Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος – Λόγοι κατά Ιουδαίων (Μέγας Αλέξανδρος και Αντίοχος Δ’ ο Επιφανής)

Τα αποσπάσματα επιμελήθηκε ο Σταμάτης Δημητρίου

«Πῶς τολμοῦν οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἔχουν καὶ τὴν ἐλάχιστη συνομιλία μὲ Ἑβραίους, τοὺς ἀθλιότερους τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι λάγνοι, ἅρπαγες, ἄπληστοι, δόλιοι ληστές. Μήπως δὲν εἶναι ἀθεράπευτοι δολοφόνοι, καταστροφεῖς, δαιμονισμένοι, τῶν ὁποίων ἡ ἀκολασία καὶ ἡ μέθη τοὺς ἔδωσε τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ γουρουνιοῦ καὶ τοῦ λάγνου τράγου. Ἕνα πρᾶγμα ξέρουν μόνο, νὰ ικανοποιοῦν τὴν κοιλιά τους, νὰ μεθοῦν, νὰ σκοτώνουν καὶ νὰ ἀκρωτηριάζουν…».

«Ἡ συναγωγή; Δὲν εἶναι μόνο θέατρο καὶ οἶκος πορνείας, ἀλλὰ καὶ σπήλαιο ληστῶν, φωλιὰ θηρίων, τόπος ντροπῆς καὶ γελοιότητας, κατοικία τοῦ Διαβόλου, ὅπως εἶναι καὶ οἱ ψυχὲς τῶν Ἰουδαίων. Πράγματι, οἱ Ἰουδαῖοι λατρεύουν τὸ Διάβολο. Οἱ τελετές τους εἶναι ἐγκληματικὲς καὶ ἀκάθαρτες. Ἡ θρησκεία τους ἀρρώστια. Ἡ συναγωγή τους πάλι εἶναι συνάθροιση ἐγκληματιῶν…, ἄντρο κλεφτῶν…, σπηλιὰ διαβόλων, ἄβυσσος ἀπώλειας… Μισῶ καὶ τὴ συναγωγή τους». «Ὁ Θεὸς μισεῖ τοὺς Ἰουδαίους καὶ πάντοτε μισοῦσε τοὺς Ἰουδαίους… Κι ἐγὼ ἐπίσης μισῶ τοὺς Ἰουδαίους».
Κατὰ τῶν Ἰουδαίων Α’

Πάλι πρόκειται νὰ νηστέψουν οἱ δειλοὶ κι ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους οἱ πιὸ ἐλεεινοί, οἱ Ἰουδαῖοι…
Κατὰ Ἰουδαίων Δ’

Ἐκεῖνο δηλαδὴ ποὺ κι ἄλλος προφήτης ὑπονοῶντας ἔλεγε: »Σὰ γελάδα νεαρὴ κυριεύθηκε ἀπὸ οἶστρο κι ἀφήνιασε ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός». Κι ὁ Ἰερεμίας τὸν ὀνόμαζε »Ἀτίθασο μόσχο». Τὰ τέτοιου εἴδους ὅμως ζῷα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι κατάλληλα γιὰ ἐργασία θεωροῦνται χρήσιμα μόνο γιὰ σφαγή. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαναν κι αὐτοί, κι ἀφοῦ ἔκαναν τοὺς ἑαυτούς τους ἄχρηστους γιὰ ἐργασία ἔχουν γίνει κατάλληλοι γιὰ τὴν σφαγή. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἔλεγε »Τοὺς ἐχθρούς μου ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ γίνω βασιλέας τους φέρτε τους ἐδῶ καὶ σφάξτε τους».
Κατὰ Ἰουδαίων Α’

Ihsous_Xristos_04.jpg

[Λουκ. 19,27 πλὴν τοὺς ἐχθρούς μου ἐκείνους, τοὺς μὴ θελήσαντάς με βασιλεῦσαι ἐπ᾿ αὐτούς, ἀγάγετε ὧδε καὶ κατασφάξατε αὐτοὺς ἔμπροσθέν μου.

Λουκ. 19,27 Οσον δε δια τους εχθρούς μου εκείνους που δεν με ήθελαν βασιλέα των, φέρετέ τους εδώ και κατασφάξατέ τους εμπρός μου”.]

ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΙΟΥΔΑΙΩΝ Ε’

«Ὁ ἀγὼν λοιπὸν ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων ἐτελείωσεν ὅπως ἄξιζε καὶ τὸ τρόπαιον ἐστήθηκε καὶ το στεφάνι κατασκευάσθηκε πρὸς χάριν μας καὶ ἐλάβαμεν τὸ βραβεῖον καὶ τοῦ προηγουμένου λόγου. [628 Α] Ἡ προσπάθειά μας ἦταν νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα κάμνουν αὐτοὶ τώρα, εἶναι παρανομία καὶ παράβασις καὶ μάχη καὶ πόλεμος ἀνθρώπων κατὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ ἀποδείχθηκε μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν.»

«Ὑπολείπεται λοιπὸν ἀφοῦ κάμωμεν λόγον καὶ διὰ τὴν τρίτην, νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ δι’ αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν τώρα εὐρίσκονται καὶ νὰ δείξωμεν μὲ σαφήνειαν, πὼς οὔτε ἕνας προφήτης δὲν ἐπροφήτευσεν ὅτι θὰ λάβουν κάποιαν λύσιν τὰ κακά, ποὺ τοὺς κατέχουν, οὔτε ὑποσχέθηκεν ἀπαλλαγήν. Ποιά λοιπὸν εἶναι ἡ τρίτη δουλεία; Εἶναι ἐκείνη τοῦ Ἀντιόχου τοῦ Ἐπιφανοῦς. Ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ βασιλεὺς τῶν Μακεδόνων, ἀφοῦ ἐφόνευσε τὸν Δαρεῖον τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν, περιεβλήθηκε αὐτὸς τὴν ἐξουσίαν. Μετὰ τὸν θάνατόν του καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτὸν ἐβασίλευσαν τέσσαρες βασιλεῖς. Ἔπειτα, καὶ ὕστερα ἀπὸ πολύν χρόνον ἔγινε βασιλεὺς ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τέσσαρες, ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανής. Αὐτὸς καὶ τὸν ναὸν ἔκαυσε καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἐρήμωσε καὶ τὰς θυσίας κατήργησε καὶ τοὺς Ἰουδαίους ὑπέταξε καὶ κατέλυσε ὁλότελα τὸ πολίτευμά των. Καὶ ὅλα αὐτὰ μὲ κάθε λεπτομέρειαν, ποὺ φθάνει μέχρι καὶ εἰς τὸν προσδιορισμὸν μιᾶς ἡμέρας, ἔχουν προφητευθῇ ἀπὸ τὸν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος εἶπε καὶ τὸ πότε θὰ γίνῃ καὶ τὸ πῶς καὶ ἀπὸ ποῖον καὶ μὲ ποῖον τρόπον καὶ ποῦ θὰ τελειώσῃ καὶ ποίαν μεταβολὴν θὰ λάβῃ. Θὰ καταλάβετε δὲ σαφέστερα ὅλα αὐτά, ἀφοῦ πρῶτα ἀκούσετε τὴν προφητικὴν αὐτὴν ὅρασιν, τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλεν εἰς ἐμᾶς ὁ προφήτης μὲ παραβολήν. Σύμφωνα μὲ τὴν παραβολὴν ὁ Δανιὴλ καλεῖ κριὸν τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν Δαρεῖον, τράγον τὸν βασιλέα τῶν Ἑλλήνων —ἐννοῶ τὸν Ἀλέξανδρον ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν—, τέσσαρα κέρατα, τοὺς διαδόχους αὐτοῦ καὶ τελευταῖον κέρατον, αὐτὸν τὸν Ἀντίοχον.»

alexanderthegreat

«Ἔπειτα, διὰ νὰ προείπῃ τὸν καιρόν, ποὺ θὰ διαρκέσουν τὰ δεινὰ αὐτά, λέγει· «ἀπὸ καιροῦ παραλλάξεως ἐνδελεχισμοῦ». Ὠνόμαζαν δὲ «ἐνδελεχισμὸν» τὴν καθημερινὴν θυσίαν, διότι τὸ «ἐνδελεχὲς» σημαίνει κάτι ποὺ γίνεται πυκνὰ καὶ συνεχῶς. Οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν συνήθειαν νὰ προσφέρουν θυσίαν εἰς τὸν Θεὸν καθημερινά, τὸ βράδυ καὶ τὸ πρωί, καὶ διὰ τοῦτο ἡ θυσία αὐτὴ ἀπεκλήθηκεν «ἐνδελεχισμός». Ὄταν λοιπὸν ἦλθεν ὁ Ἀντίοχος, κατέλυσεν τὴν συνήθειαν αὐτήν.»

