Λορέντζος Μαβίλης – Η λήθη

Το ποίημα είναι σονέτο και δημοσιεύτηκε το 1899. O Μαβίλης καλοτυχίζει τους νεκρούς, γιατί έχουν πιει το νερό της λησμονιάς και δε θυμούνται τα βάσανα της επίγειας ζωής. Παράλληλα τους συγκρίνει με τους ζωντανούς που υποφέρουν, επειδή δεν μπορούν να λησμονήσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Η Πηγή της Μνημοσύνης κοντά στο Τροφώνιο Μαντείο. Οι πιστοί όφειλαν να πιουν νερό από την πηγή όπως και από την Πηγή της Λήθης, ως απαραίτητα στάδια στο Δρώμενο της Κατάβασης στο άδυτο του Τροφώνιου Μαντείου. Όλες οι πηγές του ποταμού Έρκυνα, ο οποίος διασχίζει τη Λιβαδειά, ονομάζονται σήμερα Πηγές Κρύας.

«Της Γης παιδί είμαι και του έναστρου Ουρανού. Το γένος μου είναι βεβαίως ουράνιο. Αυτό το γνωρίζετε και οι ίδιοι. Φλέγομαι από την δίψα μου και χάνομαι. Δώστε μου γρήγορα κρύο νερό που αναβρύζει από της Μνημοσύνης την λίμνη»

Η λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Λορέντζος Μαβίλης, 1899