Η ελληνική συνείδηση στο Βυζάντιο και οι «Έλληνες»

Γράφει ο Νίκος Μετοχίτης

Ένα ζήτημα που πολλαπλώς απασχόλησε τον Έλληνα εθνικιστή είναι η σχέση Ελληνισμού και Βυζαντίου. Για ορισμένους το Βυζάντιο είναι ένα χριστιανικό κράτος που ουδεμία σχέση είχε με οτιδήποτε ελληνικό, διότι ακριβώς ήταν χριστιανικό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σύμφωνα με τους ίδιους το ελληνικό στοιχείο όχι μόνο δεν ήταν αποδεκτό από το επίσημο κράτος και την εκκλησία αλλά και διώκετο! Αυτή η άποψη, όσο διαδεδομένη άλλο τόσο εσφαλμένη είναι. Βασίζεται σε επιχειρήματα τα οποία όμως, εάν εξεταστούν πιο προσεκτικά, αποδεικνύονται σοφίσματα διότι στηρίζονται σε λανθασμένες ερμηνείες. Ας δούμε κάποια από αυτά:

Το όνομα «Έλλην» στα πρώτα χριστιανικά χρόνια

Είναι γνωστό στους περισσότερους, ότι κατά τους χριστιανικούς χρόνους (αυτήν την περίοδο που ονομάστηκε μεσαίωνας από τους σύγχρονους) η ονομασία «Έλλην» στην Ανατολή είχε συνδεθεί αρνητικά στον κοινό νου. Αυτό συνέβη διότι οι πρώτοι χριστιανοί συγγραφείς ταύτισαν στα κείμενα τους τον όρο «Έλλην» με τον «εθνικό», δηλαδή αυτόν που δεν είναι ούτε ιουδαίος ούτε χριστιανός, αλλά ανήκει στο «τρίτο γένος των ανθρώπων», τους ειδωλολάτρες. Οι λόγοι που συνέβη αυτή η ταύτιση δεν είναι απολύτως γνωστοί, πιθανότατα όμως επειδή ο χριστιανισμός αναδύθηκε σε μία περιοχή όπου η ελληνική γλώσσα, και ο πολιτισμός γενικότερα, ήταν το ιδεολογικό καθεστώς αυτό οδήγησε τα πρώτα μέλη της Εκκλησίας να αποκαλέσουν όλους τους παγανιστές «Έλληνες». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην περίοδο αυτήν το όνομα των Ελλήνων είχε χάσει προ πολλού την εθνική και εθνοτική σημασία του και είχε προσλάβει κατά τα μετα – Αλεξανδρινά χρόνια μία έννοια πολιτισμική και σταδιακά, λόγω και του αυξανόμενου θρησκευτικού συγκρητισμού, κατέληξε να ορίζει αυτούς που λάτρευαν τους παραδοσιακούς ελληνικούς και ελληνίζοντες θεούς, χωρίς να έχει σημασία η καταγωγή ή κάποιο άλλο γνώρισμα. Βλέπουμε λοιπόν πως το όνομα «Έλλην» είχε αποκτήσει μία μη εθνική σημασία, πολύ πριν την έλευση της χριστιανικής θρησκείας, και οι χριστιανοί δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να δώσουν ένα ακόμη νόημα στην ήδη αλλοιωμένη έννοια. Το ότι η ονομασία Έλληνας συμπεριλάμβανε ένα φάσμα λαών με διαφορετική καταγωγή και γλώσσα, και όχι συγκεκριμένα τους Έλληνες το γένος, μας την δίνει με την πιο μεγάλη σαφήνεια η απολογητική πραγματεία του Μεγάλου Αθανασίου, η οποία τιτλοφορείται «Κατά Ελλήνων», αλλά εντός της οποίας ο συγγραφέας αναφέρεται σε πολλές διαφορετικές εθνότητες, χρησιμοποιώντας όμως το επίθετο «Έλληνες» για να τους χαρακτηρίσει γενικώς.