«Ἀντίθετα θὰ εὐχαριστηθοῦν πολὺ (οἱ μάρτυρες) ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας μας ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων καὶ μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν θὰ ἀκούσουν τοὺς λόγους μας, ποὺ λέγονται διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. Διότι οἱ μάρτυρες πολὺ μισοῦν τοὺς Ἰουδαίους, ἐπειδὴ πολὺ ἠγάπησαν τὸν Κύριον, τὸν ὁποῖον ἐκεῖνοι ἐσταύρωσαν. Καὶ ἐκεῖνοι μὲν ἔλεγον· «τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν» (Ματθ. 27, 25). Αὐτοὶ ὅμως ἔχυσαν τὸ αἷμα των διὰ τὸν Χριστόν, ποὺ ἐκεῖνοι ἐφόνευσαν. Ἄρα μὲ εὐχαρίστησιν θὰ ἀκούσουν τοὺς λόγους τούτους.»

37732-p

«Βλέπε τώρα καὶ τὴν δευτέραν, αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησαν ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ βασιλεὺς μόλις ἀντελήφθηκε τὰς προσπαθείας των, τοὺς ἀπέκοψε τὰ αὐτιὰ καὶ ἐφόρεσεν εἰς τὰ σώματά των τὸ σύμβολον τῆς ἀνυπακοῆς καὶ τοὺς περιέφερεν εἰς ὅλα τὰ μέρη σὰν λιποτάκτας καὶ ἐλεεινοὺς δούλους, ποὺ ἔχουν πάντοτε ἀνάγκην ἀπὸ μαστίγωμα. Καὶ ἔτσι μὲ τὴν σωματικὴν ἀναπηρίαν τοὺς κατεξευτέλιζεν εἰς ὅλους, ποὺ ἦταν παντοῦ, ὥστε νὰ μὴ ἐπιχειρήσουν νὰ πράξουν τὰ ἴδια πράγματα. Καὶ αὐτὰ μὲν εἶναι ἀρχαῖα καὶ παλαιὰ καὶ μᾶλλον γνωστὰ εἰς τοὺς πιὸ ἡλικιωμένους καὶ τοὺς γέροντάς μας. Αὐτὸ ὅμως ποὺ πρόκειται νὰ εἴπω τώρα εἶναι γνωστὸν ἀκόμη καὶ μεταξὺ αὐτῶν ποὺ εἶναι πολὺ νέοι. Αὐτὸ δὲν συνέβη εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Ἁδριανοῦ καὶ τοῦ Κωνσταντίνου ἀλλ’ εἰς τὴν ἐποχὴν κάποιου βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐβασίλευσεν εἰς τὴν γενεάν μας, μπροστὰ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια.

julian

Ὁ Ἰουλιανός, ὁ ὁποῖος ἐξεπέρασεν ὅλους τοὺς βασιλεὶς ὡς πρὸς τὴν ἀσέβειαν, ἐκάλεσε τοὺς Ἰουδαίους νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰς θυσίας πρὸς τὰ εἴδωλα καὶ τοὺς ἐπῆρε μὲ τὸ μέρος του εἰς τὴν ἀσέβειάν του. Ἔπειτα, ἀφοῦ προέβαλε τὸν παλαιὸν τρόπον τῆς λατρείας, ἔλεγε πρὸς αὐτοὺς ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν πατέρων σας ἔτσι ἐλατρεύετο ὁ Θεὸς καὶ τότε αὐτοὶ ἄθελά των ὡμολογοῦσαν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐμεῖς τώρα ἔχομεν ἀποδείξει, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐπετρέπετο νὰ θυσιάζουν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν των καὶ ὅτι διαπράττουν παράβασιν μὲ τὸ νὰ ἐπιτελοῦν ὁ,τιδήποτε εἰς ξένην πατρίδα. Εἶπαν λοιπὸν εἰς αὐτόν, ἂν θέλῃς νὰ μᾶς ἴδῃς νὰ προσφέρωμεν θυσίας, δός μας πίσω τὴν πόλιν, κτίσε τὸν ναόν, δεῖξέ μας τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, στῆσε τὸν βωμὸν πάλιν καὶ ἐμεῖς θὰ θυσιάσωμεν καὶ τώρα ὅπως ἀκριβῶς ἐθυσιάζαμεν καὶ πρῶτα.»