Μία θεώρηση του Κορνήλιου Κοντρεάνου και του κινήματός του

Γράφει ο Νίκος Μετοχίτης

Ο Κορνήλιος Κοντρεάνου είναι μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες προσωπικότητες του Μεσοπολέμου. Πολιτικός αγωνιστής και ασκητικός μαχητής, τίμιος και καλοκάγαθος , ενσαρκώνει επάξια τον αρχετυπικό ήρωα. Συνήθως ο Κοντρεάνου θεωρείται από την επικρατούσα αντίληψη ως ένας ακόμη φασίστας ηγέτης, που στόχευε να κατακτήσει την εξουσία. Αυτή η άποψη είναι κοινή ακόμη και σε εθνικιστικούς κύκλους. Ένας ιδιάζων φασίστας που χρησιμοποίησε την θρησκευτική παράδοση της χώρας του για να ενισχύσει το κίνημα του, όπως περίπου έκανε και ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ.

Η δική μας άποψη όμως, την οποία θα αναπτύξουμε στον παρόν κείμενο, εκκινεί από την ακριβώς αντίθετη βάση. Για εμάς ο Κοντρεάνου δεν ακολούθησε τον φασισμό επειδή «ένιωθε φασίστας», με την έννοια ότι δεν είχε κατεξοχήν στην συνείδηση του την ιδιότητα του φασίστα. Αντί αυτού, βλέποντας στον φασισμό μία κοινωνικο-πολιτική πρόταση σαφώς προτιμότερη από ό,τι εκπροσώπευε η αστική δημοκρατία, η παρακμιακή μοναρχία της Ρουμανίας και ο μπολσεβικισμός, επέλεξε να υιοθετήσει την ιδεολογία αυτή ως το όχημα για την πνευματική αναγέννηση του ρουμανικού λαού. Ο Κοντρεάνου ήταν, πάνω και πριν από όλα, ένας άνθρωπος της παράδοσης. Της παράδοσης όχι όπως την εννοεί ο πολύς κόσμος, αλλά όπως αυτή νοηματοδοτείται στο έργο μεγάλων μορφών της εποχής, όπως ο Ρενέ Γκενόν και ο Ιούλιος Έβολα.

βγηδφρηνφ.jpg

Παράδοση είναι η κατάσταση στην οποία το υποκείμενο (πρόσωπο ή λαός ή πολιτισμός) βρίσκεται σε άρρηκτη βιωματική σχέση με το Απόλυτο. Το Απόλυτο είναι ό,τι υπάρχει «πέρα από αυτόν τον κόσμο», το στοιχείο του υπερβατικού και «υπερφυσικού». Η ιδέα αυτή είναι υπαρκτή σε κάθε μεγάλη θρησκευτική παράδοση, και μόνο μέσω αυτής της παράδοσης μπορεί ο άνθρωπος να υπερβεί την κατάσταση του. Στην περίπτωση του Κοντρεάνου είναι η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία. Ο Κοντρεάνου προερχόταν από μία οικογένεια με ειλικρινές και βαθύ ορθόδοξο φρόνημα, το οποίο και μεταδόθηκε στον μελλοντικό Καπετάνιο. Η σχέση του με την Εκκλησία και τις διδαχές της υπήρξε πάντοτε γνήσια και βαθειά προσωπική. Εν αντιθέσει με άλλους εθνικιστές της εποχής, οι οποίοι ολίγον ενδιαφέρον, αν όχι καθόλου, έδειχναν για ζητήματα μεταφυσικής και αλήθειας, εκείνος είχε σαφή πνευματικό προσανατολισμό. Ρουμανία για αυτόν χωρίς την χριστιανική αλήθεια δεν μπορούσε να υπάρξει.

Ο ίδιος ο Κοντρεάνου στην συνέντευξη του προς τον Ιούλιο Έβολα είπε τα εξής: «Το ρουμανικό κίνημα της Λεγεώνας δίνει κυρίως έμφαση σε αυτό που σε έναν ζωντανό οργανισμό αντιστοιχεί με την ψυχή: την πνευματική και θρησκευτική διάσταση… Άρα το πνεύμα και η θρησκεία είναι η αφετηρία μας· ο «εποικοδομητικός εθνικισμός» είναι το σημείο άφιξης – σχεδόν το επακόλουθο».

KONTREANOY.png

Για αυτόν τον λόγο όλα τα μέλη της Λεγεώνας όφειλαν να τηρούν αυστηρά τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις νηστείες. Όλα αυτά είναι χωρίς νόημα, εάν η Λεγεώνα ειδωθεί ως απλό πολιτικό κίνημα. Ο Κοντρεάνου αγνοεί την διαφοροποίηση της πολιτικής και της θρησκείας και προτείνει το παραδοσιακό πρότυπο μίας εξουσίας βασισμένη και καθοδηγούμενη από πνευματικές αρχές. Άλλο ένα στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της άποψης μας είναι η υιοθέτηση της παραδοσιακής και χριστιανικής ιδέας της οικουμενικότητας. Η οικουμενική ιδέα είναι μια κατεξοχήν αντινεωτερική ιδέα διότι προκρίνει μία οικουμενικότητα πνευματικής και όχι υλικής, υπερβατικής και όχι γήινης υφής. Ως εκ τούτου δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση με τον διεθνισμό και τον ισοπεδωτισμό που είναι η σημαία της Νέας Εποχής.

