Πιστή στον Ιωάννη Μεταξά η Σίτσα Καραϊσκάκη κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου!

Τα τελευταία χρόνια η συγγραφέας Σίτσα Καραϊσκάκη έχει ανασυρθεί από τη λήθη. Δυστυχώς εκτός από τη φυλλάδα «Εφημερίδα των Συντακτών» έχει συκοφαντηθεί και από τους εθνικιστές. Άλλοτε ως κομμουνίστρια λόγω του σύντομου περάσματος από τις μαρξιστικές ιδέες. Άλλοτε ως μια εθνικοσοσιαλίστρια που δεν την ενδιέφερε το Έθνος της παρά μόνο ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός. Η Σίτσα Καραϊσκάκη ήταν πάνω απ’ όλα μια Ελληνίδα που λάτρευε την πατρίδα της. Οι ιδέες της αποτυπώθηκαν ολοφώτεινες στο περιοδικό «Η Νεολαία» και διαβάστηκαν από τα νεανικά μάτια της Ελλάδος του ΄30. Αξίζει να δούμε ότι η Καραϊσκάκη δεν ήταν ένα πουλημένο κορμί αλλά μια φλογερή Ελληνίδα. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου έγραφε υπέρ της Ελλάδος και κατά της επιτιθέμενης Ιταλίας. Κατά της επιτιθέμενης Ιταλίας τονίζω κι όχι κατά του Φασισμού! Αυτή την Ελληνίδα καταδίκασαν ερήμην της δις εις θάνατον μετά τον πόλεμο. Γιατί; Διότι τις ιδέες της 4ης Αυγούστου που ήταν καθαρά φασιστικές – εθνικοσοσιαλιστικές συνέχισε να τις προπαγανδίζει κι επί Κατοχής! Η Σίτσα δεν ήταν δοσίλογος ούτε κάποια που πρόδωσε το έθνος της. Ήταν υπέρμαχος μιας Ιδέας, της πιο ευγενούς Ιδέας! 

Screenshot_3.png

21 Δεκεμβρίου 1940

Σ’ αυτόν όμως τον πόλεμο μπλέχτηκε ο ελληνικός λαός χωρίς να το θέλη. Γιατί ενώ αυτός ήτανε παραδομένος στις ειρηνικές του ασχολίες και στη δημιουργική του εργασία, έρχεται ένας ύπουλος εχθρός και ζητεί να τον πλήξη στα καίρια. Ζητεί να του πάρη τη γη του, να του χαλάση τις εστίες του, να του γκρεμίση τον εθνισμό του. Τότε ο ελληνικός λαός, παρ’ όλη τη φιλειρηνικότητά του, πετάχτηκε ορμητικός και άγριος αναλαμβάνοντας τον αγώνα εναντίον του άδικου κατακτητή. Και η Θεία Πρόνοια στεφάνωσε τα όπλα του με νίκες γιατί ο αγώνας του είναι δίκαιος. Έτσι νοιώθουμε σήμερα μέσα στη ζωή μας τον ξεσηκωμό της ελληνικής Φυλής. Και ο καλός Χριστός που τη γέννησί του γιορτάζουμε τώρα, ο μειλίχιος και πράος δεν μπόρεσε να μην θυμώση και να μην εξαναστή όταν οι βέβηλοι και οι θεομπαίχτες εμπορεύονταν και παζάρευαν και φωνασκούσαν μέσα στο ναό του πατέρα του. Γεμάτος αγανάκτησι έπιασε το φραγγέλιο και τους έδιωξε αφήνοντας ελεύθερη τη θεϊκή οργή του. Πώς μπορούσε λοιπόν ο ελληνικός λαός να μην εξαναστή στις ταπεινωτικές προκλήσεις του ιταμού Ιταλού; Ο λαός αυτός δεν έμαθε να τρώγη κολάφους και να σιωπά. Έμαθε να σηκώνη το ανάστημά του που κάθε ίνα του φέρει τον πολιτισμό της ανθρωπότητος από δεκάδων αιώνων και να γυρεύη το δίκιο του. Δεν λογάριασε ποτέ του υπεροχές εχθρικές, ούτε και αντίξοες περιστάσεις. Στάθηκε πάντα του ανδρικά. Ο λαός αυτός έχει μέσα στην ψυχή του την πίστι και την αγάπη προς τον Χριστόν του φραγγελίου, τον δίκαιον, τον ορμητικόν και δεν θα στρέψη την αριστεράν παρειάν να του δώσουν και δεύτερο ράπισμα, αφού μάλιστα ποτέ του δεν θα δεχθή το πρώτον.

