Το Κράτος, η Ηγεμονία και οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί

Γράφει ο Μ. Ν.

Εισαγωγή

Συνήθως οι εθνικιστές ασχολούμαστε με τις ιδέες της πατρίδας, του έθνους, της οικογένειας. Γενικότερα ασχολούμαστε με υψηλά ιδανικά. Παρά ταύτα οι περισσότεροι δεν έχουμε ασχοληθεί με το πώς τα ιδανικά μας θα κυριαρχήσουν, ήτοι δεν έχουμε ασχοληθεί ως χώρος με τη στρατηγική. Για να υπάρξει όμως στρατηγική πρέπει να υπάρξει και μία μελέτη κάποιων άλλων εννοιών, ήτοι του κράτους, της ηγεμονίας και των ιδεολογικών μηχανισμών. Έννοιες στις οποίες ενετρύφησαν ενδελεχώς οι θεωρητικοί του Μαρξισμού. Θα υπάρξει λοιπόν μία προσπάθεια να εξερευνήσουμε τις προαναφερθείσες έννοιες μέσα από το πρίσμα μερικών σημαντικών θεωρητικών του Μαρξισμού, Αντόνιο Γκράμσι, Λουί Αλτουσέρ και Νίκος Πουλαντζάς. Γιατί μέσα από το πρίσμα των μαρξιστών; Διότι μελέτησαν το αντικείμενο περισσότερο από εμάς καθώς επίσης διότι πρέπει κάποτε να διερωτηθούμε για το πώς ιδεολογικά επεκράτησαν οι αριστερές ιδέες στην Ελλάδα; Προφανώς πρέπει στο τέλος της μέρας να προσαρμόσουμε τις σκέψεις του στα δεδομένα του εθνικού χώρου και των ιδεών αυτού. Πριν διαβάσετε το υπόλοιπο άρθρο θα πρότεινα να ρίξετε μία ματιά στις εικόνες που βρίσκονται στο τέλος του άρθρου. Όταν ολοκληρώσετε την ανάγνωση του κειμένου, μελετήστε τις εικόνες, ενδελεχώς αυτή τη φορά.

Το Κράτος

Μερικοί θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατον να δοθεί ένας λεπτομερής και ολοκληρωμένος ορισμός στο κράτος λόγω του ότι είναι πολιτικός οργανισμός με μακρά ιστορία και λαμβάνει πολλές μορφές (Jessop, 2016, p. 15). Ο Βέμπερ έχει δώσει τον πλέον γνωστό ορισμό, ότι το κράτος είναι μία κοινότητα ανθρώπων εντός οριοθετημένης περιοχής. Το κράτος κατά τον Βέμπερ έχει το μονοπώλιο της έννομης χρήσης φυσικής βίας (Weber, 2004, p. 33). Από την άλλη, ο Σμίττερ έχει μία εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη, υποστηρίζοντας ότι το κράτος είναι ένα άμορφο πλέγμα μηχανισμών με ασαφή όρια και εκτελεί μία πλειάδα λειτουργιών που δεν είναι ιδιαίτερα σαφείς.

Υπάρχει μία σειρά από Μαρξιστικές απόψεις σε σχέση με το κράτος. Οι πιο σημαντικές είναι οι ακόλουθες:

1) Η πρώτη άποψη υποστηρίζει ότι το κράτος είναι όργανο της κυρίαρχης τάξης ούτως ώστε να αποκτήσει την κυριαρχία εντός της κοινωνίας (Sweezy, 1962, p. 243). Ο βασικός θεωρητικός αυτής, ο Μίλιμπαντ ερεύνησε τους προσωπικούς και κοινωνικούς δεσμούς μεταξύ της ελίτ του κράτους και των ατόμων που ελέγχουν τις θέσεις οικονομικής εξουσίας, παρουσιάζοντας τα κοινά τους συμφέροντα (Miliband, 1969, Domhoff 1979).

2) H δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι το κράτος δεν είναι παρά ένα επιφαινόμενο και οι δράσεις του δεν είναι παρά η αντανάκλαση της οικονομικής βάσης/δομής. Υπάρχει δηλαδή μία απόλυτος ταύτισις μεταξύ της δομής και της υπερδομής (Jessop, 1982, p. 10), έννοιες που θα εξηγηθούν πιο κάτω.

3) Η τρίτη άποψη, αντιλαμβάνεται το κράτος ως συνεκτικό παράγοντα της κοινωνίας, άποψη που υπεστηρίχθη από τον Νίκο Πουλαντζά (Poulantzas, 2014, p. 53, Jessopn, 1985, pp. 61, 177). Μάλιστα, ο Ένγκελς εξερεύνησε το κράτος ως έναν οργανισμό που έχει ως στόχο είτε να αποτρέψει είτε να μετριάσει την ταξική πάλη, διατηρώντας την κυριαρχία της άρχουσας τάξης (Engels, 1884, pp. 206-208).

Λίγο πολύ θα λέγαμε ότι οι πλείστοι Μαρξιστές αντιλαμβάνονται ότι το κράτος έχει μια δομή και μια υπερδομή. Ο Μαρξ αντελαμβάνετο το κράτος ως την υπερδομή – και δευτερευούσης σημασίας – και την κοινωνία των πολιτών ως την οικονομική βάση και καθοριστικής σημασίας (Bobbio, 2014, p. 28). Με άλλα λόγια, η οικονομική σφαίρα είναι η δομή που κυριαρχεί και καθορίζει την πολιτική σφαίρα.

