία, το κουρέλι! Και να μου τραυλίζη:
– Εγώ σας εκτιμώ! Σας εκτιμώ!..Αφήστε με! Θα με σκοτώσετε!..
– Χάσου κάθαρμα!..Και τον τίναξα – τον λυπήθηκα, τον σιχάθηκα! Ενώ το αυτοκίνητο πια ξαναωρμούσε, μ’ εμένα το «φασίστα» μέσα του, για τα «κάτεργα», κ’ εκείνον «ελεύθερο», έξω, που «μ’ εκτιμούσε» το λέσι, για να σώση το τομάρι του – μα και ξαναφώναξε ευτύς «φασίστα» πάλι, γονατισμένος στην άσφαλτο, μόλις τόσωσε!

Με τέτοιες «ποιότητες» θα πολεμήσετε – θα φτιάξετε Κόσμο, Άνθρωπο, Ελευθερία, ζωή άξια – μαζοποιοί μου; Σας τις παραδίνω σ’ όλο το σάλιο τους! Δε γίνεται τίποτα μ’ αυτές!