Δημήτρης Λιαντίνης: Η υποκρισία που μας βολεύει κι ο Θεός που πέθανε…

Από την κλασσική Ελλάδα οι άνθρωποι πήραν όσα δεν κατάλαβαν.

Εάν o ευρωπαϊκός μηδενισμός σημαίνει την άρνηση και την παρακμή, τον εκφυλισμό, τη σήψη, τη φθορά, και την απαισιοδοξία, το πνεύμα του Νίτσε είναι σε όλα αυτά το ακριβώς αντί­θετο. Το γεγονός ότι του φόρτωσαν ο,τι ακριβώς δεν έχει, και ο,τι καταμήνυσε στους άλλους, πηγάζει από την ψυχολογία του κλέφτη, που φωνάζει για να φοβηθεί ο νοικοκύρης.

836fa6a38bdb93b92ce70a5d54128354_xl

Κανένας σοβαρός μελετητής του κλασικού κόσμου δεν θά ‘χε να δείξει κάποιον άνθρωπο ή λαό που κλείστηκε στον λαβύρινθο της απελπισίας και πάλεψε τον Μινώταυρο του ανθρώπινου πόνου, ηρωικότερα και σεμνότερα από τους Έλληνες.

Οι πλούσιοι ποτέ δεν ρωτούν, αν αξίζουν εκείνο που κατέχουν. Οι πένητες ποτέ δεν στοχάζουνται, τι είναι εκείνο που ζητούν.

Η εικόνα της ταφής ενός ακαδημαϊκού με στεφάνια, επικήδειους, βιβλία συλλυπητηρίων κλπ, είναι διαφορετική από την εικόνα μιας μανιάτισσας που μοιρολογεί τον άντρα της. Η ευαισθησία του λαού είναι άλλο πράγμα από την υπεροψία των διανοουμένων.

Χωρίς λίγη ανταρσία στο αίσθημα, λίγη τρέλα στο μυαλό, λίγον ίλιγγον που φέρνουν τα κοφτερά βράχια και τα φωτερά μετέωρα, χωρίς κάποιους οραματικούς σπασμούς και μερικές ενδείξεις μοναχικού παραμιλητού, δεν είναι εύκολο να ξεμακρύνει κανείς από την πεπατημένη.

Όταν σήμερα μιλάμε για υποκρισία, η αναφορά μας γίνεται σε κάτι τόσο αυτονόητο, όσο και ο αέρας που αναπνέουμε. Το συνήθισε το αίμα μας το καυσαέριο…

Όλες οι σκέψεις μας, όλες οι λέξεις και οι πράξεις μας είναι κίβδηλες ως το τελευταίο τους κύτταρο. Γεννιόμαστε μέσα στην υποκρισία, μεγαλώνουμε μαζί της, την σπουδάζουμε με ζήλο, την διδάσκουμε με φανατισμό. Κι όταν πεθαίνουμε, την αφήνουμε τρίτη Διαθήκη στα παιδιά μας.

Η υποκρισία μας σκεπάζει, όπως τα περιζώματα τα κρυφά μας μέρη. Μας προστατεύει, όπως η νύχτα τις νυχτερίδες. Μας δυναστεύει και μας βολεύει, όπως οι πάγοι τις πολικές αρκούδες. Αν ξεφύγουμε λίγο από την προστασία της, κινδυνεύουμε να βρεθούμε είτε κατεργαραίοι του νόμου, είτε αφορεσμένοι από τις εκκλησίες, είτε πελάτες των ψυχιατρείων. Ριντίκολα, σαν το Θεόφιλο στην Πορταριά. Ή αυτόχειρες, σαν το Συκουτρή στον Ακροκόρινθο…

Αν μας γεννιέται η απορία ότι την υποκρισία (πανταχού παρούσα τριγύρω μας) δεν την βλέπουμε πουθενά, είναι γιατί μας λείπει παντελώς το αντικείμενο της παραβολής και το μέτρο της σύγκρισης. Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα το αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα; Εκείνος-η που δεν βγήκε ποτέ του από το γηροκομείο, είναι φυσικό να μη φαντάζεται ότι στους δρόμους κυκλοφορούν ωραίοι έφηβοι και τρυφερά κορίτσια…

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus

d60065