Ο Γκράμσι έρχεται και διαφωνεί με τον Μαρξ, υποστηρίζοντας κάτι ιδιαίτερα πρωτοποριακό και επίκαιρο όσο ποτέ για το πώς πρέπει οι εθνικιστές να πολεμήσουμε για τις ιδέες μας. Αντιλαμβάνεται την κοινωνία των πολιτών, τους ούτω καλούμενους ιδιωτικούς οργανισμούς – ως μέρος της υπερδομής ενώ διατηρεί στην υπερδομή το κράτος (με τη στενή έννοια), το οποίο ονομάζει πολιτική κοινωνία. Για τον Γκράμσι λοιπόν, η κοινωνία των πολιτών αποτελεί τον ενεργό παράγοντα στην ιστορική εξέλιξη (Carnoy, 1984, p. 68) και συμπεριλαμβάνει την ιδεολογία, τον πολιτισμό και την κουλτούρα, δια μέσω των οποίων, η ηγεμονία ασκείται (έμμεση κυριαρχία). Από την άλλη, η πολιτική κοινωνία, αποτελεί την πολιτική έκφραση δια της οποίας το κράτος ασκεί άμεσα κυριαρχία και νόμιμη εξουσία (Gramsci, 1992, loc. 1879).

Συνεπώς, αντιλαμβανόμαστε ότι το κράτος – με ευρεία έννοια τώρα – αποτελεί όχι μόνο τον κατασταλτικό μηχανισμό αλλά περικλείει και την κοινωνία των πολιτών (Anderson, 1976, pp. 12-13). Επομένως, το κράτος είναι μία σύνθεση συναίνεσης και καταναγκασμού (Carnoy, 1984, p. 73). Ως εκ τούτου, η ηγεμονία διακλαδώνεται στην πολιτική ηγεμονία και στην ηγεμονία στην κοινωνία των πολιτών/ιδεολογική ηγεμονία. Ο Γκράμσι στηρίζει ότι το καπιταλιστικό κράτος συνδυάζει την κυριαρχία και την αναπαραγωγή των σχέσεων της παραγωγής. Η αναπαραγωγή αυτών των σχέσεων δεικνύει το ρόλο του κράτους και των μηχανισμών του, κατασταλτικών και ιδεολογικών, που δεν είναι άλλος από τη διατήρηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (Buci-Glucksmann, 1980, p. 67). Έτσι, για τον Γκράμσι, το κράτος είναι ένα σύμπλεγμα πρακτικών και θεωρητικών ενεργειών, δια μέσω των οποίων η άρχουσα τάξη νομιμοποιεί και διατηρεί την κυριαρχία της καθώς επίσης επιτυγχάνει να κερδίσει τη συναίνεση των κατώτερων τάξεων.

p05tk0h3

Ο Γκράμσι λοιπόν θεωρούσε ότι η οικονομική σφαίρα είναι το πεδίο της παραγωγής ενώ η υπερδομή, κυρίως η ιδεολογική, δηλαδή η κοινωνία των πολιτών, είναι το πεδίο της αναπαραγωγής των σχέσεων παραγωγής, δηλαδή της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος. Μάλιστα, κατά τον Γκράμσι, η ταξική ηγεμονία διαπερνά το επίπεδο της υπερδομής και παρουσιάζεται στην οικονομική σφαίρα και η ηγεμονία γεννιέται στο εργοστάσιο (Buci-Glucksmann, 1980, p. 67). Τοποθετώντας το σκεπτικό του Γκράμσι στις μέρες μας, θα λέγαμε ότι η συναίνεση και η υποταγή στο καπιταλιστικό σύστημα δημιουργείται: α) στο χώρο εργασίας (οικονομική σφαίρα – καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων λόγου χάριν), β) δια μέσω των ιδεών (κοινωνία πολιτών/ιδεολογική ηγεμονία – ατομοκεντρισμός λόγου χάριν) και γ) δια μέσω των κατασταλτικών μηχανισμών (πολιτική κοινωνία – νομικό σύστημα, αστυνομία, μονοπώλιο βίας). Το κράτος λοιπόν δεν είναι απλά ένα αντικείμενο ή ένα εργαλείο, αλλά η συμπύκνωση μιας συγκεκριμένης ταξικής σχέσης δυνάμεων (Poulantzas, 2008, p. 368), δηλαδή ότι το κράτος είναι συνώνυμο της ταξικής πάλης και οι μηχανισμοί του κράτους δεν είναι παρά η υλοποίηση της συμπύκνωσης των ταξικών σχέσεων (Carnoy, 1984, p. 108). Ως εκ τούτου, το κράτος κατά τον Πουλαντζά είναι ένα στρατηγικό πεδίο μάχης (Poulantzas, 2014, p. 128), όπου σε αυτό περιλαμβάνονται μηχανισμοί (οικονομικοί, πολιτικοί, ιδεολογικοί) που πρέπει να κατακτηθούν από την εργατική τάξη. Μάλιστα, μπορεί να ελέγχει η μία παράταξη το μηχανισμό που λέγεται πανεπιστήμιο, και η άλλη παράταξη να ελέγχει έναν άλλο μηχανισμό (Carnoy, 1984, p. 123) (π.χ. κοινοβούλιο, π.χ. διοικητής κεντρικής τραπέζης). Επομένως το κράτος είναι μία αρένα πάλης και διεξάγεται μία ιδεολογική και πολιτική μάχη. Όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω, καμία πολιτική εξουσία δε θα αντέξει να ελέγχει για πολύ τη νομική-πολιτική υπερδομή, δηλαδή την πολιτική κοινωνία/κράτος με στενή έννοια, αν δεν ελέγχει τους ιδεολογικούς μηχανισμούς/κοινωνία πολιτών/ούτω καλούμενοι ιδιωτικοί οργανισμοί. Ο Γκράμσι λοιπόν, εφηύρε την έννοια της αντι-ηγεμονίας και αντι-ιδεολογίας. Η αντι-ιδεολογία θα ήταν η ιδεολογία των κατώτερων τάξεων, μια ιδεολογία που θα ήτο διαβρωτική για το κράτος και θα κατέστρεφε την ιδεολογική ηγεμονία της άρχουσας τάξης, κάνοντας αδύνατο για αυτήν να παραμείνει στην εξουσία/κυβέρνηση για μακρό χρονικό διάστημα. Έτσι θα εδημιουργήτο η αντι-ηγεμονία. Ο Γκράμσι εγκαινίασε λοιπόν την ιδέα του πολέμου των θέσεων διαφωνώντας με τον Τρότσκι και τον πόλεμο των ελιγμών που ήταν στην ουσία η κατά μέτωπον σύγκρουση στους δρόμους με την άρχουσα τάξη και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της. Η τακτική Τρότσκι επέφερε μόνο ήττες στο εργατικό κίνημα (Gramsci, 1992, loc. 6632).