9 Φεβρουαρίου 1941

Των φαλαγγών μας ο στέφανος, που καταθέτουμε στην μνήμη Του, από την μια άκρη της Ελλάδος ως την άλλη, από το χωριό και την πόλι, από το μέτωπο και τα μετόπισθεν, είναι από της ψυχής μας τα μυριόχρωμα λουλούδια φτειασμένος. Τα άνθη αυτά έχουν άλλα ονόματα κι ούτε τριαντάφυλλα ούτε ζουμπούλια λέγονται. Είναι η υπακοή και η πειθαρχία στους Αρχηγούς μας, η αυτοθυσία και η αυταπάρνησι, η φιλοπατρία και το καθήκον, η φυλετική συνείδησι και η αλληλεγγύη, ο σεβασμός των αξιών και το πεισματικό μας θάρρος, η προσφορά και το αίμα μας. Ένα τέτοιο στεφάνι πλεγμένο από τα χέρια μας καταθέσαμε πάνω στο νεκρό Του. Ποιος μπορεί να πή πως ο ξαφνικός του αγαπημένου μας αγωνιστού θάνατος θα σταματήση την πορεία μας; Μάταιη η χαρά των εχθρών μας! Όπως ως τώρα αντάμωσε σε κάθε χτύπημα του το ατσάλι της ψυχικής μας ασπίδος, θα το συναντήση και στο μέλλον, ως που να βάλουμε εμείς με τα χέρια μας πάνω στην ταφόπετρα του Μεγάλου μας και το στεφάνι της τελειωτικής ελληνικής Νίκης, ψάλλοντας σ’ Εκείνον χαρούμενοι τον μεγαλόστομο της Δόξης παιάνα. Τα σπίτια μας, οι καρδιές μας, η Χώρα μας ολόκληρη, ο αγέρας που αναπνέουμε είναι γεμάτα από την ακατάσχετη αυτή λαχτάρα, τόσο δυνατή και τόσο ορμητική, που τίποτα δεν μπορεί να αναχαιτίση το ρέμα της. Εμείς, κορίτσια κι αγόρια, άνδρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά, οι Έλληνες όλοι, εμείς θα του ψάλλουμε τον παιάνα του νέου ελληνικού άθλου: «Την νίκην κατά βαρβάρων».

22 Φεβρουαρίου 1941

Αυτός ο μαυρισμένος από τους καπνούς των κανονιών, ο βουτηγμένος εις την λάσπην και τα χιόνια, είναι ο ηρωικός συνεχιστής των αγώνων της σωτηρίας της φυλής. Μέσα εις την πλάκα της ψυχής του την γρανιτένια είναι χαραγμένη κάποια εντολή από τον ίδιο τον θεό του ελληνικού πνεύματος. «Πιστεύω εις την ελληνικήν φυλήν… Πιστεύω εις την έννοιαν Ελλάς και εις ότι την εκπροσωπεί… Πιστεύω τέλος εις την ελληνικήν νίκην». Με τοιούτον σύμβολον πίστεως εξεκίνησεν ο Έλλην στρατιώτης, άφηκε πίσω του τον άνθρωπον τον μικροπράγμονα και υψώθηκε μπροστά στις λόγχες, στους λέοντας και στους λύκους που εζητούσαν να του βεβηλώσουν τα ιερά. Προικισμένος με τον δυνατόν της πίστεως δια τον προορισμόν της φυλής του θώρακα ανεφώνησε με στεντορείαν φωνήν δια να ακουσθή εις όλην την οικουμένην «Όχι!» Αυτό το «όχι» το μυριόστομον και μυριόφωνον εβγήκε από ολόκληρον την ελληνική ψυχήν, εβλάστησεν υπερήφανον επάνω εις τον βωμόν της πίστεως της εις εαυτήν, ήνθισε τα ευωδή άνθη όλων ελληνικών αρετών και προσκομίζει τώρα τους καρπούς εκείνους οι οποίοι κάμνουν τον κόσμον ολόκληρον να ανοίγη τα μάτια του έκπληκτος. Ένας λαός με τοιαύτην πίστην δεν έχει να φοβηθή τίποτε, ούτε τις λόγχες των Ρωμαίων ούτε τα μηχανοκίνητα των Ιταλών φοβερά πολεμικά μέσα. Θα φέρη εις πέρας την αποστολήν του διότι πιστεύει απολύτως ότι μαζί του είναι των αιώνων η ελληνική ψυχή και ότι παραστάτης του είναι ο Θεός εις τον δίκαιο αγώνα του. Και συ αγαπητή Ελληνίς είσαι ένας αμφορεύς της δυνατής αυτής πίστεως, η οποία θα μας οδηγήση προς την μεγάλην του σκοπού μας εκπλήρωσιν. Την πίστι σου αυτήν να την διατηρής και να την μεταδίδης ακαταπαύστως στους γύρω σου.

Από το βιβλίο «Άρθρα για τη Νεολαία της 4ης Αυγούστου», εκδόσεις Νέα Γενεά

Αλέξανδρος Καρράς

Εξωφυλλο καραισκακη σιτσα