Γιάννης Ψυχάρης: «Το Έθνος πρέπει να μεγαλώνει τα σύνορά του και τη φιλολογία του»

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του Έλληνα γλωσσολόγου και γαλλοτραφή Γιάννη Ψυχάρη (15 Μαΐου 1854 – 29 Σεπτεμβρίου 1929) «Το ταξίδι μου». Ο Ψυχάρης εκφράζει ξεκάθαρα τον εθνικισμό του σε όλες τις σελίδες του βιβλίου του. Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε για αυτόν τα εξής:

«Ο Ψυχάρης θρησκολάτρης πια εθνικιστής αντιμπολσεβικιστής φανατικός, τη δηλώνει την εγκάτων του την πίστη: «Ο μεγάλος πόλεμος μας άλλαξε τις νοοτροπίες μας».

«Ο Ψυχάρης είναι αυτός που είχε το θάρρος να ανασηκώση από τον εξευτελισμό και να καθήση πάλι στο χρυσό το θρόνο της τη Μεγάλη μας Ιδέα, με τα λόγια ετούτα: «Με την Ιδέα τη μεγάλη έγινε κι ο μεγάλος, ο άγιος ο Σηκωμός του 1821. Σηκώθηκε τότες η Ρωμιοσύνη όλη για να πάρη όχι την Αθήνα μονάχα, μα για να πάρη την Πόλη. Μ’ άλλα λόγια σηκώθηκε για μια Ιδέα. Και νίκησε. Την Πόλη δεν την πήρε, μπορεί μάλιστα και ποτέ της να μην την πάρη. Και τι σημαίνει: Την Ιδέα πάντα την έχει…Εγώ θαρρώ, κι ας με πούνε παράξενο, πως εκεί θα κατασταλάξη ο Ρωμιός και πως η Πόλη δική του είναι. Άλλοι θα πούνε πως πολύ άδικα βάνει τέτοια όνειρα με το νου του. Όσο θέλεις. Αν όμως, κι από τα 1821 δεν τον οδήγαε Ιδέα μεγάλη, και τα μικρά που κατώρθωσε, δεν θα τα κατώρθωνε ποτέ του».

untitled-22_30

Ας δούμε τα σημαντικά αποσπάσματα που δηλώνουν ξεκάθαρα τις ιδέες και την πίστη του Ψυχάρη στο Έθνος:

Όποιος με διαβάσει θα καταλάβει με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης.

Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό,τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης· πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Ρωμιός και δεν μπορώ να το ξεχάσω· έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πό­λεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνει έθνος, θέλει δυο πράματα· να μεγαλώσουνε τα σύνορά του και να κάμει φιλολογία δική του. Άμα δείξει πως ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντρέ­πεται γι’ αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε πως τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώσει όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι’ αφτά τα σύνορα πολεμώ.

[… ] Κανένα απ’ όσα λέω στο βιβλίο μου δε συνέβηκε αλήθεια. Αλήθεια είναι μόνο το μίσος που έχει κάθε Ρωμιός για τον Τούρκο κι η αγάπη που έχει για την πατρίδα του και για τη γλώσσα που του μίλησε η μάνα του παιδί. Ποτές στη ζωή μου δεν έδωσα μεγάλη προσοχή στ’ άτομα· ο άθρωπος μοναχά, η ιδέα κι ο νους έχουνε κάποια αξία στον κόσμο. Τα γενικά ζητήματα είναι τα μόνα σπουδαία ζητήματα. Για τούτο, όπου γράφω το εγώ, είναι τύπος ρητορικός· εγώ τίποτα δεν είμαι· η εθνική ψυχή κάτι σημαίνει· προσπάθησα να διω πού και πού τι έχει μέσα της αφτή η ψυχή, και μιλώντας για μένα, συλλογιούμαι τους άλλους. Το βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι.

«Σιχαίνουμαι τον πατριωτισμό, γιατί κάτι νομίζουνε πως λένε όσοι για πατριωτισμό σου μιλούνε. Σιχαίνουμαι τους φαφλατάδες, τους φωνακλάδες τους μισώ! Μ’ αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές.»

«Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανεί μεγάλος, όποιος υψωθεί, μήτε πατέρα, μήτε μάνα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει να ’χει. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει και τον κάνει δικό της — ίσα με τον τάφο και παρέκει… Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!»