Η Ηγεμονία και οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί

Ο Γκράμσι άρχισε να αναπτύσσει τις προαναφερθείσες ιδέες όταν αντελήφθη ότι ήταν διαφορετικές οι δομές Δύσης και Ανατολής και η δύναμη της αστικής τάξης κατανέμεται διαφορετικά. Συγκεκριμένα στον Ανατολικό κόσμο, η κοινωνία των πολιτών ήταν αρχέγονη, χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξη, ενώ το κράτος/πολιτική κοινωνία ήταν επί της ουσίας τα πάντα. Αντιθέτως στον Δυτικό κόσμο, η κοινωνία των πολιτών είναι ανεπτυγμένη και υπάρχει ισοζύγιο μεταξύ της ισχύος της πολιτικής κοινωνίας και της κοινωνίας των πολιτών (Anderson, 1976, pp. 7, 10). Με απλά λόγια, στη Σοβιετική Ένωση λόγω του ότι ο καπιταλισμός δεν ήταν προηγμένος ευδοκιμούσαν επαναστάσεις και κατά μέτωπον συγκρούσεις με την άρχουσα τάξη. Στον Δυτικό κόσμο, όπου και ανήκουμε επί της ουσίας (οικονομικά έστω), ο καπιταλισμός είναι προηγμένος, οι κοινωνίες περίπλοκες και η ισχύς του κράτους βασίζεται σε κάποιο βαθμό στη συναίνεση των λαϊκών μαζών (Adamson, 1980, p. 225). Ο καπιταλισμός φέρνει τεχνολογία, φέρνει οικονομική ανάπτυξη – εν μέρει έστω – φέρνει υλικές απολαύσεις (κινητά, υπολογιστές, τάμπλετς, ακριβά ρούχα και κοσμήματα, εν μέρει οδηγεί και σε καταναλωτική μανία). Ποιός θα σηκωθεί από τον καναπέ του να αντιδράσει όταν υπάρχουν όλες αυτές οι υλικές απολαύσεις; Στη χώρα μας, εν έτει 2018, ενώ η οικονομική κρίση μαστίζει το λαό μας, ανακοινώθηκε προ ολίγου ότι εξαντλήθηκαν πλήρως τα νέα κινητά της Apple!!! Mόνο στην Ελλάδα συνέβη αυτό, στην Ελλάδα της κρίσεως. Αντιλαμβάνεστε πόσο δίκαιο είχε ο Γκράμσι.