Η ακραιφνώς ορθόδοξη και παραδοσιακή συνείδηση του Κοντρεάνου μαρτυρείται και από ένα άλλο σημείο της συνέντευξης που αναφέραμε παραπάνω. Εδώ θα θέλαμε να σταθούμε ιδιαιτέρως. Λέει χαρακτηριστικά «Διαχωρίζουμε ανάμεσα στο άτομο, στο έθνος και στην υπερβατική πνευματικότητα. Αρνούμαστε την αρχή της ωμής και υλιστικής ωφελιμότητας σε όλες τις μορφές: όχι μόνο σε ατομικό αλλά και σε εθνικό επίπεδο. Πέρα από το έθνος, αναγνωρίζουμε αυτές τις αιώνιες και αμετάβλητες αρχές στο όνομα των οποίων θα πρέπει κανείς να είναι έτοιμος να πολεμήσει και να πεθάνει, υποβαθμίζοντας τα πάντα μπροστά τους, με τέτοια προθυμία σαν να πολεμούσε για την ίδια την ύπαρξη και το δικαίωμα του στη ζωή. Η αλήθεια και η τιμή, για παράδειγμα, είναι μεταφυσικές αρχές που τις θεωρούμε ανώτερες και από το ίδιο το έθνος μας».

ΚΟΝΤΡΕΑΝΟΥ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΦΥΛΑΚΗΣ - ΙΟΥΛΙΟΣ ΕΒΟΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟ.png

Αυτό είναι μία σαφής και ανυποχώρητη άρνηση αυτού το εθνικισμού που γέννησε ο σύγχρονος κόσμος, ο οποίος θεωρεί ως υπέρτατη αλήθεια το «έθνος» και άρα όλα είναι επιτρεπτά αρκεί να γίνονται για το καλό του έθνους. Ο Κοντρεάνου εδώ καταφάσκει σε έναν εθνικισμό ο οποίος, ενώ τιμά και αγωνίζεται για αυτή την μεγάλη αξία που καλείται εθνική κοινότητα, εν τούτοις αρνείται να την τοποθετήσει στο βάθρο μίας απόλυτης και ολοκληρωτικής αλήθειας, πέρα από την οποία τίποτα δεν υφίσταται ούτε αναγνωρίζεται. Αυτή είναι και η μόνη υγιής μορφή εθνικού φρονήματος, η αποδεχόμενη την φυσική τάξη το κόσμου. Η Λεγεώνα του Μιχαήλ Αρχαγγέλου βασίστηκε πάνω στις αρχές της Ορθόδοξης πνευματικότητας τις οποίες συνδύασε με την πρακτική δράση.

Σκοπός της δεν ήταν απλώς η πολιτική νίκη. Στόχος της ήταν η αναβάπτιση της πατρίδας στις αιώνιες αλήθειες και η εμπέδωση τους από κάθε άνθρωπο. Θα την αδικούσαμε αν την παρομοιάζαμε με τα υπόλοιπα φασιστικά κόμματα της εποχής της. Συγγενεύει πολύ περισσότερο με τα ιπποτικά τάγματα του μεσαίωνα και τις χριστιανικές και άλλες θρησκευτικές αδελφότητες. Οι λεγεωνάριοι δεν ήσαν μεταξύ τους απλοί σύντροφοι ή συναγωνιστές, ήταν αδέλφια εν πνεύματι. Ο Κοντρεάνου πάντα αναφερόταν στην Λεγεώνα ως οικογένεια, η «Οικογένεια των λεγεωνάριων», όπως την έλεγε.

Στις «Σημειώσεις Φυλακής» ο Κοντρεάνου περιγράφει την κατάσταση του ενόσω ήταν κρατούμενος πριν και κατά την δίκη του. Σε όλη την διάρκεια της φυλάκισης του, είχε πάντα στο προσκεφάλι του την Αγία Γραφή την οποία μελετούσε καθημερινά. Στις «Σημειώσεις» γράφει τις εντυπώσεις του μετά την ανάγνωση των Επιστολών του Παύλου:

«Τέλος, καθώς εισερχόμαστε στην ανάγνωση των Επιστολών, βγάζουμε αυτά τα συμπεράσματα: 1. Ότι δεν είμαστε καλοί χριστιανοί, ότι απέχουμε πολύ από το να είμαστε. Πάρα πολύ. (…) 3. Τα σημεία των καιρών μας: Ασχολούμαστε περισσότερο με τις διαμάχες αναμεταξύ μας και εναντίον άλλων ανθρώπων. Και σπάνια με την αναμέτρηση των εντολών του Αγίου Πνεύματος και των επιθυμιών της γήινης φύσης μας. Αγαπάμε και δεχόμαστε τις νίκες μας εναντίον άλλων ανθρώπων, και όχι τις νίκες εναντίον του Σατανά και της αμαρτίας. Όλοι οι μεγάλοι άνδρες του χθες και του σήμερα: Ο Ναπολέοντας, ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι κ.τ.λ, δέχονταν πάνω από όλα αυτές τις νίκες».

Κατόπιν γράφει πως η Λεγεώνα αποτελεί μία εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, τονίζοντας πως αγωνίζεται, αν και ανεπαρκώς, σε έναν αγώνα πνευματικό και όχι εγκόσμιο. Ο Κοντρεάνου θεώρησε ορθώς ότι ο φασισμός θα μπορούσε να γίνει ένα μέσο για την αποκατάσταση της παράδοσης στην Ρουμανία για αυτό και τον ακολούθησε. Δεν προσάρμοσε τον χριστιανισμό στον εθνικισμό, αλλά το αντίστροφο, χωρίς παράλληλα να αλλοιώσει κανέναν από τους δύο.

Kontreanou2