Ο πόλεμος και η βία στην Ορθόδοξη παράδοση – Μία οφειλόμενη απάντηση

Γράφει ο Νίκος Μετοχίτης

Το ζήτημα του πολέμου είναι ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα που απασχόλησαν τον άνθρωπο. Ο πόλεμος υπάρχει από τότε που εμφανίσθηκε ο άνθρωπος στον κόσμο, είναι μία αναπόφευκτη πραγματικότητα της μετα-πτωτικής ανθρώπινης φύσεως. Ο Χριστιανισμός, ως μία εκ των μεγαλυτέρων και σπουδαιότερων παραδόσεων που υπήρξαν ποτέ, δεν θα μπορούσε να μην είχε την δική του θεώρηση περί πολέμου. Στο παρόν θα περιγράψουμε συνοπτικά την θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία άλλωστε μας ενδιαφέρει κυρίως ως Έλληνες, αναφορικά με το επίμαχο ζήτημα. Πέρα από ενημέρωση, ελπίζουμε με το κείμενο μας να απαντήσουμε σε αυτούς, που, με μία κακή προαίρεση, χαρακτηρίζουν τον χριστιανισμό ως «πασιφισμό» και τους πιστούς του ως «απόλεμους» και «μαλθακούς». Κάτι τέτοιοι άνθρωποι, πέρα από μία πλήρη άγνοια της χριστιανικής παραδόσεως (ή και μίας αποσπασματικής και διαστρεβλωτικής ερμηνείας που δίδουν) διακατέχονται από αβυσσαλέο μίσος προς την θρησκεία αυτήν που, αν μη τι άλλο, διατήρησε τις αρχές της Παράδοσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη!

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά  παραδείγματα από την Παλαιά Διαθήκη, τα οποία μας δείχνουν πως, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, ο πόλεμος είναι πλήρως αποδεκτός και μάλιστα επιθυμητός διότι πρέπει να επικρατήσει η δικαιοσύνη! Ας περάσουμε όμως στην Καινή Διαθήκη, η οποία άλλωστε για εμάς τους χριστιανούς αποτελεί την κιβωτό με τις διδασκαλίες του Χριστού.