Ως εκ τούτου, δια μέσω της κοινωνίας των πολιτών, που συνθέτει την πνευματική και πολιτιστική ζωή του κάθε τόπου (Carnoy, 1984, p. 68), διαχέονται οι ιδέες της άρχουσας τάξης επιτυγχάνοντας τη συναίνεση των κατώτερων τάξεων και αποκτώντας την ιδεολογική ηγεμονία. Η συναίνεση δύναται να χαρακτηριστεί ως ενεργητική (Gramsci, 1992, loc. 6750), υπό την έννοια ότι δεν επιτυγχάνεται βιαίως, αλλά ιδεολογικά δια μέσω έμμεσης πλύσεως εγκεφάλου. Η ιδεολογία που διαχέεται στον απλό λαό από την άρχουσα τάξη δια μέσω αυτών των «ιδιωτικών» οργανισμών, καλλιεργεί στους διοικούμενους/στο λαό, μία σειρά από ήθη και αρχές που σταδιακά ενσωματώνονται στη σκέψη του λαού ως κοινή λογική (common sense) (Fiori, 1970, p. 238) και τα ήθη αυτά του φαίνονται φυσιολογικά (τεκνοθεσίες από ομοφυλόφιλα ζευγάρια, ταυτότητα φύλου, ύπαρξη ουδέτερου γένους αντί μόνο αρσενικού και θηλυκού). Tο τελικό στάδιο της προσπάθειας της άρχουσας τάξης είναι να πείσει τον απλό λαό ότι οφείλει και πρέπει να είναι υποταγμένος στην άρχουσα τάξη. Παρά ταύτα, ο Γκράμσι δεν ανέλυσε εκτενώς ποιοι είναι οι μηχανισμοί, παραμένοντας στο ορθό αλλά γενικόλογο ότι προωθούν ένα ολόκληρο σύστημα αξιών, στάσεων ζωής, πεποιθήσεων και ηθών (Boggs, 1976, p. 39).

Πρέπει να τονίσουμε ότι παρά την έντονη προσήλωση του Γκράμσι στην ιδεολογική σφαίρα και την ιδεολογική ηγεμονία, δεν αναιρεί ότι ηγεμονία ασκείται και στην πολιτική αλλά και στην οικονομική σφαίρα (Sassoon, 1982, p. 14). Όμως, είναι δυνατόν κατά τον Γκράμσι, μια κοινωνική ομάδα να ασκεί ιδεολογική ηγεμονία, πριν ελέγξει τη δικαστική – πολιτική/κυβερνητική εξουσία (Gramsci, 1992, loc. 2565) (Η Ελλάδα είναι ένα εξαίρετο παράδειγμα ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς, ενώ δεν κυβερνούσαν πάντα αριστερά κόμματα). Ηγεμονία είναι η σχέση μεταξύ τάξεων και άλλων κοινωνικών δυνάμεων (Simon, 1991, p. 26) και ηγεμονική τάξη είναι η τάξη που δύναται να εκφράσει τόσο τα δικά της συμφέροντα όσο και των άλλων κοινωνικών ομάδων δια μέσω της ιδεολογικής πάλης (Mouffe, 2014, p. 181). Δηλαδή, στα δικά μας δεδομένα, ως εθνικός χώρος, να διαμορφώσουμε μία ομάδα που να μπορεί να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα λόγου χάριν, της εργατικής τάξης, των αγροτών, της μεσαίας τάξης, των νοικοκυραίων, των ανθρώπων που πιστεύουν στην οικογένεια, αλλά και π.χ. μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Να εκφράσουμε δηλαδή μία μερίδα κόσμου ιδεολογικά, με τη ρητορική και τις πράξεις μας, για να γίνουμε η κυρίαρχη ομάδα.

Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται μία παρατεταμένη πάλη εντός και δια μέσω της κοινωνίας των πολιτών, εώς ότου η νέα υπερδομή να περικυκλώσει και να καταστρέψει την παλαιά (Carnoy, 1984, p. 82). Μόνο με αυτόν τον τρόπο η εργατική τάξη, κατά τον Γκράμσι, θα μπορούσε να κατακτήσει την υπερδομή, εγκαθιστώντας τη δικιά της ιδεολογική ηγεμονία.

Ως εκ τούτου, ο Γκράμσι αναφέρει ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μία σειρά από εργάτες και γενικότερα απλού λαού με ιδεολογικές ικανότητες και χαρίσματα διανοουμένων. Η ομάδα των διανοουμένων θα ήτο υπόχρεα να διασπείρει νέα ήθη, αρχές, αξίες, στάσεις ζωής, αντιλήψεις, δημιουργώντας μία νέα κοινή λογική που θα ενσωματώνετο στη σκέψη των λαϊκών μαζών. Οι διανοούμενοι αυτοί σήμερα μπορούν να είναι εργάτες, δικηγόροι, γιατροί, διευθυντές επιχειρήσεων, ασφαλιστές, διαχειριστές ακινήτων και ούτω καθ’ εξής (Simon, 1991, p. 107). Ταυτόχρονα, θα ήταν σημαντικό να προσπαθούσαν τέτοιοι διανοούμενοι να πάρουν θέσεις στον δημόσιο τομέα αφού θα μιλάμε για διάβρωση του υπάρχοντος συστήματος εκ των έσω. Ας σκεφτούμε έναν δικηγόρο του δημοσίου να εμφορείται από εθνικές ιδέες, πως θα αντιμετωπίσει μία αίτηση πολιτικού ασύλου από έναν Σομαλό. Μετά συγκρίνετε με έναν δικηγόρο επίσης του δημοσίου που εμφορείται από αριστερές ή νεοφιλελεύθερες ιδέες πώς αντιμετωπίζει μία τέτοια αίτηση.

althusser_tableau_noir-2

Προχωρώντας, οφείλουμε να κατονομάσουμε τους μηχανισμούς αυτούς. Αυτούς κατέγραψε ο Λουί Αλτουσέρ, ο οποίος αναφέρει ότι δεν πρέπει να μπερδεύουμε τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους με τον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους.

