Κωστής Παλαμάς: Παλαιός γνώριμος (για τον Γκομπινώ)

Ὑψηλὸς τὸ ἀνάστημα, λεπτὸς, μὲ κόμην ἀραιότριχα μιξοπόλιον, μὲ τὸν μῦστακα ἐπιμελῶς ἐστριμμένον πρὸς τὰ ἄνω, μὲ τὸ ναπολεόντειον ὑπογένειον τοῦ συρμοῦ, τὸ δημοτικὼτατον πρὸ πεντηκοταετίας μούς. Θὰ ἠμποροῦσα κ’ἐγὼ να συνυπογράψω τὸ λακωνικὸν τοῦτο στιγμιότυπον, διότι ἀκόμη τὸν βλέπω ἐμπρός μου ἀπὸ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποία τὸν εἶχα ἀντικρύσει διερχόμενον, εὐθυτενῆ καὶ περίκομψον τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου. Ὁ ἀδελφός μου ἐπέστησε τὴν προσοχήν μου ἐπὶ τοῦ διαβάτου: Εἶνε ὁ κομης Γκομπινῶ !

Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἐφιλοξένουν αἱ Άθῆναι ἕνα φιλόσοφον αὐτοκράτορα ἒκ τοῦ Νέου Κόσμου, ἀπόγονον τἰς οἶδε! τοῦ Μἀρκου Αντωνἰνου, περιηγούμενον τὴν Εὐρὼπην. Τὸν Δὸν Πέτρον τῆς Βραζιλἰας. Πῶς ἀνεμένομεν τὴν ἒξοδὸν του ἒκ τοῦ ξενοδοχείου τὴς Μεγάλης Βρεττανίας ὂπου εἶχε καταλύσει! Ἓν ἂρθρον περὶ αὐτοῦ, ὀφειλόμενον εἰς χαριτόβρυτον συγγραφέα, ὁποῖος ὁ Ἐμμανουὴλ Ροῒδης εἶχε διακεντήσει ἐξαιρετικῶς τὴν περιέργειαν ὡρισμένου κύκλου Ἀθηναἰων φιλαναγνωστῶν. Ἐξῆλθε μὲ πολιτικἠν ἐνδυμασίαν, μελανείμων εὒρωστος, προσομοιάζων κάπως τὸν Βίκτωρα Οὐγκὼ, γέροντα. Κρῖμα ὂτι τὰ ἐξαίρετα χαρίσματα τοῦ μορφωμὲνου φιλοσοφικῶς ἡγεμὀνος δὲν ἀπἐτρεψαν ἀπ΄αὐτοῦ τὴν βἀσκανον μοῖραν τῶν ἡγεμὀνων. Μετἀ ὀλίγον τὸν ἀνἐτρεπεν ἡ Ἐπανάστασις, καὶ τὸν ἐπέστρεφεν ἒκπτωτον εἰς τὴν Πορτογαλλίαν, ὁπὀθεν κατἠγετο. Μετἀ τοῦ ἐπιλέκτου ἡγεμὀνος τούτου εἶχε συνδεθῇ ὁ διανωοητικὼτατος Γκομπινῶ, μόλις ἀπεχὼρησε τοῦ διπλωματικού σταδἰου, καὶ τὸν ἡκολούθησε κατὰ τὸ ἒτος 1877 εἰς τἠν ἀνὰ τὴν Εὐρὼπην περιοδείαν του. Τὸ δεύτερον τὸν ἐπανέβλεπον αἱ Ἀθῆναι. Ἠ πρὠτη ἐπίσκεψις του ὢς πρεσβευτοῦ τοῦ Ναπολέοντος Γ΄παρὰ τῇ αυλῇ τῶν Ἀθηνῶν χρονολογεῖται εἰς τὰ 1864. Ενταῦθα παρἐμεινεν ἐπὶ τετραετἰαν καὶ ἀπεκόμισεν ἐκ τῆς διαμονῆς του εἰς τὴν Ἐλλάδα τὰς πλέον εὐαρέστους ἀναμνήσεις, καθὼς μᾱς βεβαιὼνουν πλὴν ἂλλων, ὁ ἐκ θυγατρὸς ἒγγονός του, εἰς περιεκτικὴν ἀνακοἰνωσιν περὶ τοῦ πάππου, τὴν ὀποίαν μεταδίδει παρισινὸν περιοδικὸν.