Οι «Έλληνες» γίνονται «Γραικοί»

Εφόσον λοιπόν το όνομα «Έλληνας» είχε προσλάβει την αρνητική, για τους χριστιανούς, σημασία του ειδωλολάτρη, έπρεπε να βρεθεί ένα νέο όνομα για να χαρακτηρίζει τους, πλέον εκχριστιανισθέντες, Έλληνες. Οι Έλληνες μπορεί να άφησαν την λατρεία των θεών τους αλλά δεν ξέχασαν την καταγωγή τους, ούτε τον πολιτισμό τους. Οι χριστιανοί Έλληνες λοιπόν επέλεξαν να ονομάζονται εθνοτικά «Γραικοί». Το όνομα «Γραικός» δεν γεννήθηκε τον Μεσαίωνα, ούτε υπήρξε κάποια ατομική επινόηση. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, έτσι ονομάζονταν οι Έλληνες πριν τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Άρα πρόκειται για καθαρά ελληνική λέξη και ίσως αρχαιότερη της λέξης «Έλληνας». Για να επιλεχθεί ως εθνώνυμο από τους Έλληνες της πρωτο- Βυζαντινής και μεσο- Βυζαντινής περιόδου, μάλλον χρησιμοποιούταν ακόμη σε μία ορισμένη έκταση. Το όνομα «Ρωμαίος» θα συνεχίσει να αποτελεί το όνομα όλων των υπηκόων της Αυτοκρατορίας και δεν θα συσχετισθεί με το ελληνικό έθνος παρά μόνο μετά τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους. Ο λόγος που το Γραικός συνέχισε να αντικαταστεί το Έλληνας, μέχρι και τον 10ο με 11ο αιώνα, είναι διότι μέχρι τότε υπήρχαν θύλακες εθνικών στην κυρίως Ελλάδα, χωρίς όμως να γνωρίζουμε εάν πρόκειται για εθνοτικά Έλληνες ή Σλάβους επήλυδες. Το πόσο στενά συνδέθηκε το όνομα «Γραικός» με την παράδοση μας νομίζουμε πως καθίσταται εμφανές από το γεγονός πως ακόμα και στην Τουρκοκρατία, αλλά και αργότερα, όταν πλέον το όνομα «Έλλην» είχε ξαναβρεί την αρχαία εθνοτική σημασία του και χρησιμοποιούταν χωρίς τον φόβο παρεξηγήσεων, οι Έλληνες συνέχισαν να αυτό αποκαλούνται «Γραικοί» και μάλιστα επιμόνως. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι δυτικοί, από τον καιρό της Αρχαίας Ρώμης, ονόμαζαν τους Έλληνες «Γραικούς», ενώ μετά το 800 μ.Χ, όταν ο Φράγκος βασιλιάς Καρλομάγνος «αποκατέστησε» την Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το κράτος του Βυζαντίου θα αποκαλείται από τους Δυτικούς ως «Imperium Graecorum» δηλαδή «Αυτοκρατορία των Ελλήνων/Γραικών». Στο φραγκικό χρονικό του 9ου αιώνα «Annales Fundelses» ο χρονογράφος αναφέρεται στον βασιλέα Μιχαήλ του Βυζαντίου ως αυτοκράτορα των Ελλήνων «epiphaniam Basilii, Graecorum imperatoris, legati cum muneribus et epistolis ad Hludowicum regem Radasbonam venerunt». Τον Ιούνιο του 814 ο Φράγκος επίσκοπος Αμαλάριος, περνώντας από την Ζάνταρ της Δαλματίας, περιγράφει τους κατοίκους ως «αυτούς που βρίσκονταν υπό την Αυτοκρατορία των Ελλήνων». Κατά παρόμοιο τρόπο ένας άλλος θεολόγος και διανοούμενος της εποχής, ο Γκότσαλκ του Orbais, στο έργο του για την έννοια του Προορισμού μας δίνει την εξής αναφορά: «Κάπως έτσι και οι Δαλμάτες, οι οποίοι, είναι όπως οι Λατίνοι αλλά βρίσκονται υπό την κυριαρχία της Αυτοκρατορίας των Ελλήνων, καλούν τον βασιλέα και αυτοκράτορα με μία έκφραση κοινή σε όλη την Δαλματία». Στο έργο του Risponsa de diversis αναφέρεται στον Δούκα της Δαλματίας Τρίμιρο ως «βασιλιά των Σλάβων» και περιγράφει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του ενάντια «στον λαό των Ελλήνων και τον πατρίκιο τους.»