Ως κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους ο Αλτουσέρ αναφέρει: α) την κυβέρνηση, β) τη διοίκηση, γ) το στρατό, δ) την αστυνομία, ε) τα δικαστήρια, στ) τις φυλακές κ.α. Ο Αλτουσέρ ξεκαθαρίζει ότι αναφέρεται στον κατασταλτικό μηχανισμό σε ενικό αριθμό διότι όλοι οι προαναφερθέντες μηχανισμοί ανήκουν εξ ολοκλήρου στον δημόσιο τομέα.

Ως ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, ο Αλτουσέρ χαρακτηρίζει έναν συγκεκριμένο αριθμό πραγματικοτήτων που παρουσιάζονται στον άμεσο παρατηρητή/απλό λαό με τη μορφή διακριτών και εξειδικευμένων θεσμών-ινστιτούτων, και είναι οι εξής:

α) o θρησκευτικός ιδεολογικός μηχανισμός (το σύστημα των διαφορετικών εκκλησιών),
β) ο εκπαιδευτικός ιδεολογικός μηχανισμός (το σύστημα των διαφορετικών δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων),
γ) ο οικογενειακός ιδεολογικός μηχανισμός (η οικογένεια προφανώς μπορεί να δώσει αρχές, να γαλουχήσει τα παιδιά με αξίες, ενώ ο Αλτουσέρ πιο στεγνά αλλά επίσης ορθά αναφέρει ότι η οικογένεια αναπαράγει την εργατική δύναμη, αποτελεί μονάδα παραγωγής και κατανάλωσης),
δ) ο νομικός (ο νόμος, αναφέρει ο Αλτουσέρ, ανήκει τόσο στον Κατασταλτικό Μηχανισμό του Κράτους όσο και στον Ιδεολογικό Μηχανισμό του Κράτους),
ε) ο πολιτικός ιδεολογικός μηχανισμός (το πολιτικό σύστημα συμπεριλαμβανομένων και των διαφορετικών πολιτικών κομμάτων),
στ) ο συνδικαλιστικός ιδεολογικός μηχανισμός,
ζ) ο ιδεολογικός μηχανισμός των επικοινωνιών – Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, κ.α.)
η) ο πολιτιστικός ιδεολογικός μηχανισμός (η λογοτεχνία, οι τέχνες, ο αθλητισμός, το θέατρο, η μουσική, κ.α. ).

Ο Αλτουσέρ τονίζει ότι πρόκειται για εμπειρική λίστα και ότι πρέπει διαρκώς να την αναδιοργανώνουμε, αναδιαμορφώνουμε και διορθώνουμε (Althusser, 2001, pp. 94-97, 173). Ως εκ τούτου θα προσέθετα στις μέρες μας ως μείζονα ιδεολογικό μηχανισμό τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήτοι facebook, twitter κλπ. Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί επειδή είναι ιδιωτικοί αναφέρονται σε πληθυντικό αριθμό, παρ’ όλα ταύτα ο Αλτουσέρ τους χαρακτηρίζει ως μηχανισμούς του ΚΡΑΤΟΥΣ διότι η διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, είναι μία διάκριση στο εσωτερικό του αστικού δικαίου, και ισχύει στα (δευτερεύοντα) πεδία, στα οποία το αστικό δίκαιο ασκεί την εξουσία του. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αλτουσέρ μας προειδοποιεί ότι μία σειρά μηχανισμών εμφανίζονται ως ιδιωτικοί από το σύστημα για λόγους στρατηγικής του, δηλαδή κάλυψης και απόκρυψης του τρόπου δράσεως του.

Writer Nikos Poulantzas at Home

Τέλος, ο Πουλαντζάς προχωρεί ένα βήμα παραπέρα αναφέροντας ότι στις μέρες μας επιβεβαιώνεται ο Σμίτερ όπου θεωρεί ότι το κράτος είναι ένα άμορφο πλέγμα μηχανισμών με ασαφή όρια και εκτελεί μία πλειάδα λειτουργιών που δεν είναι ιδιαίτερα σαφείς. Αυτό το στηρίζει αναφέροντας ότι δε γνωρίζουμε αν ένας μηχανισμός είναι κατασταλτικός ή ιδεολογικός κλπ. Αντ’ αυτού εξαρτάται από το στάδιο και τη φάση του καπιταλιστικού κράτους. Ένα παράδειγμα είναι ο Διοικητής της Κεντρικής Τραπέζης που διορίζεται στις πλείστες χώρες από την εκτελεστική εξουσία, παρά ταύτα ο Πουλαντζάς διερωτάται ορθώς αν πρόκειται για οικονομικό μηχανισμό που ασκεί πίεση στον κατασταλτικό μηχανισμό/κυβερνητική εξουσία, ή κατασταλτικό μηχανισμό που παρεμβαίνει στην οικονομική σφαίρα ανάλογα με τα προβλήματα, τις φάσεις και τα στάδια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