Πόλεμος και στρατός στην Καινή Διαθήκη

Περνώντας στην Κ.Δ. βλέπουμε μία σαφή αλλαγή. Ενώ στην Π.Δ η αναφορά στον πόλεμο ήταν πολύ αμεσότερη και εκτενής, στην Καινή Διαθήκη το θέμα του πολέμου (με την έννοια που μας απασχολεί εδώ) αγγίζεται μόνο σποραδικά. Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό είναι καθαρά θεολογικοί, και θα χρειαζόμασταν περισσότερο χώρο για να τους αναλύσουμε, κάτι που θα ξέφευγε από το κύριο θέμα του κειμένου και θα αποπροσανατόλιζε τον αναγνώστη. Ας δούμε λοιπόν τι μας λέει η Καινή Διαθήκη για το θέμα μας. Ο Χριστός ο ίδιος ουδέποτε αναφέρθηκε ξεκάθαρα στον πόλεμο, ωστόσο υπάρχουν κάποια στοιχεία που μας δείχνουν την θέση του επί της βίας. Εκείνος είπε φυσικά ότι «εάν κάποιος σε χτυπήσει στο μάγουλο, να γυρίσεις και το άλλο». Αυτή είναι μία φράση που χρησιμοποιείται κατά κόρον από αυτά τα στοιχεία που προσπαθούν να δημιουργήσουν λανθασμένες εντυπώσεις, τα οποία αναφέραμε στον πρόλογο μας. Η φράση αυτή πρέπει να ιδωθεί μέσα στα πλαίσια της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία καταδικάζει την εμμονή του ανθρώπου στον εγωισμό του και την άρνηση από αυτόν της παραδοχής τους λάθους του. Αυτό είναι το αληθινό νόημα αυτής της φράσης του Χριστού! Όχι μία γενική και «ανθρωπιστική» καταδίκη κάθε είδους βίας, αλλά η καταδίκη αυτής της βίας που προέρχεται από τον εγωισμό και τα πάθη του ανθρώπου. Για να φέρουμε ένα παράδειγμα, ώστε να γίνουμε πιο κατανοητοί: Ας υποθέσουμε ότι κάποιος έχει μίσος απέναντι σε κάποιον συνάνθρωπο του και τον αδικεί. Τότε κάποια στιγμή, ο συνάνθρωπος του αντιδρά βίαια. Τι μας λέει εδώ ο Χριστός; Ότι αυτός που αδίκησε τον συνάνθρωπο του και έλαβε την δικαιολογημένη αντίδραση του τελευταίου, δεν πρέπει να ανταποδώσει στον άλλον, επειδή εκείνος αντέδρασε, διότι η αντίδραση του ήταν βάσιμη και δίκαιη. Αντιθέτως οφείλει να αναγνωρίσει το λάθος του και να υπομείνει την δίκαιη τιμωρία. Ότι αυτό ήταν το νόημα της διδαχής του, και όχι η παθητικότητα απέναντι στην απειλή, μας το έδειξε ο ίδιος ο Κύριος, όταν κατά την διάρκεια της ανακρίσεως του από τους αρχιερείς των Ιουδαίων, ένας φρουρός σήκωσε το χέρι του και τον χαστούκισε. Ο Χριστός τότε δεν έστρεψε και την άλλη σιαγόνα, αλλά τον αποστόμωσε λέγοντας του «ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περι του κακού· ει δε καλώς, τί με δέρεις»; Φυσικά, ο στρατιώτης δεν απάντησε τίποτα. Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα όπου ο Χριστός μας διδάσκει ότι όταν δεν γίνεται αλλιώς, το κακό πρέπει να πολεμηθεί, να παταχθεί. Στην παραβολή των κακών γεωργών, ο Χριστός μας λέει για κάποιους που εργάζονταν στο χωράφι του αφέντη τους. Όποτε όμως εκείνος έστελνε ανθρώπους για να πάρουν την σοδιά, οι γεωργοί τους έδερναν και τους σκότωναν, μέχρι που κάποια στιγμή σκότωσαν και τον γιο του άρχοντα. Ο Ιησούς τότε ρώτησε τους μαθητές ποια θα πρέπει να είναι η τιμωρία των δούλων αυτών. Εκείνοι είπαν «κακοὺς κακώς απολέσει αυτούς και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς». Και Εκείνος συμφώνησε, καθώς οι κακοί δούλοι έπρεπε να τιμωρηθούν, όχι να αντιμετωπισθούν με συγκατάβαση. Μία ακόμη παραβολή, αυτή των ταλάντων, μας λέει πως ο ράθυμος δούλος που είχε κρύψει το δικό του νόμισμα και το παρέδωσε ως είχε στον αφέντη του, στάλθηκε από αυτόν στο «πυρ το εξώτερον», δηλαδή στον θάνατο. Ένα ακόμη παράδειγμα από τον βίο του Ιησού μας δείχνει ότι, παρόλο που φυσικά υπήρξε πράος και γλυκύς και αυτό δίδαξε, όταν έβλεπε μπροστά του την αδικία και την βλασφημία αγανακτούσε ως και Εκείνος και αντιδρούσε με τρόπο που, μόνο ειρηνικός δεν λέγεται. Όταν αντίκρισε τους εμπόρους που είχαν βάλει τους πάγκους τους μέσα στο Ναό, πήρε ένα σχοινί, το έκανε μαστίγιο και άρχισε να τους χτυπάει, αναποδογυρίζοντας τους πάγκους τους και λέγοντας ότι μετέτρεψαν τον οίκο του Θεού σε οίκο εμπορίου.