Ὀ κόμης Γκομπινῶ δὲν ἧτο πλούσιος, άλλ΄ἧτο καθῶς φαίνεται, ὂνομα και πρᾶγμα, εὐπατρίδης, ὃχι μὀνον διὰ τὴν καταγωγήν του, διὰ τὰ ὑπερόπτου ἀριστοκρἀτου φρονἠματά του, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς τρὀπους του, έν γἐνει. Κάπως ἀντιθἐτως πρὸς τὴν ἐν πολλοῖς σφοδρότητα τοῦ συγγραφικοῦ του ὓφους, καὶ τῶν μαχητικῶν τάσεὼν του διεκρίνετο διὰ τὴν γκλυκύτητα τῆς συμπεριφορᾶς του. Ἣτο φαιδρότατος εἰς τὴν κατ’ἰδίαν συναναστροφὴν , πολύ εὐπροσήγορος πρὸς τοὺς ὑπηρἐτας του καὶ ἡ ἀβρότης του ἀπέναντι τῶν ζὼων ἀπίστευτος. Διὰ νὰ μὴ ἐνοχλἠσῃ τὸν σκὐλον του τὸν ἂφινεν ἀτἀραχον νὰ κοιμᾶται εἰς τὸ κάθισμά του καὶ κάποτε ἐθεἀθη νὰ συλλαμβάνει ἀπαλὼτατα ἐντὸς τοῦ μανδηλἰου του ἀπὸ τὸ ἀμπαζοὺρ τῆς λἀμπας, ὂπου εἶχε καταφύγη, προσέχων πῶς νὰ μὴ τὴν συντρίψῃ, μίαν… βρωμόμυγαν, καὶ νὰ τὴν φέρῃ πρὸς τὸ παράθυρον διὰ νὰ ἐπανεύρῃ τὴν ἐλευθερίαν της.. Ἀλλ’ ὂμως ἐσυμβιβάζεται μὲ τοὺς ἀνωτέρους του καὶ δύστροπος ἐδεικνύετο άπέναντι τῶν ἰσοτίμων του. Μόνον οἱ νέοι τὸν εὓρισκον συγκαταβατικόν. Ἁπὸ τῆς ἀπαλῆς του νεότητος, καὶ ἰδιωτεύων, καὶ διπλωμάτης καὶ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ διασήμου ἱστορικοῦ Τοκεβὶλ, καὶ στενὸς φίλος τοῦ Πρόσπερ Μεριμὲ, τοῦ συγγραφέως τῆς «Κάρμεν» καὶ τῆς «Κολόμβας», δὲν ἒπαυσε νὰ συγγράφῃ εἰς ποικίλα εἲδη λογοτεχνικὰ τόμους ἐπὶ τόμων, οἱ ὁποῖοι παρέμενον ἀπαρατήρητοι, ὡς νὰ εἶχε συνωμόσῃ ἐναντίον του ὁ κόσμος τῶν διανοουμένων καὶ καταδικάσῃ τὸ ἒργον του εἰς θάνατον διὰ τῆς ἀδιαφορίας καὶ τῆς σιωπῆς. Ἡ δόξα ἐστεφάνωσε τὸ εἲδωλον τοῦ Γκομπινῶ, ἀφοῦ ὁ τάφος ἐδέχθη τὸ φθαρτόν του σκήνωμα τοῦ ἀφθάρτου, τίς οἶδεν! ἐπὶ καιρὸν ἀκόμη πνεύματός του. Αἱ περιπέτειαι τοῦ φιλολογικοῦ βίου του φέρουν εἰς τὴν μνήμην τὰς τύχας τοῦ Νίτσε, μετὰ τοῦ ὁποίου ἒχει ἀρκετὰ κοινά.