untitled-1-copy-1024x982

maxresdefault

base-and-superstructure-chart

Επίλογος

Κλείνοντας, αγαπητές/οί αναγνώστριες/ες, θέλω να αναφέρω ότι είναι κρίσιμης σημασίας να μελετήσουμε, να κατανοήσουμε το τι είναι κράτος, τι είναι η ηγεμονία, οι μηχανισμοί και πώς θα μπορέσουμε να κυριαρχήσουμε για να γίνει και πάλι η Ελλάδα μας μεγάλη, για μας και για το μέλλον των παιδιών μας.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ως χώρος ότι εν έτει 2018, και με όσα ανέφερα στο άρθρο, δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε ούτε έναν ηγέτη, ούτε τον στρατό, ούτε μια χούντα, ούτε κάτι τέλος πάντων μη συμβατό με την εποχή μας. Οι λόγοι ανελύθησαν πιο πάνω. Είναι κρίμα εν έτει 2018, ο εθνικός χώρος να αποτελείται από άτομα που αναπολούν τη χούντα, που φωνασκούν, που δεν έχουν διαβάσει ούτε και ένα βιβλίο και πιστεύουν ότι με γηπεδικές συμπεριφορές και μελανοχίτωνες θα κατακτήσουμε την εξουσία. Ας γίνει το άρθρο αυτό η αρχή για να αλλάξουμε, να μελετήσουμε και στο τέλος να νικήσουμε.

Υ. Γ. Ακολουθεί εκτεταμένη βιβλιογραφία για όποιον επιθυμεί να μελετήσει εκτενέστερα το ζήτημα.

Βιβλιογραφία:

