Νίτσε: «Συντρόφους χρειάζομαι που να είναι ζωντανοί, το πλήθος είναι ένα πτώμα»

Σχολιασμός: Αλέξανδρος Καρράς

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Το βιβλίο αυτό έχει επηρεάσει πολλούς ανθρώπους από την εποχή που δημοσιεύτηκε. Ένας από αυτούς είναι κι ο δικός μας, ο Ίων Δραγούμης. Ο Νίτσε στο βιβλίο αυτό μιλάει συνεχώς για τους ζωντανούς τους οποίους προτρέπει να μείνουν μακριά από τον όχλο τον οποίο παρομοιάζει με τις μύγες που τσιμπούν εχθρικά αυτούς που φθονούν λόγω της αξίας τους. Τους προτρέπει να γίνουν μοναχικοί και να πάνε σε ανέμους δυνατούς που οι μύγες χάνουν την ισχύ τους γιατί «δεν είναι της μοίρας σου εσένα να σκοτώνεις μύγες», όπως έγραψε. Η πλατεία της Αγοράς γυρεύει ισότητα και εχθρεύεται τους ανώτερους, θέλει να τους εκδικηθεί, ζητά το αίμα τους. Ο Δραγούμης έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Όσοι ζωντανοί» στο οποίο σε πολλά σημεία του εχθρεύεται τον μαζάνθρωπο και τον αποκαλεί «κουρασμένο». Μάλιστα στο τέλος ο Ίων κάνει κάλεσμα: «Και τώρα, όσοι ζωντανοί προσέλθετε». Ήταν κάλεσμα συντρόφων ζωντανών, μακριά από το πλήθος. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι βέβαιο πως επηρέασε και ενέπνευσε τον Ίωνα.

01-4

«Πολύ κοιμήθηκε ο Ζαρατούστρας και πέρασε από το πρόσωπό του απάνω και της αυγής το χαραμέρι μα και το πρωινό. Τέλος ανοίξαν τα μάτια του και παραξενεμένος είδε ο Ζαρατούστρας το ρουμάνι και τη σωπασιά. Και παραξενεμένος είδε μέσα του. Μετά σηκώθηκε γοργά σαν ένας θαλασσοδαρμένος, που αγναντεύει άξαφνα στεριά, κι αλάλαξε: επειδή αντίκρισε μια νέα αλήθεια. Κι αυτά είπε μετά στην καρδιά του:

«Ένα φως άναψε μέσα μου: συντρόφους χρειάζομαι και ζωντανούς -όχι νεκρούς συντρόφους να τους σέρνω μαζί μου όπου θέλω εγώ. Ζωντανούς συντρόφους χρειάζομαι, να μ’ ακολουθούν, γιατί θέλουν να ακολουθήσουν τον εαυτό τους -ακόμα κι εκεί που θέλω εγώ. Ένα φως άναψε μέσα μου: όχι στο λαό, μα σε συντρόφους, να μιλάει ο Ζαρατούστρας. Δεν πρέπει ο Ζαρατούστρας να καταντήσει ποιμένας κοπαδιού ή σκύλος. Για να τραβήξω πολλούς αλάργα απ’ το κοπάδι -γι’ αυτό ήρθα. Θα φρενιάσουν μαζί μου, λαός και κοπάδι. Ληστή θέλει ο Ζαρατούστρας να τον πουν οι ποιμένες. Ποιμένες, λέω, μα εκείνοι ονομάζουν τους εαυτούς τους καλούς και δίκαιους. Ποιμένες, λέω, μα εκείνοι αυτονομάζονται της ορθής της πίστης πιστοί. Κοίταξε τους καλούς και τους δίκαιους! Ποιον μισούν πιο πολύ; Εκείνον που θρυψαλιάζει τους πίνακες των αξιών, το χαλαστή, τον εγκληματία: -αυτός όμως είναι ο δημιουργός. Κοίταξε τους πιστούς της κάθε πίστης! Ποιον μισούν πιο πολύ; Αυτόν που θρυψαλιάζει τους πίνακες των αξιών, το χαλαστή, τον εγκληματία: αυτός όμως είναι ο δημιουργός. Ο δημιουργός αποζητά συντρόφους κι όχι πτώματα ή βοσκούς ή πιστούς. Ο δημιουργός ζητά συντρόφους στη δημιουργία του για να χαράξουν καινούργιους νόμους απάνω σε καινούργιους πίνακες. Ο δημιουργός ζητά συντρόφους και βοηθούς στο θερισμό: γιατί μαζί του όλα ωριμάζουν κι είναι έτοιμα για θέρο. Του λείπουν όμως τα εκατό δρεπάνια: έτσι ξεριζώνει τ’ αφτιά των καλαμποκιών κι είναι νευριασμένος.

Ζητά συντρόφους ο δημιουργός και μάλιστα αυτούς που γνωρίζουν πώς ν’ ακονίζουν τα δρεπάνια τους. Θα τους αποκαλέσουν καταστροφείς και περιφρονητές του καλού και του κακού. Όμως αυτοί είναι οι θεριστές κι οι γλετζέδες που χαίρονται τη ζήση τους. Ζητά συντρόφους ο Ζαρατούστρας στη δημιουργία, συντρόφους στο μάζεμα των καρπών και στα γλέντια: δεν θέλει να έχει αυτός καμιά σχέση με κοπάδια, βοσκούς και πτώματα! Σύντροφε μου εσύ, τώρα σ’ αφήνω! Καλά σ’ έθαψα σ’ αυτή την κουφάλα του δέντρου, σ’ έκρυψα καλά απ’ τους πεινασμένους λύκους. Τώρα όμως ήρθε η ώρα να σ’ αφήσω. Από τη μιαν αυγή στην άλλη μια νέα αλήθεια φώτισε το είναι μου. Δε θέλω να κάνω το βοσκό, το νεκροθάφτη, δεν θέλω πια να ξαναμιλήσω σε πλήθος: σ’ ένα πτώμα μίλησα για τελευταία φορά! Τώρα συντροφιά μου θα ‘ναι οι δημιουργοί, οι θεριστάδες, οι γλετζέδες: θέλω να τους δείξω το ουράνιο τόξο και την ανεμόσκαλα που φτάνει ως τον Υπεράνθρωπο. Τώρα το τραγούδι μου θα πω στο μοναχικό ερημίτη και σ’ αυτούς που ζουν ζευγαρωτά. Κι όποιου η καρδιά έχει ακόμα αφτιά για ν’ ακούσει πρωτάκουστα πράγματα θα την βαρύνω απ’ την ευτυχία μου. Παίρνω πια το δρόμο μου, ξεκινώ για το σκοπό μου. Πάνω από φοβιτσιάρηδες και τεμπέληδες θα πηδήσω! Έτσι το διάβα μου για εμπρός θα γίνει το βασίλεμά τους!»

Έτσι μίλησε στην καρδιά του ο Ζαρατούστρας, καθώς ο ήλιος ανηφόριζε κι έφτανε μεσημέρι: κατόπι κοίταξε εξεταστικά τον ουρανό – γιατί άκουσε από πάνω του το κρώξιμο κάποιου πουλιού. Και, για φαντάσου! Τον αγέρα σάρωνε ένας αετός με μεγάλους κύκλους κι απ’ τα νύχια του κρεμόταν ένα φίδι, όχι σαν λεία, μα σαν φίλος: γιατί το φίδι ήταν κουλουριασμένο και στο λαιμό του αετού.»