Η ελληνική συνείδηση των Βυζαντινών

Ας δούμε τέλος, κατά πόσο οι Βυζαντινοί είχαν συνείδηση της ελληνικότητας τους και της προγονικής κληρονομιάς τους. Επ’ αυτού ας πούμε, κατά πρώτον, ότι η ελληνική παιδεία και η σπουδή των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων υπήρξε συνεχής στο Βυζάντιο, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ήταν αδιανόητο να μην είχε διδαχθεί κάποιος στο σχολείο τον Όμηρο, έστω και αν ανήκε στην κατώτερη τάξη. Όσοι είχαν άγνοια επί των αρχαίων Ελλήνων αντιμετωπίζονταν με χλευασμό και θεωρούνταν αγράμματοι. Η Άννα Κομνηνή, περιγράφοντας την παιδεία της στην «Αλεξιάδα», νιώθει υπερήφανη που γνωρίζει τόσο καλά την ελληνική γλώσσα στην κλασική μορφή της! Φθάνει μέχρι το σημείο να αποκαλεί «βαρβαρίζοντες» όσους δεν μιλούν άπταιστα ελληνικά. Ανάλογη με την γνώση της γλώσσας είναι και η γνώση της αρχαίας γραμματείας για την Άννα Κομνηνή. Και είναι μόνο ένα παράδειγμα. Ο Μιχαήλ Ψελλός, ο μεγάλος φιλόσοφος και ιστορικός, δηλώνει επίσης υπερήφανος διότι ανατράφηκε «λόγοις ελληνικοίς». Τον 10ο αιώνα ο Νικήτας Μάγιστρος, αναφερόμενος στην καταγωγή του, θα δηλώσει «Εμείς είμαστε Σπαρτιάτες από την γενιά του πατέρα μας και Αθηναίοι από την πλευρά της μητέρας μας». Ο ιστορικός της Αλώσεως του 1204 Νικήτας Χωνιάτης, καθώς περιγράφει την πτώση της Πόλεως στους «βαρβάρους δυτικούς» όπως τους λέει, διερωτάται «Πως αν είην το βέλτιστον χρήμα, την ιστορίαν, το κάλλιστον εύρημα των Έλλήνων, βαρβαρικαίς καθ’ Ελλήνων πράξεσι χαριζόμενος;» Ο αυτοκράτωρ της Νικαίας, Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης, στην επιστολή του προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄ γράφει «εν τω γένει των Ελλήνων ημών η σοφία βασιλεύει» και ο διάδοχος του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις θα ονομάζει την Αυτοκρατορία της Νικαίας (το μεγαλύτερο και ισχυρότερο διάδοχο κράτος του Βυζαντίου) «Ελλάδα» και «Ελληνικόν», δείχνοντας ότι Ελλάδα δεν είναι πλέον μία γεωγραφική περιοχή αλλά το ίδιο το Βυζαντινό κράτος. Και απέναντι σε έναν Λατίνο θα πει «πάσαν φιλοσοφία και γνώσις Ελλήνων εύρεμα (…) Συ δε, ω Ιταλέ, τίνος ένεκεν εκαυγχά;» Ο κορυφαίος λόγιος του 14ου αιώνα, Θεόδωρος Μετοχίτης, θα υποστηρίξει πως οι Βυζαντινοί είναι κοινωνοί και διάδοχοι των αρχαίων Ελλήνων, διότι ανήκουν στο ίδιο γένος και μιλούν την ίδια γλώσσα με τους αρχαίους. Ο αδελφός του Νικήτα Χωνιάτη, Μιχαήλ μητροπολίτης Αθηνών, κατά την ενθρόνιση του το 1182, στον «εμβατήριο» λόγο του θα υμνήσει τους συγχρόνους του Αθηναίους ως γνήσιους απογόνους των αρχαίων Αθηναίων, καθώς κράτησαν όχι μόνο το όνομα της πόλης αλλά και την ταυτότητα/συνείδηση τους. Ο Νικόλαος Καβάσιλας, απευθυνόμενος στον πατέρα του, θα μιλήσει για τους «εν υμίν Έλληνας», «το κοινόν τούτο πάσης Ελλάδος», «των νυν απανταχού της ημετέρας Ελλήνων». Τέλος, ακόμη και αυτός, ο δήθεν ανθέλληνας κατά τους διαφόρους σύγχρονους, Γεννάδιος Σχολάριος δείχνει την ξεκάθαρη ελληνική του συνείδηση όταν γράφει για τους σύγχρονους του Έλληνες, διακρίνοντας τους από τους αρχαίους μάλιστα. Για τις καταστροφές που έπληξαν την αυτοκρατορία θεωρεί την «Κακήν τύχην των Ελλήνων» ενώ ακόμα και για τον αντίπαλο του Γεώργιο Πλήθωνα γράφει πως τον σέβεται και αυτός και οι σύγχρονοι Έλληνες γενικώς.

Θαρρώ πως αυτά είναι αρκετά για να μας απαντήσουν στα ερωτήματα «Ήταν ελληνικό το Βυζάντιο;» και «Ένιωθαν Έλληνες οι βυζαντινοί;»

Σημείωση «Εθνικού Κράτους»: Τα λόγια του Ναπολέοντος στην εικόνα είναι από την βιογραφία «Ναπολέων» του Εμίλ Λούντβιχ, εκδόσεις Πάπυρος