Adamson, L. W. (1980) Hegemony and Revolution: A Study of Antonio Gramsci’s Political and Cultural Theory. Berkeley, Los Angeles, London: University of California Press.
Althusser, L. (1976) Essays in Self-Criticism. London: NLB.
Althusser, L. (2005) For Marx. 1st Edition in 1965. London, New York: Verso.
Althusser, L. (2001) Lenin and Philosophy and Other Essays. New York: Monthly Review Press.
Althusser, L. (2014) On the Reproduction of Capitalism: Ideology and Ideological State Apparatuses. Preface by Etienne Balibar. London – New York: Verso.
Althusser, L. (2006) Philosophy of the Encounter. Later Writings, 1978-87. 1st Edition in 1994. Edited by François Matheron and Oliver Corpet. London, New York: Verso.
Althusser, L. and Balibar, E. (1968) Reading Capital. Edition 2002 Prepared for the Internet by David J. Romagnolo. Paris: Librairie François Maspero.
Althusser, L. (2003) The Humanist Controversy and Other Writings (1966-67). Edited by François Matheron. London, New York: Verso.
Anderson, P. (1980) Arguments Within English Marxism. London: NLB and Verso Editions.
Anderson, P. (1976) ‘The Antinomies of Antonio Gramsci’. New Left Review, 100, (November), pp. 5-78.
Balibar, E. (1993) The Althusserian Legacy. The Non-Contemporaneity of Althusser. Edited by E. Ann Kaplan and Michael Sprinker. London, New York: Verso.
Barth, H. (1976) Truth and Ideology. Berkeley: University of California Press.
Benton, T. (1984) The Rise and Fall of Structural Marxism: Althusser and his Influence. London: Macmillan.
Bobbio, N. (2014) Gramsci and Marxist Theory: Gramsci and the Conception of Civil Society. 1st Edition in 1979. Edited by Chantal Mouffe. London and New York: Routledge Library Editions.
Boggs, C. (1976) Gramsci’s Marxism. Southampton: Pluto Press Limited.
Bridges, B. A. (1974) ‘Nicos Poulantzas and the Marxist Theory of the State’, Politics and Society, Vol. 4, Issue 2, (1, June), pp. 161-190. DOI: https://doi.org/10.1177/003232927400400202
Buci-Glucksmann, C. (1980) Gramsci and the State. London: Lawrence & Wishart.
Carnoy, M. (1984) The State and Political Theory. New Jersey: Princeton University Press.
Clarke, J., Connel, I. and McDonough, R. (1980) On Ideology. Misrecognising Ideology: Ideology in Political Power and Social Classes. 1st Edition in 1978. Edited by the Centre for Contemporary Cultural Studies. London, Melbourne, Sydney, Auckland, Johannesburg: Hutchinson University Library.
Clarke, S. (1991) The State Debate. Edited by Simon Clarke. London: Macmillan Academic and Professional Ltd.
Collins, R. (2002) The Sociology of Philosophies. A Global Theory of International Change. 1st Edition: 1998. Cambridge, Massachusetts, and London, England: The Belknap Press of Harvard University Press.
The Concise Oxford Dictionary of Politics (2009) 3rd Edition. Edited by Iain McLean and Alistair McMillan. United States: Oxford University Press.
Coutinho, N. C. (2011) Rethinking Gramsci: General will and Democracy in Rousseau, Hegel and Gramsci. Edited by Marcus E. Green. London and New York: Routledge: Taylor & Francis Group.
Crehan, K. (2013) The Political Philosophies of Antonio Gramsci and B. R. Ambedkar. Itinearies of Dalits and subalterns. Edited by Cosimo Zene. London and New York: Routledge: Taylor & Francis Group.
Destutt, De Tracy, A. (2009) A Treatise on Political Economy: To Which is Prefixed a Supplement to a Preceding Work on the Understanding, or Elements of Ideology. 1st Edition: 1817. Edited by Thomas Jefferson. Auburn, Alabama: The Ludwig von Mises Institute.
Dijk, V. A. T. (1998) Ideology: A Multidisciplinary Approach. London, Thousand Oaks, New Delhi: SAGE Publications.
Domhoff, G. W. (1979) The Powers that Be: Processes of Ruling Class Domination in America. New York: Vintage Books.
Eagleton, T. (1991) Ideology: An Introduction. London, New York: Verso.
Elliott, G. (2006) Althusser: The Detour of Theory. Historical Materialism, Volume 13. Leiden, Boston: Brill.
Engels, F. (1884) The Origin of the Family, Private Property and the State. Edition 1909. Chicago: Charles H. Kerr & Company.
Filc, D. (2009) Gramsci and Global Politics: Hegemony and resistance. Populism as counter-hegemony: the Israeli case. Edited by Mark McNally and John Schwarzmantel. London and New York: Routledge: Taylor & Francis Group.
Fine, B. and Dimakou, O. (2016) Macroeconomics: A Critical Companion. London: Pluto Press.
Fine, B. (2016) Microeconomics: A Critical Companion. Edited by Ben Fine and Dimitris Milonakis. London: Pluto Press.
Fiori, G. (1970) Antonio Gramsci, Life of a Revolutionary. London: New Left Books.
Giner, S. and Salcedo, J. (1976) ‘The Ideological Practice of Nicos Poulantzas’, European Journal of Sociology / Archives Européennes de Sociologie / Europäisches Archiv für Soziologie, Vol. 17, No. 2, pp. 344-365. DOI: 10.2307/2504150, Stable URL: http://www.jstor.org/stable/2504150.
Gramsci, A. (1999) Further Selections from the Prison Notebooks. 1st Edition in 1995. Edited by Derek Boothman. London: Lawrence & Wishart.
Gramsci, A. (2011) Prison Notebooks: Volume II. 1st Edition in 1996. Edited and translated by Joseph A. Buttigieg. New York: Columbia University Press.
Gramsci, A. (2007) Prison Notebooks: Volume III. 1st Edition in 1975. Edited and translated by Joseph A. Buttigieg. New York: Columbia University Press
Gramsci, A. (1977) Quaderni Del Carcere, Volume Secondo, Quaderni 6-11 [Prison Notebooks: Volume II, Notebooks 6-11] 1st Edition in 1975. Torino: Giulio Einaudi Editore.
Gramsci, A. (1992) Selections from the Prison Notebooks of Antonio Gramsci. 1st Edition 1971. Kindle Edition. Edited by Quintin Hoare and Geoffrey Nowell Smith. Lawrence & Wishart: London and New York: International Publishers.
Gramsci. A. (2000) The Gramsci Reader: Selected Writings 1916-1935. Edited by David Forgacs. New York: New York University Press.
Hall, S. (1988) The hard road to renewal: Thatcherism and the crisis of the left. London: Verso.
Hay, C. (1996) Re-Stating Social and Political Change. Buckingham – Philadelphia: Open University Press.
Hay, C. (2006) The State Theories and Issues: (What’s Marxist about) Marxist State Theory? Edited by Colin Hay, Michael Lister and David Marsh. Great Britain: Palgrave Macmillan.