Εἶνε ὁ ἐξακοντίσας τὸ περίφημον Δοκίμιον περὶ τῆς ἀνομοιότητος τῶν άνθρωπίνων φυλῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξηρευνᾶτο καὶ ἀνεκηρύσσετο ἡ ὑπεροχὴ τῆς ἀγγλοσαξωνικῆς ἀπέναντι τῶν νεολατινικῶν φυλῶν. Τὸ ἀνθρωπολογικὸν τοῦτο πρόβλημα ἒδωκε λαβὴν εἰς συζητήσεις καὶ διαμάχας καὶ διήρεσεν εἰς ἐχθρικὰ στρατόπεδα τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου. Ὁ ὀνομαστὸς ἀγγλογερμανὸς Τσάμπερλαιν τοῦ ὀγκὼδους ἐγκυκλοπαιδικοῦ βιβλίου – φανατικοῦ καὶ ἀποκλειστικοῦ εἰς τὴν ὑποστηριζομένην ὑπ’ αυτόῦ ἰδέαν τῆς ἐπὶ τῶν πάντων ὑπεροχῆς τῶν γερμανῶν, τοῦ βιβλίου περὶ τῶν «Βασικῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνος», ἀφιερὼνει ἐν παραρτήματι εἰς τὴν κριτικὴν ἐξέτασιν τῶν ἰδεῶν τοῦ Γκομπινῶ σελίδας ὃλας, καὶ ὁ Ἐρνέστος Σελλιὲρ τοῦ γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου, ὁ ἱστοριοδίφης τῶν κυριάρχων κατὰ τοὺς τελευταίους δύο αἰῶνας ἰδεων, τὸν ἐξέλεξεν ἣρωα ἰδίας πολυσελίδου συγγραφῆς, αὐτὸν καὶ τὸν Νίτσε. Ἀλλ΄ὃτε ἒβλεπον τὸ φῶς τὰ ἒργα τοῦ Γκομπινὠ, ζῶντος ἐκείνου, ἱστορικαὶ καὶ κοινωνιολογικαὶ πραγματεῖαι, ἡ Ἱστορία τῶν Περσῶν, αἱ φιλοσοφίαι καὶ αἱ θρησκεῖαι τῆς Κεντρὼας Ἀσίας, τὰ Ἀσιατικὰ διηγήματα, αἱ ταξιδιωτικαί του ἀναμνήσεις, τᾶς ὁποίας ἀποτελοῦν διηγἠματα συντεθέντα εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ μεταξὺ τούτων ἡ Ἀκριβὴ Φραγκοποὐλου, τὸ κάλλιστον θεωρούμενον, καὶ τὸ μυθηστόρημα τῶν «Πλειάδων» καὶ οἱ ἀξιοθαύμαστοι δραματικοὶ διάλογοι, οἱ ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὴν Ἰταλικὴν Ἀναγέννησιν, καὶ τὰ ποιήματα «ἡ Ἀφρόεσσα» καὶ ὁ «Ἀμάδες» καὶ δύο πραγματεῖαί του πολιτειολογικαῖ/ άφορῶσαι ἰδιαιτέρως τοὺς Ἒλληνας ἡμᾶς, ἀμφότεραι δημοσιευθεῖσαι εἰς τὴν Ἐπιθεὼρησιν τῶν Δύο Κόσμων καὶ εἰς τόμον κατόπιν περισυλλεγεῖσαι ἡ μία τοῦ 1841 περὶ τοῦ Κυβερνήτου Καποδίστρια καὶ ἡ ἂλλη τοῦ 1878 περὶ τοῦ Ἐλληνικοῦ Βασιλεἰου, καὶ οἱ δύο ζωηρὰς προκαλοῦσαι τὰς ἐντυπὼσεις καὶ τὰς σκέψεις, κανεὶς δὲν καταδέχετο νὰ ρήψῃ ἐπὶ ἐκείνων ἐταστικὰ βλέμματα.

Ἡ προσοχὴ πρὸς Γκομπινῶ ἐκινήθη κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἡ φήμη του διεπεραιὼθη ἐκεῖ ἀπὸ τὰ γερμανικὰ χώματα. Διὰ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὸ πασίγνωστον ρητόν «Κανεὶς δὲν εἶνε προφήτης εἰς τὴν πατρίδα του». Ὁ μέγας Βάγκνερ, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ Γκομπινῶ εἶχε συνδεθῇ διὰ φιλίας εἰς τὴν Ρὼμην ἐγνὼρισε τὸ ἒργον τοῦ φἰλου του πρὸς ἒνα καθηγητὴν, ὀνόματι Σχἐμαν. Ὁ καθηγητὴς ἐνθουσιάσθη/ἠσθάνθη λατρείαν μυστικοπαθῆ πρὸς τὸν Κολόμβον τῆς «Ἀνισότητος τῶν ἀνθρωπίνων» καὶ ἀφιέρωσε βίον ὃλον εἰς τὴν μετάφρασιν καὶ τὴν διάδοσιν τοῦ ἒργου. Συνεστήθη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς μίαν πόλιν τῆς Γερμανίας ἡ «Ἐταιρἰα Γκομπινῶ». Τὰ λοιπὰ εὐκόλως ἐννοοῦνται.

Πηγή: Υπερβορεία

Screenshot_23.png

_Παλαμά-700x700