«Αγάπησα την πατρίδα μου και τη γλώσσα μου. Ξέρω τι κάνω, και ποιος είναι ο σκοπός μου το ξέρω. Δε με μέλει για τη δόξα· η μόνη μου αγάπη είναι η αλήθεια. Κι άβριο να σκοτωθώ κι η μνήμη μου μαζί μου να χαθεί, δε με πειράζει· φτάνει ο κόπος μου να μείνει, η ιδέα μου να ζήσει. Και θα ζήσει! Μοναχή της η πατρίδα θα πάρει το δρόμο που της είπαμε να πάρει, γιατί αφτός είναι ο δρόμος ο σωστός, ο ίσιος, ο μόνος ο δρόμος.»

giannis_psycharis

«Για να καταντήσει μια γλώσσα να είναι κοινή, για να μιλιέται παντού, πρέπει πρώτα κάπου να γεννήθηκε. Πρέπει πρώτα ν’ άρχισε να μιλιέ­ται σε κανέναν τόπο που και τα μωρά παιδιά να τη μιλούσανε, άμα λέγανε δυο λόγια. Πρέπει να ’χει πατρίδα όχι το βιβλίο, όχι το σκολειό, μα ένα μέρος που να φαίνεται και στο χάρτη. Πρέπει να ’χει μια γεωγραφική βάση. Σήμερις η αρ­χαία, άλλη βάση δεν έχει παρά τω δασκάλωνε τα κεφάλια. Τα κεφάλια όμως δεν είναι χώμα, δεν είναι κομμάτι γης· δεν έχουνε καμιά γεωγραφική σημασία.»

« Πρέπει να ’ρθει κανείς από την Τουρκιά, για να καταλάβει τη διαφορά, για να διει τι θα πει έθνος, τι είναι λαός, τι γίνεται με της ψυχής την ενέργεια, με την αγάπη της πατρίδας, τι μπορεί να κατορθώσει η λεφτεριά. Σας βε­βαιώνω πως ο Παρθενώνας δε μ’ αρέσει όσο μ’ αρέσει τ’ όνομα της Λεφτεριάς· η Ακρόπολη τόσο ωραία δεν είναι. Μια φορά μόνο είδα την Ακρόπολη και δε χρειάστηκα να την ξαναδιώ. Μου έφτανε που πατούσα λέφτερο χώμα. Από την Τουρκιά κατεβαίνω κι ανοίγει η καρδιά μου. Ο Φειδίας δεν μπορεί να μου δείξει ωραιότητες πιο μεγάλες από τη χαρά που φαίνεται σ’ όλα τα μάτια, από τη λεφτεριά που καθαρίζει τον ουρανό, που σ’ ολωνώνε την όψη φέγγει κι ολωνώνε τα πρόσωπα φω­τίζει. Εδώ βλέπω έθνος! Εδώ βλέπω ζωή!»

«Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο· ή για τη γλώσσα πολεμάς ή για την πατρίδα, την ίδια δου­λειά κάνεις, κι ο γέρο Όμηρος μας το είπε τι είναι αφτή η δουλειά· αμύνεσθαι περί πάτρης. Όλος ο κόσμος μια μέρα θα το καταλάβει, πρώτος απ’ όλους ο στρατός. Το κεφάλαιο τούτο, που είναι το τελεφταίο, ας τ’ αφιερώσουμε και μεις του στρατού. Ο στρατός όλα τα κεφαλώνει.»

«Δε μου λες, εσύ που γύρισες την Εβρώπη, τι χρειάζεται ένα έθνος για να γίνει μεγάλο και ξακουστό; Να σου το πω σαν που το ξέρω και βλέπουμε α συφωνούμε. Ένα έθνος θέλει δυο πράματα για να μεγαλώσει· θέλει μάθηση και στρατό.»

«Αχ! οι γυναίκες μπορούνε το έθνος να σώσουνε και δεν το καταλάβανε.»

«Τι ζητούμε; Το καλό. Τι πολεμούμε; Να προκόψει, να μεγαλώσει το έθνος.»

«Δε βρέθηκε όμως ίσα με τώρα και δε θα βρεθεί, μήτε στην Ελλάδα, ένα έθνος αλάκαιρο, που να μη βγάζει άλλο παρά γραμματισμένους και γραμματικούς. Μας πνίξανε τα καλαμαράδικα. Μας φάγανε τη ζωή μας. Αφήστε τα πια και μην ακούτε τους δασκάλους. Θέλετε γραψίματα; Τότες κάμτε πέννα το σπαθί και με το σπαθί — σαν τον Μπότσαρη — γράψτε τίποτα που να το διαβάσει ο κόσμος. Κάλλια να φανείτε στρατιώτες παρά γραμματικοί! Στον πόλεμο, παιδιά, πρέπει να καταλαβαίνει γλήγορα κι έφκολα ο ένας τον άλλο· άμα προστάξεις, πρέπει να σ’ ακούσουνε, πρέπει να ξέρουνε τι λες. Τα δασκαλικά δεν ταιριάζουνε· άλλα θέλουμε. Ζεστά και φλογερά, μέσα από την ψυχή κι όχι μέσα από τα λεξικά, πρέπει να βγούνε τα λόγια. Η ψυχή θ’ ανάψει την ψυχή και θα της δώσει θάρρος. Στα τέτοια η γραμματική δεν έχει να πει λόγο, και με τους καλαμαράδες δε γίνεται δουλειά. Για τούτο οι καλοί μας στρατιώτες, άμα είναι να παίξει τουφέκι κι άμα μυριστούνε μπαρούτι, ξεχνούνε αμέσως το Χαντζερή, κι αρχινούνε τη γλώσσα που τους έμαθε η νίκη και που τους μαθαίνει να νικούνε.»