Hawkes, D. (2004) Ideology. 1st Edition: 1996. London and New York: Routledge, Taylor & Francis Group.
Hirsh, A. (1981) The French Left. Boston: South End Press.
Hobsbawm, J. E. (1982) Approaches to Gramsci. A New Science of Politics: Gramsci and Marxist Political Theory. Edited by Anne Showstack Sassoon. England, London: Writers and Readers Publishing Cooperative Society Ltd.
Howson, R. (2011) Rethinking Gramsci: General will and Democracy in Rousseau, Hegel and Gramsci. Edited by Marcus E. Green. London and New York: Routledge: Taylor & Francis Group.
Jessop, B. (1985) Nicos Poulantzas: Marxist Theory and Political Strategy. Edition 2013 for the Internet by Nader Talebi. Macmillan.
Jessop, B. (1996) State Theory: Putting the Capitalist State in its Place. 2nd edition. Great Britain: Polity Press.
Jessop, B. (1982) The Capitalist State: Marxist Theories and Methods. Oxford: Martin Robertson & Company Ltd.
Jessop, B. (2016) The State: Past, Present, Future. United Kingdom: Polity Press.
Jones, S. (2006) Antonio Gramsci. London and New York: Routledge, Taylor & Francis Group.
Kakaounakis, N. (1976) 2650 Μερόνυχτα Συνωμοσίας, 2650 Meronychta Sunomosias [2650 days and nights of conspiracy]. Athens: Papazisis Publishers.
Kennedy, E. (1979) ‘”Ideology” from Destutt De Tracy to Marx’, Journal of History of Ideas, Vol. 40, No. 3, (July – September), pp. 353-368. Doi: 10.2307/2709242, Stable URL: http://www.jstor.org/stable/2709242
Laclau, E. (1977) Politics and Ideology in Marxist Theory: Capitalism, Fascism, Populism. London: NLB.
Lichtheim, G. (1965) ‘The Concept of Ideology’, History and Theory, Vol. 4, No. 2, pp. 164-195. Doi: 10.2307/2504150, Stable URL: http://www.jstor.org/stable/2504150
Mandel, E. (1971) The Marxist Theory of the State. New York: Pathfinder Press.
Manesis, A. (1999) Ο εύκολος βιασμός της νομιμότητας και η δύσκολη νομιμοποίηση της βίας, O efkolos viasmos tis nomimotitas kai i diskoli nomimopoiisi tis vias [The east rape of legality and the difficult legitimization of violence]. In Η Δικτατορία 1967-1974, I Diktatoria 1967-1974 [The dictatorship 1967-1974], ed. G. Athanasiou, A. Rigos, and S. Seferiadis. Athens: Kastaniotis.
Marx, K. (1904) A Contribution to the Critique of Political Economy. Chicago: Charles H. Kerr & Company.
Marx, K. and Engels, F. (1888) The Communist Manifesto. Edited by Friedrich Engels. Kindle Edition. A Public Domain Book.
Marx, K. and Engels, F. (1845-1847) Marx & Engels Collected Works, Volume 5, The German Ideology. Digital Edition: 2010. Lawrence & Wishart: Electric Book.
Marx, K. (1978) The Marx-Engels Reader: Marx on the History of His Opinions (Preface to a Contribution to the Critique of Political Economy). 2nd Edition. Edited by Robert Tucker. New York, London: W. W. Norton & Company.
Mayo, P. (2015) Hegemony and Education under Neoliberalism: Insights from Gramsci. New York and London: Routledge: Taylor & Francis Group.
Miliband, R. (1970) ‘The Capitalist State: Reply to Nicos Poulantzas’, New Left Review, I/59, (January-February), p. 57.
Miliband, R. (1969) The State in Capitalist Society. New York: Basic Books.
Mouffe, C. (2014) Gramsci and Marxist Theory: Hegemony and Ideology in Gramsci. 1st Edition in 1979. Edited by Chantal Mouffe. London and New York: Routledge Library Editions.
Poulantzas, N. (1976) Classes in Contemporary Capitalism. 2nd edition. Thetford, Norfolk: Lowe & Brydone Printers Limited.
Poulantzas, N. (1979) Fascism and Dictatorship: The Third International and the Problem of Fascism. 1st Edition in 1970. London: Verso.
Poulantzas, N. (1967) ‘Marxist Political Theory in Great Britain’, New Left Review, I/43, (May-June), pp. 57-74.
Poulantzas, N. (1973) Political Power and Social Classes. London: NLB and Sheed and Ward.
Poulantzas, N. (2014) State, Power, Socialism. London, New York: Verso.
Poulantzas, N. (1976b) The Crisis of the Dictatorships: Portugal, Greece, Spain. 1st Edition in 1975. London: NLB, Atlantic Highlands: HUMANITIES PRESS.
Poulantzas, N, (2008) The Poulantzas Reader: Towards a Democratic Socialism. Edited by James Martin. London, New York: Verso.
Poulantzas, N. (1969) ‘The Problem of the Capitalist State’, New Left Review, I/58, (November-December), pp. 67-78.
Resnick, S. and Wolff, R. (1993) The Althusserian Legacy. Althusser’s Liberation of Marxian Theory. Edited by E. Ann Kaplan and Michael Sprinker. London, New York: Verso.
Rancière, J. (2011) Althusser’s Lesson. 1st Edition in 1974. London and New York: The Continuum International Publishing Group.
Rubin, I. I. (1989) A History of Economic Thought. Edited by Donald Filtzer. 1st Edition in 1979. London: Pluto Press.
Sassoon, S. A. (1982) Approaches to Gramsci. A Gramsci Dictionary. Edited by Anne Showstack Sassoon. England, London: Writers and Readers Publishing Cooperative Society Ltd.
Schmitter, P. (1985) The Political Economy of Corporatism: Neo-Corporatism and the State. Edited by Wyn Grant. Houndmills, Basingstoke, Hampshire and London: Macmillan Publishers LTD.
Schwarzmantel, J. (2015) The Routledge Guidebook to Gramsci’s Prison Notebooks. London and New York: Routledge, Taylor & Francis Group.
Simon, R. (1991) Gramsci’s Political Thought: An Introduction. 1st Edition in 1982. London: Lawrence & Wishart.
Sweezy, M. P. (1962) The Theory of Capitalist Development: Principles of Marxian Political Economy. Great Britain, London: Dennis Dobson Limited.
Thomas, D. P. (2009) The Gramscian Moment: Philosophy, Hegemony and Marxism. Historical Materialism 24. Leiden, Boston: Brill
Thompson, E.P. (1981) The Poverty of Theory and Other Essays. 4th Edition. London: Merlin
Tzortzis, I. (2012) ‘Fake or Failed? A Greek would-be reform pactada’, Southeast European and Black Sea Studies, 12, (2, May), pp. 315-333. Doi: http://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/14683857.2012.686015
Veremis, T. (1997) Ο στρατός στην Ελληνική πολιτική, Ο stratos stin Elliniki politiki [The army in Greek politics]. Athens: Kourier.
Walton, P. and Gamble, A. (1972) From Alienation to Surplus Value. London: Macmillan.
Weber, M. (2004) The Vocation Lectures: «Science as a Vocation» & «Politics as a Vocation». Edited by David Owen and Tracy B. Strong. Indianapolis/Cambridge: Hackett Publishing Company.
Williams, R. (1980) Problems in Materialism and Culture. London: Verso.