Ας πάμε τώρα σε παραδείγματα από άλλα πρόσωπα της Κ.Δ. Ο Απόστολος Παύλος αναγνώρισε εμμέσως το νόμιμο του στρατού, αφού κατέφυγε στην προστασία του ρωμαϊκού στρατού για να σωθεί από τους μαινόμενους Ιουδαίους. Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, όταν κάποιοι στρατιώτες τον προσέγγισαν για να γίνουν μαθητές του και τον ρώτησαν τι έπρεπε να κάνουν, εκείνος δεν τους είπε να εγκαταλείψουν την ζωή του πολεμιστή αλλά να αρκεσθούν στην νόμιμη αμοιβή τους και να μην αρπάζουν λάφυρα και άλλα τινά. Η περίπτωση του Ρωμαίου εκατόνταρχου Κορνηλίου είναι άξια προσοχής. Εκείνος αφού πείσθηκε για την αλήθεια του Χριστού, ζήτησε να βαπτιστεί, και οι Απόστολοι δεν του είπαν ότι πρέπει να εγκαταλείψει την στρατιωτική ζωή του για να είναι χριστιανός. Συνέχισε να είναι κανονικά αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, χωρίς αυτό να έρχεται σε σύγκρουση με την χριστιανική του πίστη. Γενικά, στην Κ.Δ. απουσιάζει η οποιαδήποτε γενική καταδίκη του πολέμου ως «αποτρόπαιου κακού που πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί». Βεβαίως, δεν υπάρχει ούτε ένα πολεμοχαρές πνεύμα, αλλά ο πόλεμος γίνεται δεκτός και χρησιμοποιείται όποτε χρειάζεται, όποτε είναι αναγκασμένος ο άνθρωπος. Ο Χριστιανός δεν είναι ένας πολεμοχαρής αιμοδιψής, που βρίσκει χαρά στη σφαγή και το αίμα, αλλά ούτε και ένας μαλθακός που θα σταθεί ανήμπορος εμπρός στο άδικο και την πρόκληση.

cambistas

Η πατερική παράδοση για τον πόλεμο και τον δίκαιο φόνο

Οι απόψεις των πατέρων της Εκκλησίας έχουν μεγάλη σημασία για την σύντομη αυτήν μελέτη μας, καθώς αυτοί υπήρξαν οι εγκυρότεροι ερμηνευτές των Γραφών και της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου η άποψη τους, όταν σε αυτήν διακρίνεται η λεγόμενη στην θεολογία «συμφωνία των Πατέρων», είναι η ουσιαστική άποψη της Εκκλησίας. Ως προς το θέμα του πολέμου οι Πατέρες της Ορθοδοξίας, από τους πλέον αρχαίους μέχρι τους νεώτερους, συμφωνούν ότι ο πόλεμος είναι δίκαιος και ανεκτός, όταν ο σκοπός του είναι η υπεράσπιση της Πίστεως και της Πατρίδας. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι φονεύοντες στον πόλεμο δεν θεωρούνται ότι φόνευσαν, παρόλο που αφαίρεσαν ανθρώπινη ζωή! Και όπως γράφει ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας στην «Προς Αμμούν μονάζοντα» επιστολή του, το να σκοτώσει κανείς στον πόλεμο δεν είναι κακό, αλλά επαινετό και νόμιμο και αυτοί που πολέμησαν, και ιδίως όσοι σκοτώθηκαν είναι ευσεβείς και θεωρούνται ήρωες της πίστεως. Ο Μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας τον Αθανάσιο, γράφει πως είναι δίκαιος ο πόλεμος κατά των βαρβάρων και απίστων, διότι αν επικρατήσουν αυτοί τότε και η πίστη θα χαθεί και η ευλάβεια θα ισοπεδωθεί. Παρόλα αυτά, θέτει κανόνα ο Μέγας Βασίλειος, αλλά κανόνα μάλλον συμβουλευτικό, να μην κοινωνεί των αχράντων μυστηρίων ο φονεύσας στον πόλεμο, διότι, αν και δεν λογίζεται η πράξη του ως φόνος και αμαρτία, εν τούτης τα χέρια βάφτηκαν με αίμα και για να προσέλθει στην Θεία Ευχαριστία θα χρειασθεί πρώτα λίγο καιρό, για να καθαρθεί εσωτερικά. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μεγάλος θεολόγος του 8ου αιώνος, γράφει «ὁ φόνος κακόν· μόνου γάρ Θεοῦ τό χωρίζειν τήν ψυχήν ἐκ τοῦ σώματος, τοῦ καί συνδήσαντος· εἰ δέ φονεύσω ὑπό Θεοῦ κελευόμενος, ἀγαθόν· πᾶν γάρ ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ, ἀγαθόν» (Διάλογος κατά Μανιχαίων). Και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, κορυφαίος πατέρας του 18ου αιώνος, και σημαίνον μέλος των «Κολλυβάδων», στον Συναξαριστή Νεομαρτύρων αναφέρει το μαρτύριο ενός ανώνυμου εφήβου από την Αλεξάνδρεια. Αυτός ο έφηβος κατέσφαξε έναν Τούρκο αγά, όταν εκείνος προσπάθησε να τον βιάσει. Η συνέχεια φυσικά δεν χρειάζεται να ιστορηθεί. Επειδή λοιπόν υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες, ως το κατά πόσο θα έπρεπε να θεωρηθεί το παιδί μάρτυρας και άγιος αφού σκότωσε κάποιον, ο Άγιος Νικόδημος γράφει επ’ αυτού «Ζητητέον οὖν εἰ μάρτυς ἐστί διά τόν ὅν εἰργάσατο φόνον. Ἐμοί μέντοι καί μάρτυς καί ἅγιος λογίζεται καί τοῦ Φινεές δικαιότερος». Δηλαδή, κατά τον ίδιο τον Νικόδημο, ο νεαρός είναι και μάρτυρας και άγιος της πίστεως και η πράξη του ήταν πιο δίκαιη και από τον φόνο που έκανε ο Φινεές, ο οποίος σκότωσε ένα ζευγάρι Ισραηλιτών που πόρνευσαν. Βλέπουμε λοιπόν, πως ενώ ο φόνος αποτελεί πράξη οπωσδήποτε επονείδιστη, υπάρχουν περιπτώσεις όπως στον πόλεμο ή όπως το παράδειγμα του νεανία από την Αλεξάνδρεια, όπου όχι μόνο δεν συνιστά αμαρτία αλλά θεωρείται και πράξη επαινετή και ο φονεύσας τιμάται ως ήρωας ή και μάρτυρας!

Συμπερασματικά σχόλια

Ο Χριστιανισμός, λοιπόν, θεωρεί την πράξη του φόνου ως αμαρτωλή και ενάντια προς τις αρχές του. Όμως, όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω, υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις όπου η χρήση βίας που μπορεί να φτάσει μέχρι και στην αφαίρεση της ζωής του άλλου είναι απολύτως δικαιολογημένη και όχι μόνο αυτό αλλά θεωρείται και παράδειγμα προς μίμηση. Στην περίπτωση του πολέμου, όπου διακυβεύεται το μέλλον της πίστης και της πατρίδας, η θανάτωση του εχθρού εν ονόματι αυτών των ιδανικών δεν αποτελεί πράξη κατακριτέα αλλά ηρωική. Όπως και στην περίπτωση της προσβολής της τιμής ή της σωματικής ακεραιότητας από κάποιον κακόβουλο, ο προσβαλλόμενος οφείλει να αντισταθεί και όχι να καθίσει να σκοτωθεί, λόγω μίας δήθεν ειρηνοφιλίας και μη βίας, που καμία σχέση δεν έχουν με το νόημα της λέξεως «ειρήνη» στην Ορθόδοξη παράδοση. Νομίζουμε, επίσης, πως με τα ανωτέρω απαντήσαμε επαρκώς σε όλους αυτούς που κατηγορούν τον Χριστιανισμό ως «θρησκεία του πασιφισμού» και τους χριστιανούς ως άβουλα και δειλά όντα που υπομένουν την μοίρα τους δίχως αντίδραση. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά ακόμα για το θέμα, αλλά επειδή ο σκοπός μας ήταν μία μελέτη σύντομη και γραμμένη ώστε να είναι κατανοητή από τον κοινό αναγνώστη, δεν επεκταθήκαμε περισσότερο σε πιο ειδικά θέματα τα οποία επιβάλλουν και την ανάλογη χρήση της γλώσσας. Ο χριστιανός είναι όντως φιλάνθρωπος και ανεξίκακος, και δεν φθονεί ούτε επιβουλεύεται κάποιον άλλο, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως όταν έρθει η ώρα θα διστάσει να αγωνιστεί και να πολεμήσει για αξίες ανώτερες από τον ίδιο και την έννοια του «ανθρώπου»!